Γλώσσα,Πολιτική

Μπαμπινιώτης: Βούλγαροι/ Πόντιοι

του Άκη Γαβριηλίδη

 

Το παρακάτω αποτελεί το κείμενο του λήμματος Λεξικό Μπαμπινιώτη στον συλλογικό τόμο Λεξικό λογοκρισίας στην Ελλάδα. Καχεκτική δημοκρατία, δικτατορία, μεταπολίτευση, που βγήκε από τις εκδόσεις Καστανιώτη το 2018 σε επιμέλεια Πηνελόπης Πετσίνη και Δημήτρη Χριστόπουλου

 

Το 1998, ο Γεώργιος Μπαμπινιώτης, ο άνθρωπος ο οποίος από τα τέλη του 20ού αιώνα έχει κατορθώσει το όνομά του να θεωρείται για το ευρύ κοινό ως περίπου συνώνυμο της ιδιότητας του γλωσσολόγου, εξέδωσε ένα Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας.

Η έκδοση προβλήθηκε εκτενώς από τον τύπο και χαιρετίσθηκε ως σημαντικό γεγονός από την κοινή γνώμη της Ελλάδας. Όχι όμως ολόκληρη: στο βόρειο μέρος της χώρας εμφανίστηκαν απρόσμενες αντιδράσεις και ενστάσεις. Πολλοί άνθρωποι δυσανασχέτησαν επειδή σε κάποια λήμματα, και ιδίως στα λήμματα Βούλγαρος και Πόντιος, μετά την κυριολεκτική απόδοση, αναφερόταν ως «καταχρηστική/ υβριστική» και η μειωτική σημασία με την οποία χρησιμοποιούνταν οι λέξεις αυτές, η μεν πρώτη εις βάρος ποδοσφαιριστών και οπαδών ομάδων της Θεσσαλονίκης, η δε δεύτερη εις βάρος οποιουδήποτε θεωρούνταν αφελής ή ανόητος «όπως οι Πόντιοι». Ένας δε ιδιώτης άσκησε και αγωγή κατά του Μπαμπινιώτη για προσβολή της προσωπικότητάς του. Με αυτήν ζητούσε, ως ασφαλιστικό μέτρο, να απαλειφθεί (!) η δεύτερη σημασία από κάθε αντίτυπο του λεξικού που δεν είχε ακόμη διατεθεί στο κοινό. Η αίτηση μάλιστα αυτή έγινε δεκτή από το Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης.

Η απόφαση τελικά αναιρέθηκε στον Άρειο Πάγο. Ωστόσο, η πρωτόδικη απόφαση, και κυρίως η όλη αναταραχή και οι διαμαρτυρίες, ουσιαστικά έφεραν αποτέλεσμα, διότι ο ίδιος ο ενδιαφερόμενος «αναπροσάρμοσε» το λεξικό του κατά τρόπο ώστε να μην ενοχλεί τις ευαισθησίες των θιγομένων· έτσι, σε νέα έκδοση του λεξικού, διόρθωσε κάθε αναφορά που είχε προκαλέσει – αλλά και όσες υπήρχε κίνδυνος να προκαλέσουν- διαμαρτυρίες.

 

Η περιπέτεια του λεξικού μάς επιτρέπει να συνάγουμε τα ακόλουθα συμπεράσματα όσον αφορά την εξέλιξη των λογοθετικών καθεστώτων εντός της ελληνικής κοινωνίας:

α) Για μία ακόμα φορά, η διακοπή του λόγου σε ένα σημείο, το μπλοκάρισμά του, πολλαπλασίασε τους λόγους σε άλλα σημεία. Το φαινόμενο αυτό το σημείωσε ίδιος ο ενδιαφερόμενος σε σχετικό άρθρο του, και μάλιστα το ενθάρρυνε περαιτέρω:

«Όσα συνέβησαν στην Ελλάδα με την έκδοση του Λεξικού μου αξίζει να μελετηθούν στις κοινωνικές προεκτάσεις τους (…), πέρα από τις νομικές πτυχές που αναλύθηκαν ήδη σε βάθος από διαπρεπείς νομικούς (…). Αξίζει να μελετηθεί [sic] δηλ. από κοινωνιολόγους και κοινωνιογλωσσολόγους …».

