Γλώσσα,Εθνικισμός,Πολιτική

Η μακεδονική γλώσσα και οι λαθροχειρίες του κ. Ντίνα

του Άκη Γαβριηλίδη

 

Κατά την περίοδο της ελληνικής αντιμακεδονικής υστερίας που ξεκίνησε το 1990 και, ως ένα βαθμό, συνεχίζεται μέχρι σήμερα, η αλήθεια δεινοπάθησε ίσως περισσότερο και απ’ ό,τι σε περίοδο πραγματικών πολέμων.

Ένα από αυτά τα δεινοπαθήματα είναι και το εξής.

Όπως γνωρίζει ή μπορεί να μάθει ο καθένας που ασχολείται με το ζήτημα, η γλώσσα που μιλιέται στη σημερινή Δημοκρατία της Βόρειας Μακεδονίας και αλλού στον κόσμο από εθνοτικά Μακεδόνες, λέγεται μακεδονική. Έτσι λεγόταν πάντοτε –όσον καιρό υπάρχει φυσικά, για πριν δεν τίθεται ζήτημα- από όλους ανεξαιρέτως –από όσους και όποτε χρειαζόταν να αναφερθούν σε αυτήν φυσικά, για τους άλλους δεν τίθεται ζήτημα.  Μόνο από το 1990 και μετά, οι Έλληνες εθνικιστές αποφάσισαν ότι το όνομα αυτό δεν τους αρέσει και δεν πρέπει να χρησιμοποιείται. Σύντομα μετά, αποφάσισαν να εκλάβουν την (αρνητική) επιθυμία τους για πραγματικότητα και να ενεργούν σαν το σημαίνον αυτό να μην χρησιμοποιείται όντως, να μην υπάρχει. Και ακόμα αργότερα, σαν να μην είχε υπάρξει και χρησιμοποιηθεί ποτέ από κανέναν.

Από ψυχαναλυτική άποψη, θα μπορούσε κανείς να πει ότι έχουμε εδώ μία κλασική περίπτωση ψύχωσης, δηλαδή άρνησης (διάκλεισης) της απώλειας του φαλλού. O μόνος λόγος που διστάζω να πω κάτι τέτοιο, είναι ότι, εκ πρώτης όψεως, δεν υπήρξε καμία πραγματική απώλεια: υπήρξε εκ των υστέρων νοηματοδότηση ενός συμβάντος, ή μάλλον μίας κατάστασης που διήρκεσε δεκαετίες, ως «απώλειας» ενός δικού μας πράγματος (του «ονόματος Μακεδονία»).

Αυτό, βέβαια, σύμφωνα τουλάχιστον με μία λακανικού τύπου προσέγγιση, δεν αποκλείει αλλά μάλλον επιρρωνύει τον παραλληλισμό· διότι πάντοτε η απώλεια νοηματοδοτείται εκ των υστέρων ως τέτοια. Εν πάση περιπτώσει, το ζήτημα αυτό δεν μπορεί να επιλυθεί σε αυτό το σημείωμα.

Αυτό που ενδιαφέρει εδώ είναι ότι στη συγκρότηση και τη διατήρηση αυτής της συλλογικής συναινετικής ψύχωσης συνέβαλαν καθοριστικά οι Έλληνες επιστήμονες, και εν προκειμένω οι γλωσσολόγοι. Ευτυχώς όχι όλοι, μάλλον ούτε καν οι περισσότεροι: το μεγαλύτερο μέρος της ακαδημαϊκής κοινότητας, προς τιμήν του, απέφυγε να ρίξει λάδι στη φωτιά της επιθετικότητας και της μισαλλοδοξίας που γεννά κάθε φορά η οργή από την επάνοδο του απωθημένου. (Βλ. π.χ. το άρθρο της Αλεξάνδρας Ιωαννίδου Όχι «σλαβική διάλεκτος», γλώσσα είναι!). Λίγοι όμως γλωσσολόγοι δεν αντιστάθηκαν στον πειρασμό να αναδειχθούν σε δημ-αγωγούς, δηλ. καθοδηγητές του όχλου, και αυτοί ήταν (ή έγιναν) οι πλέον προβεβλημένοι, με αποτέλεσμα η έντιμη και διανοητικά συνεπής στάση των υπολοίπων να περάσει ως ένα βαθμό απαρατήρητη.

