φεμινισμός,Ψυχανάλυση

Όποιος κυνηγά τον φαλλό, στο τέλος παίρνει τη θέση του

της Κριστιάν Αλμπερτί

Όσοι θέτουν ερωτήματα για το θηλυκό φύλο δεν μπορούν να αποφύγουν τη διδασκαλία της ιστορίας του φεμινισμού, διδασκαλία συγχρόνως κλινική και πολιτική. Δημοσιεύοντας στο διαδίκτυο το κείμενο της αξιομνημόνευτης παρέμβασης της Αννί Λε Μπρεν [Annie Le Brun] στο τηλεοπτικό πρόγραμμα “Apostrophes”, το Lacan Quotidien (1) μας θύμισε κατά ευτυχή σύμπτωση ότι το δοκίμιό της Lâchez tout είναι αδιαμφισβήτητα καμπή στην ιστορία του φεμινισμού. Επείγει να διαβάσουμε ή να ξαναδιαβάσουμε το δοκίμιο αυτό που είναι τώρα διαθέσιμο, όπως και το Vagitprop και δώδεκα ακόμη κείμενα συγκεντρωμένα σε μια συλλογή (2).

Στο όνομα «όλων των γυναικών»

Τα κείμενα της Annie Le Brun, δηκτικά και δριμέα, ρίχνουν φως, τόσο ανηλεές όσο και χρήσιμο, στον νεο-φεμινισμό του καιρού της, ώστε αντηχούν για τις γυναίκες της γενιάς μου μια ολόκληρη εποχή, αυτήν της Υπόθεσης των γυναικών. Επίσης, όμως, φωτίζουν ό,τι ακολούθησε και έτσι μας επιτρέπουν να στοχασθούμε το σημερινό νεο-φεμινισμό, δίνοντάς μας κλειδιά για να κατανοήσουμε τα ουσιώδη αδιέξοδά του.

Η Annie Le Brun δεν αγνοεί τίποτε από την πραγματικότητα της βασανιστικής ύπαρξης των γυναικών μέσα στην ιστορία και μέσα στον κόσμο, από το δίκιο των φεμινιστικών αγώνων και από τη μάχη όλων των γυναικών που δεν επέτρεψαν στους εαυτούς τους να περιοριστούν στη σιωπή. Αυτό είναι που δίνει αξιοπρέπεια στην επίθεσή της. Όμως η πράξη της επιδιώκει να διαχωρίσει τη μάχη των γυναικών για ίσα δικαιώματα, τον αγώνα τους εναντίον κάθε μορφής καταπίεσης και την εκ μέρους τους απόρριψη αλλοτριωτικών μοντέλων από τη φεμινιστική ιδεολογία όταν αυτή στρέφεται προς τον «κορπορατιστικό» λόγο που εννοεί να υποτάξει ψυχές και σώματα. Εν ολίγοις, επιτίθεται στο νεο-φεμινισμό όταν αυτός, υπό τον μανδύα της απελευθέρωσης, εννοεί να επιβάλει την ισοπέδωση της ομοιομορφίας. Η ανοησία την οποία η Annie Le Brun προσπαθεί να πολεμήσει είναι ακριβώς εκείνη που συνίσταται στη θέληση να επιβάλει τις μυθοπλασίες της, για να μην πούμε τη φαντασίωσή της, στην τάξη του κόσμου. Το λέει απλά και ξεκάθαρα: αρνείται να καταταγεί στο «στρατό των γυναικών» μόνο και μόνο εξ αιτίας μιας τύχης βιολογικής. Το Lâchez tout  είναι κλήση προς λιποταξία εναντίον «των απειλητικών στρατών του κονφορμισμού, όποιο κι αν είναι το φύλο που έχει κρεμαστεί στον ώμο».

Η ρωμαλέα κριτική αυτής της αγωνίστριας της σουρεαλιστικής υπόθεσης θα ήταν απλή εκτέλεση, ανέξοδη κατεδάφιση, αν δεν ήταν αυστηρά θεμελιωμένη στη λεπτομερειακή ανάλυση και στην ερμηνεία κειμένων που συγκρότησαν την επεξεργασμένη βάση του φεμινιστικού κινήματος κατά τη δεκαετία του 1970, κειμένων που εξέτασε με αιχμηρότητα που δε χαρίζεται σε κανέναν.

