Αυτονομία,έξοδος,μαρξισμός

O Γκράμσι και το μίσος για την αδιαφορία

του Άκη Γαβριηλίδη

Τα τελευταία χρόνια γνωρίζει ιδιαίτερη διάδοση στον κυβερνοχώρο –μεταξύ άλλων και τον ελληνικό- ένα σύντομο κείμενο του ιταλού μαρξιστή πολιτικού ηγέτη και στοχαστή με τον ιδιαίτερα επιθετικό τίτλο «Μισώ τους αδιάφορους» (στο πρωτότυπο: Odio gli indifferenti), γραμμένο το σημαδιακό έτος 1917. Όσοι το παραθέτουν προφανώς πιστεύουν –ενίοτε το λένε και ρητά- ότι είναι και σήμερα επίκαιρο. Όμως, δεν είναι. Είναι εκτός τόπου και χρόνου σε σχέση με όσα συνέβησαν ιδίως το δεύτερο μισό του 20ού αιώνα, και συνεχίζουν να συμβαίνουν. Αυτά φυσικά ο Γκράμσι δεν ήταν δυνατό να τα μαντέψει· εμείς όμως σήμερα τα γνωρίζουμε, και δεν δικαιολογούμαστε να παριστάνουμε ότι δεν τα βλέπουμε.

Το κείμενο είναι απολύτως, και αφελώς, διαφωτιστικό-μοντερνιστικό. Βασίζεται στην ευρωκεντρική-φαλλογοκεντρική αυταπάτη της προόδου, της στράτευσης, του ηρωισμού, της οικουμενικότητας, της ορθολογικής και μεθοδικής οικοδόμησης ενός νέου καλύτερου κόσμου. Εργαλεία για αυτή την οικοδόμηση είναι τα σχέδια, τα προγράμματα, αρχιτέκτονες δε των σχεδίων αυτών είναι η βούληση, η συνείδηση και το καθήκον –όροι με προφανή ιδεαλιστική καταγωγή.

Οι συνειδήσεις αυτές που θα φέρουν το καλύτερο αύριο, διευκρινίζεται ρητά, στην πρώτη πρόταση της ακροτελεύτιας παραγράφου του κειμένου, ότι θα είναι αντρίκιες (virili). Το επίθετο αυτό έχει παραλειφθεί από την ελληνική εκδοχή του κειμένου που κυκλοφορεί[1], το οποίο στο σημείο αυτό λέει:

Είμαι ενταγμένος, ζω, νιώθω ότι στις συνειδήσεις του χώρου μου ήδη πάλλεται η δραστηριότητα της μελλοντικής πόλης, που ο χώρος μου χτίζει.

Στην πρωτότυπη εκδοχή, όμως, όπως τη βρήκα εδώ, η συγκεκριμένη φράση έχει ως εξής:

Sono partigiano, vivo, sento nelle coscienze virili della mia parte già pulsare l’attività della città futura che la mia parte sta costruendo.

Έστω και χωρίς την ρητή αναφορά στην ανδροπρέπεια των συνειδήσεων, πάντως, η φυσιογνωμία του «ενδιαφερόμενου» (ή του παρτιζάνου, σύμφωνα με την ιταλική λέξη που χρησιμοποιείται εδώ και που βέβαια δεν σημαίνει απαραίτητα τον ένοπλο αντάρτη αλλά γενικά εκείνον που παίρνει μέρος [parte], που συμμετέχει, που δεν είναι ουδέτερος), εκείνου τέλος πάντων τον οποίο, σε αντιδιαστολή με τον μισητό αδιάφορο, εξυμνεί το κείμενο, είναι σαφές ότι αντιστοιχεί στον τολμηρό άνδρα, αυτόν που ανοίγει καινούριους δρόμους, που μεγαλουργεί. Οι εναρκτήριες προτάσεις, (από τις οποίες επίσης έχουν παραλειφθεί κάποια τμήματα στην ελληνική απόδοση), λένε επακριβώς τα εξής:

Μισώ τους αδιάφορους. Πιστεύω, όπως ο Φρειδερίκος Χέμπελ, ότι «το να ζεις σημαίνει να διαλέγεις πλευρά» [/να είσαι παρτιζάνος]. Δεν μπορεί να υπάρχουν απλώς οι άνθρωποι/ άνδρες [uomini], οι ξένοι για την πολιτεία. Όποιος ζει πραγματικά δεν μπορεί να μην είναι πολίτης, να μην μετέχει.