Σε ένα τέτοιο παράδειγμα, το πιο γνωστό, έχω ήδη αναφερθεί σε προηγούμενα σημειώματα. Σε αυτό εδώ θα αναφερθώ σε ένα άλλο, λιγότερο διάσημο, αλλά πιο εκτενές και γι’ αυτό πιο πρόσφορο για να καταλάβουμε πώς λειτουργεί ο μηχανισμός της συναινετικής αυτο- και ετερο-παραπλάνησης. Πρόκειται για ένα άρθρο του Κώστα Δ. Ντίνα, καθηγητή Γλωσσολογίας – Ελληνικής Γλώσσας και διδακτικής της στο Πανεπιστήμιο Δυτικής Μακεδονίας, με τίτλο «Γλώσσα ή διάλεκτος; Iδού το ερώτημα».

Καταρχάς, ήδη από τον τίτλο είναι σαφές ότι το εγχείρημα θέτει εαυτό εκτός της επιστημονικής αναζήτησης. Διότι το εν λόγω ερώτημα το οποίο δηλώνεται σχεδόν με θράσος ότι αποτελεί αντικείμενό του, είναι ένα ερώτημα το οποίο δεν προέκυψε στο πλαίσιο καμίας επιστημονικής συζήτησης και έρευνας, αλλά απλώς εξυπηρετεί βραχυπρόθεσμες ιδεολογικοπολιτικές σκοπιμότητες του ελληνικού εθνικισμού. Γι’ αυτό και ο ενδιαφερόμενος δεν μπήκε καν στον κόπο να υποβάλει το εν λόγω πόνημα σε κάποιο σοβαρό επιστημονικό περιοδικό με ανώνυμο έλεγχο εξ ομοτίμων, παρά το δημοσίευσε σε μια ανυπόληπτη έκδοση της Παιδαγωγικής Σχολής Φλώρινας με την εύγλωττη επωνυμία … Mακεδνόν[1].

Η εντύπωση που δημιουργεί ήδη ο τίτλος, επιβεβαιώνεται ήδη από την πρώτη φράση του κειμένου.

1

Ο ισχυρισμός αυτός είναι φυσικά εσφαλμένος, και σκοπίμως παραπλανητικός –όπως πρόκειται να είναι όλο το εγχείρημα που αρχίζει με αυτόν.

Η διατύπωση «δεν έδωσε ακόμα», δημιουργεί στον αναγνώστη την εντύπωση ότι υπάρχει, στο εσωτερικό της «επιστήμης της Γλωσσολογίας», ένα ανοικτό και βασανιστικό πρόβλημα που όλοι οι γλωσσολόγοι σπάνε το κεφάλι τους να λύσουν και δεν τα έχουν καταφέρει ακόμα, αλλά πού θα πάει μια μέρα θα τα καταφέρουν. Αυτό δεν συμβαίνει. Στο εσωτερικό της γλωσσολογικής ακαδημαϊκής κοινότητας υπάρχει ευρύτατη συναίνεση ότι το ερώτημα αυτό δεν είναι δυνατόν, ούτε έχει κάποιο ενδιαφέρον να απαντηθεί με τα μέσα και τους όρους της επιστήμης, και ότι είναι πρωτίστως ζήτημα ιστορικό, πολιτικό και ιδεολογικό.

Εάν λοιπόν ως γενικό πλαίσιο της έρευνας ορίζεται ένα ανύπαρκτο πρόβλημα, ευλόγως και η εξειδίκευση της υποτιθέμενης «έρευνας» οδηγεί σε νέα ψευδοπροβλήματα.