Καμία από τις μεγάλες μορφές που ενέπνευσαν το φεμινισμό δεν ξεφεύγει από την σφοδρότητα της ανυποχώρητης κριτικής της: συγκεκριμένα το βιβλίο της Evelyne Sullerot Le Fait féminin (1978) και εκείνο των Marie-Françoise Hans et Gilles Lapouge Les Femmes, la pornographie, l’érotisme (1978), αλλά επίσης τα βιβλία των Benoîte Groult, Germaine Greer, Gisèle Halimi, Élisabeth Badinter, Annie Leclerc, Xavière Gauthier, Luce Irigaray, Hélène Cixous, κλπ. Κατά τη στιγμή, δηλαδή, κατά την οποία παρεμβαίνει, τα λόγια της ηχούν κατά τι εικονοκλαστικά για να μην πούμε «βλάσφημα», όπως το αισθάνεται η ίδια.

Ξεκινά την επίθεσή της στρεφόμενη εναντίον εκείνου που εγκαινίασε το φεμινισμό του 20ού αιώνα, ενός από τα μεγάλα βιβλία της σύγχρονης σκέψης, Το Δεύτερο Φύλο. Δε θα μπω σε λεπτομέρειες σχετικές με την ανάλυση αυτού του κειμένου, του οποίου αναγνώριζε την ιστορική σημασία. Αναφέρεται στην αξιομνημόνευτη κριτική της Suzanne Lilar Le Malentendu du Deuxième Sexe. Υπογραμμίζει κυρίως τις αντιφάσεις μιας θέσης, η οποία επιθυμεί να εξαλείψει τη διαφορά των φύλων, αλλά μετά βίας συγκαλύπτει τη διεκδίκηση μιας γυναικείας ιδιαιτερότητας. Η σεξουαλικότητα τοποθετείται εδώ ως τόπος αντιπαράθεσης δύο ασυμφιλίωτων κατηγοριών, του αρσενικού και του θηλυκού, η μόνη απελευθερωτική διέξοδος από την οποία θα ήταν δυνατή με το κόστος «μιας γενικευμένης αποσεξουαλικοποίησης». Η Annie Le Brun δεν επινοεί τίποτε: «δύο ανθρώπινα όντα που συναντώνται μέσα στην ίδια την κίνηση της υπερβατικότητάς τους δε χρειάζονται πλέον τη σαρκική ένωση». Αυτό το βρίσκουμε ήδη στο Το Δεύτερο Φύλο. Κατά βάθος, για την Annie Le Brun, το σκουλήκι βρισκόταν ήδη μέσα στο φρούτο από τη στιγμή που επρόκειτο να κάνουμε ένα δεύτερο φύλο να υπάρχει και Τη γυναίκα κάτι το συνεκτικό. Αδυνατώντας να συλλάβουμε «ότι το γυναικείο φύλο δεν είναι η αποκλειστικότητα των γυναικών περισσότερο από όσο είναι το ανδρικό για τους άνδρες», ο ορίζοντας των γυναικών τείνει να συρρικνωθεί στο πεδίο που καλύπτει το εκκρεμές μεταξύ μεγαλείου και βασανιστικής ύπαρξης, αγγέλων ή δαιμόνων, μαγισσών ή μυστηρίου…

Η Annie Le Brun δείχνει μεθοδικά ότι ο φεμινισμός ως λόγος διατηρεί τα αδιέξοδα τα οποία ισχυρίζεται ότι αντιμάχεται: τη δικτατορία του ίδιου, την προκατάληψη της φύσης, την επιτήρηση του νόμου των γενών.

