Ελληνικός εμφύλιος πόλεμος,Μνήμη,Πολιτική

Νάξος: το ηθικό μειονέκτημα της δεξιάς

του Άκη Γαβριηλίδη

 

Tη δεκαετία του 90, είχε γνωρίσει ιδιαίτερη διάδοση ένας τύπος λόγου βασισμένος στο ρητορικό ερώτημα «για σκεφτείτε τι θα είχε γίνει αν είχε επικρατήσει η αριστερά στον εμφύλιο», αυτή τη φορά ενισχυμένος και από την δημόσια αυτομαστίγωση μετανοημένων αριστερών («ευτυχώς που δεν νικήσαμε σύντροφοι» και δε συμμαζεύεται). Η αυτομαστίγωση αυτή παρατείνεται άλλωστε και στις μέρες μας από νέες γενιές μεταμεληθέντων (και μεταμεληθεισών, π.χ. Σώτη Τριανταφύλλου).

Την εβδομάδα που πέρασε, προέκυψε ένα περιστατικό το οποίο, αν ενταχθεί σε μια προοπτική, δίνει στο υποθετικό αυτό ερώτημα μία έμπρακτη απάντηση αρκετά διαφορετική από αυτήν που εκλαμβάνεται ως αυτονόητη (ότι δηλαδή θα είχε επικρατήσει ένα καθεστώς μονομέρειας και μισαλλοδοξίας). Όπως έγινε γνωστό, το δημοτικό συμβούλιο της Νάξου απέρριψε πρόταση να προστεθεί η προσωνυμία «Μανώλης Γλέζος» στον τίτλο του Γενικού Λυκείου του νησιού, στη βάση τού ότι «το σχολείο δεν πρέπει να ταυτιστεί με ένα πρόσωπο συνδεδεμένο με συγκεκριμένο πολιτικό χώρο» και ότι «δεν πρέπει  να παρθεί εν βρασμώ κάποια διχαστική πρόταση».

 

Δεν τρέφω κάποιον άκριτο θαυμασμό για τον Μανόλη Γλέζο, αντίθετα στο παρελθόν έχω ασκήσει δριμύτατη κριτική σε διάφορες δηλώσεις και ενέργειές του.

Αυτό δεν μου στερεί –αντιθέτως, μου δίνει ακόμα περισσότερο- το δικαίωμα να συμπεράνω ότι όσοι απέρριψαν την ιδέα αποδεικνύονται, συγκριτικά, ως η προσωποποίηση της μικρότητας, της μνησικακίας και της δειλίας.

Η σύγκριση είναι εν προκειμένω διαθέσιμη μπροστά στα μάτια μας: ο ίδιος ο Γλέζος, το διάστημα που άσκησε καθήκοντα τοπικού αυτοδιοικητικού άρχοντα ως δήμαρχος της Απειράνθου τη δεκαετία του 80, είχε ανεγείρει μνημείο στους δεκάδες άοπλους πολίτες (γέρους, γυναίκες, παιδιά) που δολοφονήθηκαν, ή τραυματίστηκαν και έμειναν εφ’ όρου ζωής ανάπηροι, το 1916 από τον βενιζελικό στρατό (για την ακρίβεια, ναυτικό) εισβολής και κατοχής της Νάξου, επειδή το νησί –και ειδικά το συγκεκριμένο χωριό- αρνήθηκαν να δηλώσουν την πίστη τους –και να στείλουν τα παιδιά τους ως φαντάρους- για το κράτος της Θεσσαλονίκης[1]. Και αυτό παρά τις αντιρρήσεις και τη δυσαρέσκεια των ΠΑΣΟΚων, και την αμήχανη σιωπή της αριστεράς, που δεν ήθελαν να γίνεται πολύς λόγος για τα εγκλήματα του βενιζελισμού.

Πρόκειται για ένα επεισόδιο το οποίο έχει απωθηθεί στα περιθώρια της δημόσιας μνήμης, και το οποίο στα χρόνια του δίχασε πολύ περισσότερο τους Ναξιώτες και τους Αιγαιοπελαγίτες γενικά, οι οποίοι εκτός κάποιων εξαιρέσεων δεν σημαδεύτηκαν και τόσο πολύ από τον εμφύλιο της δεκαετίας του 40.

Είναι ένα από τα λίγα ομολογουμένως δείγματα γραφής που έχουμε από τη διαχείριση δημοτικών πραγμάτων εκ μέρους του «συγκεκριμένου πολιτικού χώρου» στον οποίο ταξινομείται ο Γλέζος. Πάντως, από τον άλλο «συγκεκριμένο πολιτικό χώρο» έχουμε ευρύτατο στατιστικό δείγμα, το οποίο συναποτελούν ουσιαστικά όλοι οι δρόμοι, οι πλατείες, τα αγάλματα, τα ιδρύματα, όλος ο δημόσιος χώρος των ελληνικών πόλεων και χωριών. Σε αυτό το δείγμα, αφθονούν ονόματα πολιτικών που επίσης δίχασαν και ως ένα βαθμό εξακολουθούν να διχάζουν την ελληνική κοινωνία, και που πάντως δεν χαρακτηρίζονται από ιδιαίτερη πολυμέρεια αλλά αντιθέτως είναι σε τέτοιο βαθμό επαναληπτικά, που προκαλούν συχνά σύγχυση. Αν κανείς κάνει το λάθος να βάλει στο Google maps το όνομα του ηθικού αυτουργού των δολοφονιών της Απειράνθου, χωρίς άλλο προσδιοριστικό, το αποτέλεσμα θα είναι ένας πλήρης κατάλογος των δήμων και των κοινοτήτων της Ελλάδας –χωρίς να αναφέρουμε αεροδρόμια, νοσοκομεία κ.λπ. Και αυτό δεν είναι το χειρότερο: στη Θεσσαλονίκη, μέχρι πρόσφατα, υπήρχαν οδοί Περικλέους Βιζουκίδου και Αθανασίου Χρυσοχόου, δύο γνωστών δοσιλόγων επί κατοχής. Χρειάστηκαν τεράστιες προσπάθειες για να αλλάξουν αυτά τα ονόματα, ενώ οι απόγονοι του δεύτερου ακόμα σέρνουν στα δικαστήρια τον Τριαντάφυλλο Μηταφίδη για … συκοφαντική δυσφήμιση επειδή είπε το αυτονόητο: ότι ο Χρυσοχόου ήταν συνεργάτης των ναζί. Φαίνεται, όσοι έδωσαν τα ονόματα αυτά χωρίς κανένα «βρασμό» αλλά σε ήρεμη ψυχική κατάσταση, εκ προμελέτης, δεν δίχαζαν την κοινωνία· θα την διχάσει τώρα όποιος δώσει κάπου το όνομα εκείνου που κατέβασε τη ναζιστική σημαία από την Ακρόπολη.