Στα τυπικά εξωτερικά γνωρίσματα μιας επιστημονικής έρευνας υποτίθεται ότι περιλαμβάνεται και η επισκόπηση της μέχρι τώρα βιβλιογραφίας για το θέμα. Έτσι και ο Ντίνας, για να τηρήσει τα προσχήματα, καταπιάνεται να κάνει μια τέτοια επισκόπηση. Προσκρούει όμως σε μια απρόβλεπτη δυσκολία: απλούστατα δεν υπάρχει τίποτε να επισκοπήσει. Δεν υπάρχει ούτε ένα επιστημονικό βιβλίο, άρθρο, ανακοίνωση σε συνέδριο, μέιλ, επιστολή, προφορική συνομιλία, που να συμφωνεί με τον ισχυρισμό του τίτλου ότι το δίλημμα «γλώσσα ή διάλεκτος» είναι «το» ερώτημα –ή ότι είναι καν ένα ερώτημα μεταξύ πολλών.

Η έλλειψη αυτή δεν αποθαρρύνει τον ακάματο ερευνητή, ο οποίος καταφεύγει σε μία κουτοπονηριά: αντικαθιστά το ερώτημα αυτό με ένα άλλο ερώτημα περί της «ένταξης» της μακεδονικής «στην μεγάλη σλαβική οικογένεια» και παραθέτει μία –ούτως ή άλλως ισχνή- βιβλιογραφία για αυτό το δεύτερο ερώτημα! Η ανεντιμότητά του όμως είναι τέτοια, που αυτή την υποκατάσταση δεν την δηλώνει ρητά· μιλά για δύο διαφορετικά πράγματα χωρίς ξεκαθαρίζει πότε μιλά για το ένα και πότε για το άλλο. Έτσι, διά της μεθόδου της διολίσθησης, στις τελευταίες προτάσεις καταλήγουμε να διαβάζουμε ότι αυτή η υποτιθέμενη «διαμάχη» (σε μια κουταλιά νερό) αφορά τη φυσιογνωμία της μακεδονικής γλώσσας, το αν αποτελεί «αυτοτελή και ανεξάρτητη γλώσσα». Ενώ οι συγγραφείς τους οποίους επικαλείται δεν μιλούν γι’ αυτό.

1

Όχι βέβαια ότι εδώ τα πράγματα είναι πολύ καλύτερα για τον Ντίνα, αφού δυσκολεύεται τρομερά να βρει κάποια άξια λόγου στοιχεία. Γι’ αυτό, αναγκάζεται να καταφύγει σε τεχνητή διόγκωση των ελάχιστων που βρίσκει προκειμένου να σκηνοθετήσει μια «διαμάχη» εκεί που καμία δεν υπάρχει. Διότι η διαβεβαίωση της πρώτης πρότασης είναι φυσικά ψευδής: καμία απολύτως συζήτηση, και μάλιστα «έντονη», δεν συνέβη ποτέ και πουθενά εντός της γλωσσολογικής κοινότητας έστω και γι’ αυτό το δεύτερο ερώτημα. Τι ένταση να υπάρξει για το αν είναι προτιμότερο το «σερβοκροατική γλωσσική ενότητα» από το «σλαβική της ανατολικής βαλκανικής»; Και μόνο το γεγονός ότι ο συγγραφέας παραπέμπει σε μία έκδοση του … 1937 (!) για μία «σύνοψη» αυτής της υποτιθέμενης διαμάχης, αρκεί από μόνο του για να μας πείσει περί αυτού[2]. Στην επισκόπησή του, ο Ντίνας δεν καταφέρνει να προσκομίσει ούτε ένα σύγγραμμα, οποιουδήποτε συγγραφέα, που να θεωρεί ως ανοιχτό πρόβλημα για τη γλωσσολογία το αν η μακεδονική είναι αυτοτελής γλώσσα και αν πρέπει να λέγεται έτσι ή κάπως αλλιώς. Από τα γραφόμενα προκύπτει ότι, στη διεθνή βιβλιογραφία, μόλις δύο (2) ερευνητές ασχολήθηκαν με το παντελώς αδιάφορο «υποκατάστατο» ερώτημα, και αυτοί εξέδωσαν τα έργα τους ο ένας το 1915 (!) και ο άλλος το 1952 (αλλά παρόλα αυτά τον «συνόψισε» ο βαν Βέικ το 1937). Και οι δύο πάντως αυτοί μιλάνε αυτονόητα για μακεδονική γλώσσα, όπως φαίνεται στους ίδιους τους τίτλους των έργων τους.

