Χρέος,ανθρωπολογία,μαρξισμός

Οι δύο Λένιν και τα δώρα της νεωτερικότητας

 του Νικολάι Σσόριν-Τσάικοβ

 

 

Το βιβλίο Two Lenins. A brief anthropology of time του Nikolai Ssorin-Chaikov είναι ένα σχετικά σύντομο αλλά φιλόδοξο και πολύπλοκο εγχείρημα που προσπαθεί να αρθρώσει έναν προβληματισμό γύρω από τη χρονικότητα, τη νεωτερικότητα, το κράτος και τη σχέση της ίδιας της ανθρωπολογίας με αυτές τις έννοιες –και άλλες ακόμα. Το εμπειρικό υλικό για αυτόν τον προβληματισμό αντλείται από δύο πηγές: την εθνογραφική έρευνα πεδίου που διεξήγαγε ο συγγραφέας επί πολλά χρόνια, ξεκινώντας ήδη από τη δεκαετία του 80, σε νομαδικούς πληθυσμούς της Σιβηρίας, και μία έκθεση που συνεπιμελήθηκε το 2006 στη Μόσχα με τίτλο –και αντικείμενο– «Επίσημα δώρα στους κατά καιρούς ηγέτες της Σοβιετικής Ένωσης».

Παρακάτω παρουσιάζουμε μεταφρασμένο ένα απόσπασμα από το 5ο κεφάλαιο του βιβλίου (σ. 97-101). Παραλείψαμε κάποιες προτάσεις, και τις υποσημειώσεις, για λόγους απλότητας και κατανοησιμότητας. Ο αναγνώστης που γνωρίζει αγγλικά μπορεί να βρει την πλήρη μορφή του κειμένου σε ηλεκτρονική μορφή εδώ. Μετάφραση: Α.Γ.

Στις 8 Φεβρουαρίου 1926, δύο χρόνια μετά το θάνατο του «πραγματικού» Λένιν, του ηγέτη της Σοβιετικής Ένωσης, στην Τσιρίντα –έναν εμπορικό σταθμό βορείως της περιοχής απ’ όπου καταγόταν ο πληροφορητής μου από τη φυλή των Εβένκι που οι συγχωριανοί του τον αποκαλούσαν με το προσωνύμιο «Λένιν», στον οποίο έχω αναφερθεί στα προηγούμενα- έλαβε χώρα μία συνέλευση του «Σοβιέτ των Σογιών» [Clan Soviet] της Ιλιμπέα, ενός από τους θεσμoύς αυτόχθονης αυτοδιοίκησης που δημιουργήθηκαν στη βόρεια Σιβηρία λίγο μετά το 1917. Η συνέλευση εξέδωσε ψήφισμα, στο οποίο μεταξύ άλλων αναφερόταν:

 

Εμείς οι μη Ρώσοι αλλοδαποί [ινορόντστυ], οι Τούνγκους, που είμαστε αναλφάβητοι αλλά συναισθανόμαστε βαθιά, τιμούμε βαθιά τη σοβιετική εξουσία. Εμείς οι αλλοδαποί της Τρίτης Συνέλευσης του Σοβιέτ των Σογιών, εκφράζουμε το «ευχαριστώ» μας στη σοβιετική εξουσία για τη βοήθεια που μας παρασχέθηκε. . . .

Όλοι επιθυμούμε η πόλη να χτιστεί στις εκβολές του ποταμού Tούρα. Η γη είναι καλή εδώ –το κυνήγι του σκίουρου θα είναι καλό . . .

Όλοι είμαστε χαρούμενοι για την πόλη, η ζωή μας θα είναι ευκολότερη. Τα εμπορεύματα θα είναι φθηνότερα· αυτό είναι καλό διότι όλοι έχουμε γίνει φτωχότεροι τα τελευταία χρόνια. Θέλουμε να έχουμε ένα νοσοκομείο, για να θεραπεύουμε τους αρρώστους.

Χρειαζόμαστε ένα κτηνιατρείο, για να θεραπεύουμε τους άρρωστους τάρανδους.

Χρειαζόμαστε ένα σχολείο, για να διδάσκουμε τους ιθαγενείς [τουζέμτσυ] ώστε να μάθουν γράμματα και γνώσεις. Θα στέλνουμε τα παιδιά στο σχολείο. Όσα χρόνια κι αν χρειαστεί, ας σπουδάσουν.