β) Μολονότι είχαμε παρέμβαση του κρατικού θεσμού, θα ήταν ακριβέστερο να πούμε ότι εν προκειμένω η λογοκρισία ήταν μάλλον έργο της «κοινωνίας των πολιτών», ή/ και της αγοράς, όχι του κράτους. Πάντως όχι με την παραδοσιακή έννοια μιας κυρίαρχης δύναμης που παρεμβαίνει εκ των άνω και εκ των έξω για να φιμώσει τους από κάτω, να παρεμβληθεί στις επικοινωνίες τους ως «παράσιτο».

Αυτό δεν σημαίνει βέβαια ότι στο επεισόδιο αυτό δεν διακυβεύθηκαν σχέσεις εξουσίας. Αλλά οι σχέσεις αυτές ήταν πιο διάχυτες και οριζόντιες, και οι εμπλεκόμενοι κατέτειναν κυρίως να διοχετεύσουν, να διαχειριστούν τη ροή των λόγων και όχι να την ακινητοποιήσουν.

Ειδικότερα, το ομιλών υποκείμενο, εκείνο για τον λόγο του οποίου τέθηκε το ζήτημα, οδηγήθηκε να αναδιατάξει αυτόν τον λόγο όχι λόγω της απειλής φυλάκισης ή βασανιστηρίων, όχι (μόνο) από φόβο νομικών κυρώσεων, αλλά κυρίως από επιθυμία να διατηρήσει ένα γόητρο, μία κοινωνική και εμπορική απήχηση.

γ) Όπως συνέβη και με το Μακρύ Ζεϊμπέκικο για το Νίκο (βλ. λ.), και εδώ φαίνεται να παίζει ρόλο μια διάκριση προφορικού/ γραπτού. Μόνο που, αντίστροφα απ’ ό,τι εκεί, στην παρούσα περίπτωση αυτό που πυροδοτεί τη δυσανεξία είναι το δεύτερο και όχι το πρώτο. Οι γλωσσικές χρήσεις «είστε Βούλγαροι»/ «Πόντιος είσαι;» κυκλοφορούσαν επί δεκαετίες, και αυτό ήταν γνωστό σε όλους. Κανείς όμως δεν είχε διανοηθεί να τις απαγορεύσει. (Αυτό βέβαια ήταν και πρακτικά δύσκολο: κατά καιρούς οι αθλητικές αρχές επιχειρούσαν να περιορίσουν τα «αντεθνικά συνθήματα», αλλά χωρίς κανένα αποτέλεσμα). Αντιθέτως, η λογοκριτική επιθυμία αφυπνίσθηκε μόλις αποτυπώθηκαν στο γραπτό λόγο.

Αυτό καταρχάς έχει να κάνει με το είδος του γραπτού λόγου: ένα λεξικό είναι φυσικά πολύ διαφορετική περίπτωση από το ενθετάκι ενός δίσκου. Όπως εύγλωττα υποστήριξε στο σκεπτικό του ο δικαστής του Μονομελούς, «Ένα καλό λεξικό δε μεταγράφει μόνο τη γλωσσική πραγματικότητα, αλλά έχει σαν αποστολή και να διδάσκει. Προσφεύγουμε σ’ αυτό για να μάθουμε» (οι υπογραμμίσεις δικές μου). Όταν μία γλωσσική χρήση βρίσκει τη θέση της στο λεξικό, τότε, κατά κοινή αντίληψη, το στάτους της «αναβαθμίζεται», παύει να είναι κουβέντα του δρόμου και γίνεται «του σαλονιού»· αποκτά μία μονιμότητα, αν όχι μια ιερότητα και περιωπή υποδείγματος.

δ) Κατά μείζονα λόγο ισχύει αυτό για ένα λεξικό με τη συγκεκριμένη υπογραφή.