Η λαθροχειρία είναι τόσο χοντρή και προφανής, ώστε ο μόνος λόγος για τον οποίο θα δίσταζα να μιλήσω για απάτη, είναι ακριβώς η προφάνειά της! Ο Ντίνας, όπως κάθε ταχυδακτυλουργός, ποντάρει στην επιθυμία του ακροατηρίου του να εξαπατηθεί· θεωρεί δεδομένο ότι μιλάει σε ανθρώπους ήδη πεισμένους, για τους οποίους οι επιστήμες και οι βιβλιογραφίες είναι καθαρά τυπικού χαρακτήρα τελετουργίες, την ακρίβεια των οποίων κανείς δεν θα μπει στον κόπο να ψάξει –ή, και αν ψάξει, δεν θα ενοχληθεί από την ανακρίβεια. Ένας ακριβέστερος λοιπόν όρος για την τελετουργία αυτή θα ήταν «συλλογική συναινετική αυτοεξαπάτηση».

 

Εν πάση όμως περιπτώσει, με αυτά τα μισόλογα και τις αποσιωπήσεις ο συγγραφέας θεωρεί ότι έπεισε τους αναγνώστες του Μακεδνού για την ύπαρξη ενός φλέγοντος επιστημονικού προβλήματος, και στο υπόλοιπο καταπιάνεται να το επιλύσει.

Και πώς το επιλύει; Διά της ποσοτικής –ορθότερα, ίσως, μπακαλικής- μεθόδου.

Παίρνει ένα απόσπασμα κειμένου στα βουλγαρικά, και το συγκρίνει με το ίδιο απόσπασμα στην «ανύπαρκτη γλώσσα» (μερικές φορές καταδέχεται να χρησιμοποιήσει γι’ αυτήν τη λέξη που αρχίζει από μ, αλλά πάντοτε μέσα σε εισαγωγικά). Αφού ζυγίσει τα γραμμάρια, καταλήγει –όπερ έδει δείξαι- ότι δεν πρόκειται για διαφορετικές γλώσσες αλλά αυτονόητα η μία είναι διάλεκτος της άλλης[3].

1

Έτσι λοιπόν κλείνει αυτή η «πρώτη» στατιστική ανάλυση.

Πρώτη, αλλά και τελευταία. Ποτέ δεν επακολούθησε καμία δεύτερη.

Αυτό είναι ένα πρόσθετο δείγμα για τον τσαρλατανισμό του όλου εγχειρήματος.

Ακόμη και αν παρακάμψουμε τις πολλές και σοβαρές αντιρρήσεις που γεννά αυτή η ποσοτικοποίηση των γλωσσών, ακόμα και αν λάβουμε ως δεδομένη τη μέθοδο που επιλέγει ο Ντίνας, η έρευνά του είναι ανεπαρκής με τα ίδια τα δικά του κριτήρια. Διότι μία στατιστική σύγκριση ενός ζεύγους γλωσσών, ή ενός ζεύγους μεγεθών οιουδήποτε τύπου, δεν μπορεί βεβαίως να είναι από μόνη της αξιολογήσιμη· αυτά τα νούμερα που πετάει ο «ερευνητής», για να έχουν νόημα, θα πρέπει με τη σειρά τους να συγκριθούν με άλλα νούμερα. Αν λοιπόν η μακεδονική διαφέρει από τη βουλγαρική κατά «0,53%, 1,85% και 1,06%» αντίστοιχα, για να καταλάβουμε αν και πόσο μεγάλη ή μικρή είναι αυτή η διαφορά θα πρέπει να γνωρίζουμε τα αντίστοιχα μεγέθη για όλα τα δυνατά ζεύγη σλαβικών γλωσσών, ή έστω για κάποια απ’ αυτά –για να μη μιλήσουμε για ζεύγη λατινογενών ή σκανδιναβικών γλωσσών. Ένα κατοπτρικό ζεύγος από μόνο του είναι άγονο και αδιάφορο χωρίς τριγωνοποίηση. Σε αυτά τα 18 χρόνια όμως που μεσολάβησαν από την «πρώτη» ανάλυση, ούτε ο Ντίνας, ούτε κανείς άλλος μπήκε στον κόπο να συγκρίνει π.χ. την τσεχική με τη σλοβακική, τη σερβική με την κροατική, τη ρωσική με την ουκρανική και την πολωνική κ.ο.κ. ώστε να διαπιστώσει αν η μία εξ αυτών αποτελεί «διάλεκτο της άλλης». Αυτό και μόνο δείχνει ότι αυτό το ερώτημα δεν προέκυψε στο πλαίσιο της γλωσσολογίας ως επιστήμης, αλλά τέθηκε σε αυτήν –ή μάλλον, στους γλωσσολόγους· σε κάποιους γλωσσολόγους- εκ των έξω. Αυτό το «έξω» φυσικά δεν αποκλείεται καθόλου να είναι οι ίδιοι αυτοί οι γλωσσολόγοι καθόσον σκέφτονται και ενεργούν ως δημαγωγοί και όχι ως επιστήμονες, την ίδια στιγμή που επικαλούνται υποκριτικά την κρίση «επιστημόνων ξένων προς κάθε πολιτική σκοπιμότητα».