 

Το ψήφισμα αυτό κατέγραφε μια εξαιρετικά θετική ανταπόκριση στην εκστρατεία της νέας σοβιετικής κυβέρνησης για την κατασκευή μιας «βάσης κουλτούρας» (κουλ’τμπάζα) στο βόρειο τμήμα της λεκάνης του ποταμού Γενισέι. Εδώ, και σε ολόκληρη τη Σιβηρία, η σοβιετική κυβέρνηση σχεδίαζε να δημιουργήσει ένα δίκτυο από φυλάκια όπου το σοσιαλιστικό εμπόριο («φθηνότερα εμπορεύματα») θα σήμαινε ελπίδα για μια «ευκολότερη ζωή» για όσους υφίσταντο εκμετάλλευση και όπου τα σχολεία, τα νοσοκομεία, η κτηνιατρική και η υγιεινή –όλα αυτά στη γλώσσα της εποχής ονομάζονταν κουλτούρα (εξ ου και «βάση κουλτούρας»)- θα δίνονταν στους λεγόμενους οπισθοδρομικούς, τους μη μοντέρνους. Ήταν η αρχή της κατασκευής του νέου χρόνου –μιας κρατικής τάξης που ταύτιζε τον εαυτό της με την αλλαγή εποχής. Αυτό αποτελεί παράδειγμα γι’ αυτό που έχω αναλύσει σε αυτό το βιβλίο ως «σοβιετικά δώρα της νεωτερικότητας».

Η θεωρία του δώρου είναι ένα χρήσιμο πρίσμα για να εννοιολογήσουμε τέτοιες μορφές διοίκησης. Αναδεικνύει πόσο πατερναλιστικό είναι να δίνεις έτσι και την ίδια στιγμή να παίρνεις τον έλεγχο εδάφους, πληθυσμού και πόρων. Στην περίπτωση των ιθαγενών της Σιβηρίας, όσα έδινε ο σοβιετικός εκσυγχρονισμός με παρόμοια σχέδια εκπολιτισμού αποτελούσαν συνέχεια, αν και σε νέα κλίμακα και με νέα ένταση, της παράδοσης της αυτοκρατορίας να παρέχει διαφωτισμό και προστασία, και της «εξειρήνευσης» (ζαμιρένιε) υπό το «υψηλό χέρι» του Τσάρου, η οποία επιβλήθηκε στους αυτόχθονες κυνηγούς γούνας μαζί με το φόρο επί της γούνας όταν η Ρωσία κατέκτησε την περιοχή αυτή στα τέλη του 16ου αιώνα. Ωστόσο, σε αυτό το κεφάλαιο θα φέρω το παράδειγμα της Σιβηρίας όχι πίσω στο παρελθόν ώστε να ιστορικοποιήσω αυτό το είδος δοσίματος στη Ρωσική Αυτοκρατορία, αλλά μπροστά στο χρόνο για να το εντάξω στο χρονικό πλαίσιο της σοβιετικής νεωτερικότητας.

 

Η ιδέα του δώρου που θα προτείνω δεν είναι εκείνη του Μωςς, αν και έχει εν μέρει σχέση με αυτήν. Η σύλληψη της ιδέας της σοβιετικής βοήθειας, με την οποία ξεκίνησα παραπάνω υπήρξε ταυτόχρονη με εκείνη του Δώρου του Mαρσέλ Mωςς· και τα δύο ήταν σοσιαλιστικά εγχειρήματα. Σχεδόν ταυτόχρονα με τη δημοσίευση του Δώρου, ο Μωςς προέβη σε μια κριτική κοινωνιολογική αξιολόγηση του μπολσεβικισμού, αλλά αυτή η κριτική διατυπώθηκε εντός ενός κοινού εννοιολογικού χώρου. Αυτό είναι ιδιαίτερα ορατό στις τελικές ενότητες του Δώρου, όπου ο Μωςς υποστηρίζει ότι «το ίδιο το κράτος, εκπροσωπώντας την κοινότητα», είχε πλέον αναγνωρίσει ότι ο εργαζόμενος που «είχε δώσει τη ζωή και την εργασία του στη συλλογικότητα» είναι σε μια θέση στην οποία η κοινωνική «οφειλή προς αυτόν δεν έχει πλήρως εξοφληθεί … με την καταβολή μισθού». Αυτό αποτελεί ταυτόχρονα περιγραφή όσο και επιχείρημα υπέρ της ανάδυσης ενός «κρατικού σοσιαλισμού» (socialisme d’Etat), εμπνευσμένου από αυτή την αρχή του χρέους.