Δικτατορία του Ίδιου

Σε αντίθεση με τις φεμινίστριες του 18ου και του 19ου αιώνα που επιδίωκαν να εξαφανίσουν την πλασματική διαφορά η οποία νομιμοποιούσε την εξουσία των ανδρών επί των γυναικών, ο νεο-φεμινισμός της δεκαετίας του 1970, παρατηρεί η Annie Le Brun, τείνει να αποκαταστήσει την πραγματικότητα μιας διαφοράς γενικής πάντα εις βάρος των ιδιαίτερων διαφορών. Το δικαίωμα στη διαφορά εγκαθιδρύει εδώ μια δικτατορία του Ίδιου, με την ομοφυλοφιλία να ανάγεται σε θέση σεξουαλικής αναδίπλωσης από την οποία μπορούμε ήσυχα να μισούμε τους άνδρες, με το βιασμό να συλλαμβάνεται ως το άρρητο μοντέλο κάθε ανδρικής συμπεριφοράς.

Είναι ακριβώς η διάσταση του Άλλου που επενδύεται με κάθε τι το κακό, μέχρι του σημείου «να μη σκεφτόμαστε παρά τον πόλεμο από φόβο μη χαθούμε μέσα στην ετερότητα». Μέσα από διαυγείς αναλύσεις δείχνει ότι αυτός ο λόγος εκκενώνει τη διάσταση της αγάπης και καταδιώκει «το γούστο του πάθους». Από τη θέση αυτή θα θέσει το μόνο ηθικό ερώτημα που έχει αξία: το ότι είμαστε διά παντός χωρισμένοι από τον Άλλο δε μας απαλάσσει από την οφειλή να απαντήσουμε στο ερώτημα σχετικά με το πώς είναι δυνατός ο δεσμός με τον Άλλο, καθ’ όσον «η ύπαρξη διακρίνεται από το είναι, είναι εξάρτηση από τον Άλλο» (4), όπως έχει υποστηρίξει ο Λακάν. Η κριτική της Annie Le Brun μας φέρει στην καρδιά των σύγχρονων λόγων που κάνουν τον άλλο εισβολέα και a priori ύποπτο για βιασμό του είναι: τι μπορούμε να κάνουμε ώστε τα ομιλόντα (parlêtres) να συγκατοικήσουν μέσα σε κοινό χώρο;

Περί απόλυτης θηλυκότητας

Η Annie Le Brun αναλύει τη ρητορική και τις βασικές γραμμές μιας μυωπικής επιστημολογίας που in fine απευθύνεται στη «βαθειά φύση» των θηλυκών όντων. Αυτό που αποκαλεί «τρομοκρατία της περιούσιας θηλυκότητας (femellitude)»* συνίσταται στην επανεξέταση όλης της κουλτούρας με τη διάσημη «οπτική γωνία της γυναίκας», «το γυναικείο λόγο», «τη γυναικεία γραφή». Ο πειρασμός του ολοκληρωτισμού τον οποίο αποκρυπτογραφεί στη σκέψη των υμνητριών της καλλιτεχνικής ή διανοητικής γυναικείας ιδιαιτερότητας της εποχής είναι τέτοιος, ώστε «οι εκτελέσεις πέφτουν σύννεφο» για όλους εκείνους που συνέβαλαν στην αποκάλυψη της γυναικείας αρχής (principe), από τον Μπρετόν μέχρι τον Μπωντλαίρ περνώντας από τον Ντεγκά, τον Μανέ, τον Γκόγια. Πρόκειται για εκκωφαντική ηχώ της συγχρονης μισανδρίας.

Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, όπως το δείχνει η Annie Le Brun, το εμμονικό μίσος αυτού του νεο-φεμινισμού για την ψυχανάλυση έχει αποκρύψει το ότι χωρίς τον Φρόυντ «η έννοια της φαλλοκρατίας θα ήταν αδιανόητη» και το πως οφείλουμε σε αυτόν το ότι έχουμε ανατρέψει την ιδέα που οι άνδρες και οι γυναίκες έχουν για τους εαυτούς τους.