Πράγματι, όταν βρέθηκε αντιμέτωπος με τις αιτιάσεις, ο Μπαμπινιώτης επιστράτευσε ως άμυνα τον περιγραφικό χαρακτήρα του λεξικού του. Η ένσταση όμως αυτή, και οι διαβεβαιώσεις περί «αξιολογικά ουδέτερης καταγραφής των γλωσσικών χρήσεων», ήταν δύσκολο να γίνουν πιστευτές όταν προέρχονταν από έναν επιστήμονα ο οποίος μέχρι τότε είχε ο ίδιος με κάθε τρόπο ευνοήσει την κανονιστική προσέγγιση και είχε οικοδομήσει μία δημόσια εικόνα κοινωνικού παιδαγωγού και εθνικού διορθωτή. Δηλαδή του κατεξοχήν προσώπου το οποίο γνωρίζει τη γλώσσα και άρα έχει την ικανότητα, την αρμοδιότητα και την επιθυμία να υπαγορεύει στους άλλους πώς πρέπει να μιλάνε. Το ίδιο άλλωστε συνεχίζει να κάνει και μέχρι σήμερα, μετά τη διαμάχη (τελείως ενδεικτικά αναφέρω τον χαρακτηριστικό τίτλο πρόσφατου έργου του: «Λεξικό των δυσκολιών και των λαθών στη χρήση της ελληνικής»). Αλλά το ίδιο έκανε ακόμα και κατά τη διάρκεια του επεισοδίου, σε κάποια υπερασπιστικά του επιχειρήματα: π.χ. στην Ακρόπολιν της 27/5/98, διαμαρτύρεται ότι «Όλοι στο λεξικό είδαν το λήμμα ‘Βούλγαρος’, δεν κοίταξαν όμως στο λήμμα ‘Μακεδονία’, όπου υπάρχει εκτενής ανάλυση του όρου, ενώ στηλιτεύεται η ψευτομακεδονική γλώσσα των Σκοπίων» (οι υπογραμμίσεις δικές μου). Η ιεράρχηση όμως των γλωσσών σε «ψευδείς» και «γνήσιες», η «στηλίτευση» και οι λοιδορίες εις βάρος κάποιων εξ αυτών, ήκιστα αρμόζουν προς τους όρκους πίστης στην «καταγραφή των χρήσεων», εφόσον δεν παραπέμπουν στη γλωσσολογία αλλά μάλλον στη γλωττοφοβία, στην εξυπηρέτηση μιας επίσημης κρατικής αλήθειας.

 

Το περιστατικό λοιπόν αυτό μας έδειξε, μεταξύ άλλων, ότι μακράν πιο φορτισμένες και σημαντικές είναι οι σχέσεις εξουσίας που αρθρώνονται όχι τόσο επί της γλώσσας (ή ορθότερα της ομιλίας –ή της σιωπής), αλλά μέσω της γλώσσας. Aκόμη και –ή ίσως ιδίως- όταν η ομιλία αυτή αφορά την ίδια τη γλώσσα, τη ρύθμισή της, την προβολή και την αποδοχή κάποιων χρήσεων ως ενδεδειγμένων και την απόρριψη άλλων ως αδόκιμων, εσφαλμένων, ψευδών, ή και επικίνδυνων. Διότι προφανώς αυτή η κρίση και η ιεράρχηση συνιστά δράση επί δράσεων, άρα άσκηση εξουσίας. Ιδίως αν ο δράστης της ενεργεί με βάση ένα άτυπο συμβόλαιο με το λαό (ή/ και με υποκατηγορίες του λαού, όπως π.χ. μειονότητες ή ομάδες πίεσης), εγκαθιδρύοντας οιονεί σχέσεις εκπροσώπησης προς αυτές και επιδιώκοντας να εναρμονίζει και να μεσολαβεί ανάμεσα σε αντιτιθέμενα συμφέροντα.

Έξω οι Βούλγαροι». Η βλακεία ήταν πάντα ανίκητη… - Sport-Retro.gr

 

Ιός, «Παλλαϊκή λεξικογραφία», Ελευθεροτυπία 17/10/1998

Γ. Μπαμπινιώτης, «Απαγορευμένες λέξεις στη σύγχρονη κοινωνία;», Το Βήμα 16/08/1998

Φιλίπ Μπλανσέ, «Γλωττοφοβία».

Κλασσικό

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.