Τα ίδια και χειρότερα συμβαίνουν με πόλεις όπως τα Γιαννιτσά, η Φλώρινα ή η Καστοριά, που αν κανείς έκρινε από τα ονόματα των οδών τους θα νόμιζε ότι αποτελούν στρατόπεδα.

Αυτό φυσικά δεν οφείλεται σε έλλειψη φαντασίας. Οφείλεται στην εκδικητικότητα που χαρακτηρίζει την άρχουσα τάξη της Ελλάδας, όσους θεωρούν ότι η διαχείριση των δημοσίων πραγμάτων αποτελεί αυτονόητα ιδιοκτησία τους, χωράφι τους κληρονομικώ δικαιώματι, και ότι δεν οφείλουν να παραχωρήσουν ούτε σπιθαμή από το χωράφι αυτό. Δείγματα αυτής της πεποίθησης βλέπουμε και στις μέρες μας.

Ένας άλλος τρόπος όμως να πούμε το ίδιο πράγμα είναι ότι οφείλεται στο φόβο τους. Στο φόβο ότι, αν κάνουν έστω μία μικρή παραχώρηση, το πλεκτό θα αρχίσει να ξηλώνεται, ότι η εξουσία τους θα αρχίσει να υπονομεύεται και να αμφισβητείται.

Ο φόβος αυτός, όπως κάθε φόβος, επιφέρει ήδη στο σήμερα αυτό που θέλει να αποφύγει στο αύριο. Όποιος δείχνει ότι μνησικακεί και περιχαρακώνεται, αρνούμενος να παράσχει οποιαδήποτε αναγνώριση στον άλλο «συγκεκριμένο πολιτικό χώρο» (τον οποίο δεν τολμά καν να κατονομάσει), ήδη δείχνει ότι έχει ένα ηθικό μειονέκτημα σε σχέση με τον χώρο αυτόν, ένα σύμπλεγμα κατωτερότητας (το οποίο, όπως συνήθως, προσπαθεί διαρκώς να αντισταθμίσει αναπτύσσοντας ένα αβάσιμο αίσθημα ανωτερότητας –πρβλ. «αριστείες», Χάρβαρντ και τα τοιαύτα).

Φυσικά, το ηθικό αυτό μειονέκτημα γίνεται αυτόχρημα πολιτικό. Διότι έτσι ο αυτοδιορισμένος «άριστος» υπενθυμίζει ανά πάσα στιγμή σε όλους ότι εκφράζει τη μερικότητα, όχι την καθολικότητα· έτσι, καθίσταται στον αντίστοιχο βαθμό ανίκανος να επικαλεστεί το γενικό συμφέρον. Η res publica, δηλαδή το δημόσιο πράγμα, ή η πόλις επί το αρχαιοελληνικότερον, βασίζεται στο μή μνησικακεν μετά από μία στάσιν, έναν εμφύλιο πόλεμο· στην αμνηστία, με τη νομική και τη γενικότερη έννοια, όπως έδειξε πρόσφατα ο Αγκάμπεν και πριν απ’ αυτόν η Νικόλ Λορώ, βασισμένοι στον Θουκυδίδη. Όποιος αρνείται να παραχωρήσει σε «συγκεκριμένο πολιτικό χώρο» έστω και ένα όνομα δρόμου ή πλατείας, τότε του παραχωρεί τους ίδιους τους δρόμους και τις πλατείες –την εκτίμηση και τη συμπάθεια όλων όσων κινούνται ή μπορεί κάποια στιγμή να κινη(τοποιη)θούν εκεί. Την οποία δεν μπορεί να ανακτήσει όσες ζαρντινιέρες με ουασινγκτώνιες και αν τοποθετήσει.

Πέντε χρόνια πριν... Οταν ο Αλέξης Γρηγορόπουλος έπεφτε νεκρός στα ...

[1] Βλ. σχετικά: Νίκος Ι. Λεβογιάννης, φιλόλογος-πρώην βουλευτής, Νεότερη ιστορία της Νάξου 1800-2000, β΄ τόμος, αυτοέκδοση, Αθήνα 2016· επίσης, Άκη Γαβριηλίδη, Ο Ασιάτης Σεφέρης, Ασίνη, (υπό έκδοση –πιθανότατα 2020).

 

 

 

Κλασσικό

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.