 

Είναι τεράστια η ευθύνη –δηλαδή, εν προκειμένω, η ανευθυνότητα- μεγάλου μέρους των Ελλήνων επιστημόνων, οι οποίοι, σαν ήρθε η ώρα να διαλέξουν, ξεπούλησαν πολύ φτηνά το σεβασμό που οφείλουν σε αρχές και δεοντολογίες.

Η ελληνική κοινωνία, όλο αυτό το διάστημα, παρέμεινε, και παραμένει, πεπεισμένη ότι η μακεδονική γλώσσα δεν λέγεται πραγματικά μακεδονική. Δεν λέγεται γενικώς. Με κανέναν τρόπο. Είναι μία γλώσσα χωρίς όνομα, και εναπόκειται στην διακριτική ευχέρεια του καθενός να βρει ένα κατάλληλο όνομα και να το προτείνει στους άλλους, και μάλιστα στους ίδιους τους Μακεδόνες.

Όταν λοιπόν στην κοινωνία κυριαρχεί μία τέτοια πεπλανημένη εντύπωση, η οποία μάλιστα τροφοδοτεί καταπάτηση δικαιωμάτων, υποτίμηση, μίσος, επιθετικότητα, και δημιουργεί κατά καιρούς σοβαρούς κινδύνους πολεμικής σύρραξης, χωρίς να προσφέρει απολύτως τίποτε στη χώρα και στη διεθνή της θέση πέρα από ακατανοησία και απομόνωση, δεν αποτελεί πατριωτισμό να χαϊδεύεις και να τροφοδοτείς τις φωνές που διακινούν αυτή την εντύπωση, προσθέτοντας σε αυτές το όποιο κύρος σου. Αντιθέτως, στοιχειώδες επιστημονικό, δημοκρατικό και πατριωτικό καθήκον είναι να την απενεργοποιήσεις και να ενημερώσεις τους συμπατριώτες σου ότι δεν ισχύει, ώστε αυτοί να μπορούν να λάβουν τις όποιες πολιτικές τους αποφάσεις μετά από ορθή ενημέρωση. Διαφορετικά, γίνονται συνένοχοι σε αυτή την καταπάτηση δικαιωμάτων, την υποτίμηση, το μίσος και την επιθετικότητα. Δεν παραγνωρίζω ότι αυτή η ευθυγράμμιση συμβάλλει τα μέγιστα όταν είσαι ύποπτος ως μέλος άλλης γλωσσικής μειονότητας και αποβλέπεις σε καρριέρα στο ελληνικό πανεπιστήμιο, ιδίως σε εκείνο που εδρεύει στην «εθνικά ευαίσθητη» περιοχή της Φλώρινας. Αλλά υποθέτω ότι ο καθένας κάνει τις σταθμίσεις του και τις επιλογές του.

ΕΠΟΣ" θα λέγεται το κόμμα που ετοιμάζουν οι... «Μακεδονομάχοι ...