Οι αναφορές αυτές (πόλις/ ξένοι) εγγράφουν τη σύλληψη αυτή της πολιτικής σε μια αρχαιοελληνική γενεαλογία. Από την αρχαιοελληνική πόλιν ως γνωστόν ήταν αποκλεισμένες οι γυναίκες. Ρόλο στα δημόσια πράγματα είχαν μόνο οι πολίτες, που ταυτόχρονα ήταν οπλίτες· οι μαχητές. Όσοι δεν ανταποκρίνονται στο μοντέλο του άντρα πρωτοπόρου/μαχητή, υποβιβάζονται στο καθεστώς της ανίδεης μάζας· είναι όχι μόνο άχρηστοι, αλλά και επιβλαβείς καθόσον παρεμποδίζουν τη δράση του θετικού ήρωα, καθόσον «φέρνουν το κακό που πέφτει πάνω στα κεφάλια όλων και ματαιώνουν το αγαθό το οποίο θα μπορούσε να γεννήσει μία ηρωική πράξη οικουμενικής αξίας». Είναι οι παθητικοί που ματαιώνουν τη δράση του ενεργητικού. Γι’ αυτό τους μισεί ο συγγραφέας του κειμένου· επειδή η αδιαφορία είναι «αβουλία» [abulia], παρασιτισμός [parassitismo], δειλία.

Οι αδιάφοροι λοιπόν είναι παράσιτα.

Αυτό είναι καλό ή κακό; Φυσικά κακό, μας εξηγεί ο Γκράμσι. Για τους παρακάτω λόγους:

Η αδιαφορία είναι το νεκρό βάρος της ιστορίας. Είναι η μολυβένια μπάλα στο πόδι του καινοτόμου [ή του νεωτεριστή: novatore], η αδρανής ύλη στην οποία συχνά πνίγονται οι πιο λαμπροί ενθουσιασμοί, ο βάλτος που περιτριγυρίζει την παλιά πολιτεία και την προστατεύει καλύτερα από τα πιο γερά τείχη, καλύτερα από τα στήθη των πολεμιστών της, διότι καταπίνει τους επιτιθέμενους μέσα στις σκοτεινές της δίνες, τους αποδεκατίζει, τους αποθαρρύνει, και μερικές φορές τους κάνει να απόσχουν από το ηρωικό εγχείρημα.

Η αδιαφορία επενεργεί ισχυρά μέσα στην ιστορία. Επενεργεί παθητικά, αλλά επενεργεί.

Είναι η μοίρα· είναι αυτό πάνω στο οποίο δεν μπορούμε να βασιστούμε· είναι αυτό που διακόπτει [/διαλύει] τα προγράμματα, που ανατρέπει τα πιο καλοστημένα πλάνα· είναι η αδρανής ύλη που εξεγείρεται κατά της νόησης και την στραγγαλίζει.

Όλα όσα προσάπτει στην αδιαφορία το παραπάνω χωρίο για να εκφράσει τον αντι-παρασιτισμό του και να εξυμνήσει τους επιτιθέμενους, είναι, ένα προς ένα, οι λόγοι για να την βρίσκουμε ενδιαφέρουσα και σημαντική. Όπως μας έχει μάθει και ο Μισέλ Σερρ, χρησιμοποιώντας επίσης –αλλά αυτός με θετικό τρόπο- την εικόνα του βάλτου:

ο γνωστικός στρατηγός δεν εφαρμόζει τη θεωρία της δυναμικής, χλευάζει τις δυνάμεις, εφαρμόζει την τοπολογία, γνωρίζει τους δρόμους, τους διαύλους, τη μορφολογία του εδάφους. Κοντολογίς, είναι γεωγράφος. Ακόμη και αν ο εχθρός κάνει την επιδρομή του με εκατό μεραρχίες, με βαρέα άρματα και πυροβολικό, αν ο ίδιος το θελήσει, θα τον κάνει να περάσει από τον βάλτο, κι εκεί θα βυθιστεί, εκεί θα πνιγεί. Το παράσιτο των δικτύων δεν δίνει μάχη, κανένα μήνυμα δεν είναι πλέον σημαντικό, χάνεται μέσα στο βουητό. Ο θόρυβος είναι κατανεμημένος εκεί όπου σπανίζει το νόημα: χαμηλά κύματα χάους απ’ όπου αναδύεται αιχμηρό το μήνυμα. Τίποτε δεν είναι πιο εύκολο να παραχθεί απ’ ό,τι αυτά τα μικρά κύματα, τίποτε δεν είναι πιο σταθερό ώστε να διατηρηθεί. Η παμπάλαιη πάλη, οι δύο παλαιστές μαζί, εξαφανίζονται μέσα σ’ αυτή την ομίχλη[2].

Πράγματι, η «αδιαφορία», δηλαδή η έξοδος, η λιποταξία, η απο-στράτευση, η κοπάνα [assenteismo, εναντίον του οποίου επίσης βάλλει λυσσαλέα το κείμενο], η διακοπή, ο «ντεγκαζισμός» [dégagisme], αποτελούν ισχυρούς παράγοντες μέσα στην ιστορία. Παράγουν αποτελέσματα. Tα αποτελέσματα αυτά δεν είναι απαραίτητα ολέθρια, όπως μας έμαθαν στο γύρισμα από τον 20ό προς τον 21ο αιώνα άλλοι, επίσης Ιταλοί (κυρίως) στοχαστές από την παράδοση της αυτονομίας και του μετα-εργατισμού όπως ο Πάολο Βίρνο και ο Σάντρο Μετζάντρα. Mεταξύ άλλων, οι παρασιτικοί αυτοί παράγοντες προκάλεσαν την ήττα και την αποτυχία της ελληνικής εισβολής στη Μικρά Ασία τη δεκαετία του 1920, της ιταλικής στην Ελλάδα τη δεκαετία του 1940, της αμερικανικής στο Βιετνάμ τη δεκαετία του 1960, την έξοδο συνολικά της νεολαίας από το φορντικό κοινωνικό συμβόλαιο την ίδια δεκαετία, την πτώση του τείχους στο Βερολίνο και το ράγισμα του αόρατου/ ορατού τείχους στη Λευκωσία, τον ελληνικό Δεκέμβρη του 2008, τις αραβικές ανοίξεις …

Αντί να αναπαράγουμε με θρησκευτική ευλάβεια, και χωρίς κανέναν κριτικό αναστοχασμό, κείμενα που έγραψε πριν από έναν αιώνα ένας 26χρονος δάσκαλος, ίσως θα ήταν χρησιμότερο να αναλογιστούμε, συγκριτικά, τι τέλος πάντων παρήγαγε όλα αυτά τα χρόνια το μίσος προς την αδιαφορία. Τότε θα διαπιστώναμε ότι ο κόσμος αδιαφόρησε γι’ αυτό το μίσος, και καλά έκανε.

It's Time To Rebuild the Anti-War Movement | Left Voice

[1] Οι ελληνικές δημοσιεύσεις, τουλάχιστο όσες βρήκα εγώ, δεν αναφέρουν ποιος έκανε τη μετάφραση και με βάση ποιο ιταλικό (εάν ήταν ιταλικό) κείμενο. Οπότε οι περικοπές δεν αποκλείεται να είχαν ήδη γίνει από κάποιον ενδιάμεσο επιμελητή.

[2] Michel Serres, Το παράσιτο, Σμίλη, Αθήνα 2000, σ. 394-5.

Κλασσικό

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για την εξάλειψη των ανεπιθύμητων σχολίων. Μάθετε πως επεξεργάζονται τα δεδομένα των σχολίων σας.