Η Annie Le Brun δείχνει με αξιοσημείωτο τρόπο το πώς το μυστήριο μιας απόλυτης θηλυκότητας ξεδιπλώνεται μέσα σε ένα αστυνομικό κλίμα: με την αστυνόμευση της γλώσσας την οποία πρέπει να κάνουμε θηλυκή, με ηθικολογία που είναι κουφή και ενοχοποιός. Όταν κυνηγάμε το φαλλό, πάντα καταλήγουμε να καταλαμβάνουμε τη θέση του. Εν συντομία, ανησυχεί, και δικαιολογημένα, ότι ο λόγος κάποιων γυναικών, ανακαλύπτοντας ότι είναι ακρωτηριασμένος, καταλήγει να επιβάλει τη σιωπή.

Το κοινό λάθος

Εμφανίζεται μια αδυσώπητη λογική: θέλοντας τη συστηματική αποδόμηση των «αλλοτριωμένων αναπαραστάσεων στο ανδρικό βλέμμα», ο φεμινιστικός λόγος προσανατολίστηκε και εξύψωσε το βλέμμα των γυναικών πάνω στο ίδιο τους το σώμα, το υψηλό σώμα του διάσημου Speculum ή του Ainsi soitelle (5). Το ζητούμενο ήταν να στοχεύσουμε την ομοιότητα των συναρπαστικών σωμάτων για να συσπειρωθούμε καλύτερα, ή για να συσπειρωθούμε ώστε να μοιάζουμε* μεταξύ μας περισσότερο, μέσα στην κοινότητα της «ευτυχούς αδελφότητας»*. Δηλαδή η ίδια λογική που οδήγησε το σημερινό νεο-φεμινισμό να τοποθετήσει τη διεκδίκηση του γυναικείου φύλου στο ίδιο το σώμα … με τη διαφορά ότι στην περίπτωση αυτή πρόκειται για σώμα σε αποσπασμένα κομμάτια, τρισδιάστατο, ένα σώμα femen, απογυμνωμένο από κάθε κατ’ επίφασιν.

Από το αιδοίο με δόντια στο αιδοίο με φτερά, η φεμινιστική λογοτεχνία της δεκαετίας του 1970 διατήρησε τις προκαταλήψεις για μια φύση, για την οποία «πιστεύουμε ότι διαβάζουμε το ίχνος της στο σώμα». Τελικά, είναι πάντοτε αυτό το οποίο ο Λακάν ονομάζει το «κοινό λάθος» (6), που διακυβεύεται, αυτό που συνίσταται στην παραγνώριση του ότι είναι η γλώσσα (language) που θεμελιώνει τη φυσικότητα της διάκρισης των φύλων. Και καθώς δεν υπάρχουν δευτερεύοντα έμφυλα χαρακτηριστικά για τη γυναίκα παρά μόνο για τη μητέρα, όπως υποστηρίζει ο Λακάν, βλέπουμε να επιστρέφει εντελώς λογικά η μητέρα ως επικάλυμμα της γυναίκας, πράγμα που η Annie Le Brun δεν παραλείπει να υπογραμμίσει.

Απομάγευση της γυναικείας αρχής (principe)

Τι είναι, λοιπόν, αυτό που συνέβη ώστε από το « cet air affranchi de l’aurore », το οποίο κάποιες γυναίκες στις αρχές αυτού του αιώνα ήξεραν πώς να κάνουν να γεννηθεί, καταλήξαμε σε μια τέτοια αποσάρθρωση της σκέψης; Αυτή είναι η ουσιώδης ανησυχία της Annie Le Brun: μία φάση έχει χαθεί σε αυτήν την ιστορική στιγμή κατά την οποία γινόταν δύσκολο να πιστεύουμε πλέον ότι «οι άνδρες ήταν άνδρες σαφώς ορισμένοι και οι γυναίκες αποφασισμένες γυναίκες» (7). Θα μπορούσαμε να ελπίζουμε, παρατηρεί, να ξεφύγουμε από το βάρος δύο χιλιάδων χρόνων χριστιανισμού. Αυτή η στιγμή δεν είναι εκείνη, την οποία ο Λακάν προσδιόρισε ως απομάγευση της γυναικείας αρχής (principe) που προκλήθηκε από την εξαφάνιση του πατέρα (8); Το ερώτημα που θέτει η Annie Le Brun μας ωθεί να εξετάσουμε, για σήμερα και για αύριο, αυτό το οποίο συνέβαλε στην απόκρυψη αυτής της απομάγευσης.