[1] Τ. 9, του 2002. Ένα χρόνο αργότερα, το ίδιο ακριβώς άρθρο, στα ελληνικά, με πανομοιότυπη ακόμα και τη μορφοποίηση και τη σελιδοποίηση, δημοσιεύτηκε σε μία έκδοση στη Σόφια –τιμητικό τόμο για την επέτειο κάποιου Βούλγαρου καθηγητή. Πέρα από το γεγονός ότι η Βουλγαρία είναι η μόνη άλλη χώρα στον κόσμο όπου υπάρχουν ενστάσεις για την αυτοτέλεια της μακεδονικής, η δημοσίευση αυτή είναι ενδεικτική για την επιστημονικότητα της έκδοσης: κανένα σοβαρό έντυπο δεν δέχεται να αναδημοσιεύσει άρθρο που έχει ήδη δημοσιευθεί αυτούσιο αλλού.

[2] Η συγκεκριμένη παραπομπή αφορά το έργο (συλλογή διαλέξεων στη Σορβόννη) του Nicolas van Wijk, Les langues slaves. De lunité à la pluralité. Το ότι ο συγγραφέας μάς συνιστά να ενημερωθούμε για «τη φυσιογνωμία του γλωσσικού ιδιώματος της πΓΔΜ» από το έργο ενός συγγραφέα που πέθανε πριν καν αρχίσει να υπάρχει όχι η πΓΔΜ, αλλά η ίδια η ομόσπονδη Γιουγκοσλαβία, είναι ενδεικτικό της γελοιότητας του εγχειρήματος.

[3] Ακόμη και δεδομένου αυτού του συμπεράσματος, ο Ντίνας δεν εξηγεί για ποιο λόγο να θεωρήσουμε χωρίς άλλο ότι η μακεδονική είναι διάλεκτος της βουλγαρικής και όχι το αντίστροφο. Στο κάτω κάτω, οι Βούλγαροι, σύμφωνα με μία διαδεδομένη θεωρία που φαίνεται γενικά να γίνεται αποδεκτή και στην ελληνική «δημόσια ιστορία», ήταν τουρανικής καταγωγής, η δε αρχική τους γλώσσα ήταν τουρκικής προέλευσης. Άρα λοιπόν, εάν εγκατέλειψαν την αρχική αυτή γλώσσα και υιοθέτησαν μία σλαβική όταν έφτασαν στα Βαλκάνια, λογικό είναι να υποθέσουμε ότι την δανείστηκαν από όσους βρήκαν εκεί.

Κλασσικό

2 σκέψεις σχετικά με το “Η μακεδονική γλώσσα και οι λαθροχειρίες του κ. Ντίνα

  1. Δυστυχώς έχουμε γεμίσει από τέτοιες δήθεν επιστημονικές μελέτες. Όχι μόνο σε γλωσσικά θέματα. Πρέπει πλέον να κάνουμε έρευνα για το ποιος γράφει, που δημοσιεύει, ποιος τον πληρώνει πριν διαβάσουμε οτιδήποτε. Αυτόν τον καιρό, με τον κορονοϊό είδαμε τα πάντα.

    Στο συγκεκριμένο, πάντως, θα είχε ενδιαφέρον να δει κανείς και το συγκεκριμένο κείμενο που διαλέχτηκε για να γίνει η σύγκριση. Γιατί αν διαλέξουμε πχ ένα αγγλικό κείμενο σαν εκείνο του δήθεν λόγου του Ζολώτα που είναι όλο ελληνικές λέξεις, τότε θα βγάλουμε την αγγλική διάλεκτο της ελληνικής..

  2. Ο/Η Α.Γ. λέει:

    Πολύ σωστά!
    Εγώ δεν γνωρίζω ούτε βουλγαρικά, ούτε μακεδονικά, αλλά κάποιοι των οποίων τη γνώμη εκτιμώ μου είπαν ότι όντως η επιλογή του κειμένου (αυτοβιογραφία του Παρλίτσεφ) όντως προσφέρεται για να βγάλει συμπέρασμα ευνοϊκό για όποιον θέλει να αποδείξει ότι οι δύο γλώσσες μοιάζουν.
    (Που φυσικά μοιάζουν, αυτό το ξέραμε ήδη. Δεν χρειαζόμαστε κάποια ειδική έρευνα γι’ αυτό).

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.