Ανατροπή από το Ενικό

Η Annie Le Brun δε μασά τα λόγια της: αν και ο φεμινισμός έχει ηλικία μόλις δύο αιώνων, έχει γίνει μια γηράσκουσα ιδέα. Σε αυτόν το λόγο αντιπαραθέτει την αναγκαιότητα: «Δεν υπάρχει σκέψη ειδικά γυναικεία, δεν υπάρχουν εδώ ή εκεί παρά όντα που μία μέρα αισθάνονται αναγκασμένα να παραβιάσουν τα όρια που τους έχουν τεθεί. Το ότι αυτά τα όντα είναι γυναίκες δεν αλλάζει τίποτε σε αυτό». Και για να παραθέσουμε την Louise Michel, τη Flora Tristan, τις γυναίκες της Κομμούνας…, των οποίων η εξέγερση βρήκε τις πηγές της στην καρδιά μιας ζωής υπό απειλή, ωθώντας τες να επινοήσουν με πάθος την ιδιαίτερη δική τους και τη συλλογική μοίρα. Είναι πάντοτε εν όψει μιας κατάστασης που κάνει τη ζωή αδύνατη «μέσα σε ένα κόσμο που εργάζεται ασταμάτητα για να τις αναγάγει στον κατώτερο κοινό παρονομαστή της φύσης τους» που μια ρήξη επιβάλλεται κάθε φορά στις γυναίκες, οι οποίες βρήκαν τη θέση τους μέσα στην πάλη «χωρίς να το ζητήσουν», όπως το λέει η Louise Michel, για να απαλλαγούν από μια αδράνεια που ύπουλα τις γυρίζει πίσω στα σώματά τους.

Πέραν αυτών, η κατανόηση την οποία επιτρέπει η κριτική της Annie Le Brun, οι θέσεις της και οι διαισθήσεις της είναι εκπληκτικές. Δεν της αρκεί να καταγγέλλει τον «σταλινισμό σε μεσοφόρια» όπως ακριβώς το «φαλλοκρατικό σταλινισμό». Με γραφή τόσο ακριβή όσο και διαυγή, με εξαιρετική φρεσκάδα, προσπαθεί να εξηγηθεί ως προς τη θέση της, θέση που θα προσδιορίσω ως σωστή σε σχέση με αυτό που συλλαμβάνει ως οφθαλμαπάτες του είναι. Είναι για να μην αναλύσουμε τον ίλλιγγο του «κενού του ρήματος είναι», θα λέγαμε μαζί με τον Λακάν, που ένας συγκεκριμένος τύπος στράτευσης καταλήγει να επιβάλει «μια υποχρέωση να είμαστε» την οποία η Annie Le Brun βρίσκει αποκρουστική. Σε απόσταση από το κτίσιμο ενός «νέου ανθρώπου», η διάθεσή της κινείται προς εκείνους που «αρκούνται να είναι εξαιρέσεις». Και πώς να τοποθετήσουμε μια εξαίρεση, αν όχι εκεί όπου υπάρχουμε πραγματικά, με τον μοναδικό για τον καθένα τρόπο απόλαυσης;

«Έχω στηρίξει την υπόθεσή μου στο κενό»

Το έχουμε καταλάβει: Η Annie Le Brun προτιμά να αμφιβάλει για τη θηλυκότητά της και να αφήσει σε άλλους «το αστυνομικό έργο του ορισμού της». Η αναζήτησή της την φέρει αλλού, την φέρει αντιμέτωπη με μια ορισμένη γυμνότητα, όπου από «ό,τι από τα πάθη της και τις αρνήσεις της είναι βαθύτερα θαμμένο, το Μοναδικό κατακτά το χώρο του πάνω στο τίποτε». Κατ τη γνώμη της, αυτό το τίποτε, οι γυναίκες έχουν το προνόμιο των γυναικών να γνωρίζουν την παρουσία του στην καρδιά αυτών των ιδίων.

Είναι χάρη στην ώθηση αυτού του αντικειμένου τίποτε, χάρη σε αυτήν την «πείνα» (famine), σύμφωνα με τα λόγια της, η οποία δεν υποχωρεί ούτε υπό την επιρροή του γένους ούτε υπό την πίεση των κοινωνικών ρόλων, που η πηγή των ουσιωδών ρήξεων αναδύεται στην καρδιά του καθενός.

«Μη πιστεύοντας στα θαύματα του να το έχω για να θεραπεύσω τις ελλείψεις του είναι, στήριξα την υπόθεσή μου στο κενό», υποστηρίζει η Annie Le Brun. Δεν είναι η υπόθεση του «μέσα μας, αυτό θέλει», που μας ωθεί να προχωρήσουμε, να πούμε, να κάνουμε; Αποκαλύπτει τον εαυτό της μέσα σε μια αναλυτική θεραπεία ως κενό. Δεν προσφέρεται να γίνει λάβαρο. Ως εκ τούτου, πώς μπορεί το κενό της υπόθεσης να συνδεθεί με μια συλλογική δράση; Είναι με τη συρραφή του στη γλώσσα, με την τοποθέτησή του μέσα στον Άλλο, που η αιτία συναντά τη συλλογική ορμή ή την αλληλεγγύη μιας συλλογικότητας.

  1. Cf. Le Brun A., « Contre le néo-féminisme », Lacan Quotidien, n° 911, 28 janvier 2021.
  2. Le Brun A., Vagit-prop [1988], Lâchez tout [1986] et autres textes, Ramsay/J.J. Pauvert, 1990, Sandre, 2010.
  3. Beauvoir (de) S., Le Deuxième Sexe, t. II, Gallimard, coll. Foloi essai,1986, p. 226.
  4. Lacan J., Le Séminaire, livre XIX, …ou pire, Paris, Seuil, 2011, p. 105.
  5. Speculum, της Luce Irigaray· Ainsi soit-elle, της Benoîte Groult.
  6. Lacan J., Le Séminaire, livre XIX, …ou pire, op. cit., p. 17.
  7. René Nelli, Érotique et civilisation, cité par A. Le Brun.
  8. Cf. Lacan J., « Les complexes familiaux » (1938), Autres écrits, Paris, Seuil, 2001, p. 84.

Amazon.fr - Vagit-prop, Lâchez tout et autres textes - Annie Le Brun -  Livres

Το κείμενο δημοσιεύθηκε στο Lacan Quotidien, No 914, 16.02.2021. Τίτλος πρωτοτύπου: Entre ma vie et le néo-féminisme.

Μετάφραση: Αλέξανδρος Ηλίας

* (Σημ. του μεταφρ.) Femellitude: Πρόκειται για νεολογισμό επινοημένο από την Xavière Gauthier. Σχηματίζεται από τη λέξη femelle με πρότυπο τον όρο négritude. Καλύπτει τα ψυχικά και κοινωνικά χαρακτηριστικά που σχηματίζουν τις γυναίκες ως σύνολο απομονωμένο από την υπόλοιπη κοινωνία. Ελλείψει (από όσο γνωρίζω) ισοδύναμου όρου στην ελληνική γλώσσα, τον απέδωσα ως «περιούσια θηλυκότητα», εκμεταλλευόμενος τη σημασιολογική συγγένεια με τον προσδιορισμό που συχνά χρησιμοποιείται από έναν ορισμένο λόγο για τον ελληνικό λαό.

* Στο πρωτότυπο: se rassembler pour mieux se ressembler. Η συνήχηση χάνεται στα ελληνικά.

* Στο πρωτότυπο: sororité, το οποίο δηλώνει την ιδιότητα ειδικά της αδελφής, σε αντίθεση με το ελληνικό αδελφότητα που δεν κάνει διάκριση φύλου.

Κλασσικό

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για την εξάλειψη των ανεπιθύμητων σχολίων. Μάθετε πως επεξεργάζονται τα δεδομένα των σχολίων σας.