Για τον Μωςς, αυτή η αρχή [principle] του χρέους δεν είναι σύγχρονη αλλά αρχαϊκή: «να δίνουμε ο ένας στον άλλο χωρίς να θυσιαζόμαστε για τον άλλο» είναι κάτι που «αύριο, στον λεγόμενο πολιτισμένο κόσμο μας, τάξεις και έθνη και άτομα … θα πρέπει να μάθουν» από «τα σόγια» και «τις φυλές». Αυτό το όραμα περί του μέλλοντος ως επιστροφής ήταν κοινό σε όλη τη σοσιαλιστική σκέψη. Ο Kαρλ Mαρξ, παραθέτοντας την Αρχαία κοινωνία του Μόργκαν, υποστήριξε ότι «‘το νέο σύστημα’ προς το οποίο τείνει η σύγχρονη κοινωνία ‘θα είναι μια αναβίωση, σε ανώτερη μορφή, ενός αρχαϊκού κοινωνικού τύπου’». Αυτό το έγραψε στην αλληλογραφία του με τη Ρωσίδα σοσιαλίστρια Βέρα Ζάσουλιτς, η οποία διερωτώνταν για τα κληροδοτήματα της «αρχαϊκής» αγροτικής κοινότητας στη σοσιαλιστική πολιτική. Η αντίδραση του Μαρξ ήταν ότι «δεν πρέπει, λοιπόν, να μας τρομοκρατεί τόσο πολύ η λέξη ‘αρχαϊκή’». Η αλληλογραφία αυτή δημοσιεύτηκε στη Σοβιετική Ρωσία τη δεκαετία του 1920 και απέκτησε μεγάλη κρισιμότητα όσον αφορά τις πολιτικές για τους αυτόχθονες της Σιβηρίας. Ο σχεδιασμός των «Σοβιέτ των Σογιών», για παράδειγμα, αποσκοπούσε να επιτύχει τον επιστημονικό κομμουνισμό ριζώνοντάς τον στον «πρωτόγονο κομμουνισμό» των αυτόχθονων κυνηγών και βοσκών.

Αλλά για να επέλθει αυτή η επιστροφή, οι πρωτόγονοι κομμουνιστές της Σιβηρίας χρειάζονταν μια παρακίνηση από μια εξωτερική δύναμη, την λεγόμενη σοβιετική βοήθεια –όπως και ο αγροτικός σοσιαλισμός της Ζάσουλιτς χρειαζόταν την έγκριση του Μαρξ. Ο ίδιος ο κομμουνισμός μπορεί να ήταν τόσο αρχαίος όσο και σύγχρονος, αλλά η ρητή πολιτική γνώση περί αυτού ήταν ένα είδος σύγχρονης αλήθειας που την επιβεβαίωνε αυτός ο σύνδεσμος μεταξύ της γνώσης ως κάτι που έχουμε και ως κάτι που δίνουμε. Όποιος ήταν ικανός να δώσει αυτή τη γνώση και αυτή τη βοήθεια, και αυτή τη γνώση ως βοήθεια, ήταν εκείνος που πραγματικά είχε μπορέσει πρώτα απ’ όλα να την αποκτήσει. Η θεωρία του Μωςς περί δώρου δεν έφτασε μέχρι το σημείο να αυτοπαρουσιαστεί ως ένας ιδιαίτερος τρόπος δοσίματος, αλλά ήταν σαφώς ένα τμήμα της σύγχρονης κοινωνίας που «θέλει να ανακαλύψει ξανά το κοινωνικό κύτταρο», αναζητώντας «τα συναισθήματα της φιλανθρωπίας, της ‘κοινωνικής υπηρεσίας’, της αλληλεγγύης». Επιπλέον, ο Μωςς πλαισίωσε αυτές τις παρατηρήσεις ως συμπεράσματα «ηθικά» μάλλον παρά «κοινωνιολογικά». Όπως επισημαίνει και ο Τζόναθαν Πάρρυ, ο Μωςς απέδειξε ότι το αρχαϊκό δώρο είναι η πηγή του νεωτερικού συμβολαίου, αλλά δεν εξέτασε το ερώτημα τι μπορεί από αυτή την οπτική να είναι το νεωτερικό δώρο. Αυτό το κενό συμπληρώθηκε αργότερα από ανθρωπολογική έρευνα σχετική με την προσφορά δώρων σε διάφορα μοντέρνα περιβάλλοντα, από τις νέες αναπαραγωγικές τεχνολογίες έως τα εταιρικά δώρα και την εταιρική κοινωνική ευθύνη, τη φιλανθρωπία, την ανθρωπιστική και την αναπτυξιακή βοήθεια. Αυτό που εγώ προσθέτω εδώ είναι ο σοσιαλισμός ως μια μορφή νεωτερικού δώρου. Αλλά με ενδιαφέρει επίσης να εννοιολογήσω τη νεωτερικότητα ως κάτι που κυκλοφορεί σε μορφή δώρου.

Το να διερευνήσουμε τη σοσιαλιστική νεωτερικότητα σε αυτήν την προοπτική παρουσιάζει μια πρόσθετη και ενδιαφέρουσα πρόκληση. Ακριβώς όπως το νεωτερικό δώρο είναι ένα κενό στον Μωςς, αντίστοιχα δεν υπάρχει καμία θεωρία του δώρου στο έργο του Μαρξ, του Ένγκελς ή του Λένιν, που όλοι τους ενδιαφέρονταν για τις εμπορευματικές σχέσεις και την αναδιανομή. Σε όσα ακολουθούν, υποστηρίζω, πρώτον, ότι η γλώσσα του δώρου στο συγκείμενο του κρατικού σοσιαλισμού δεν προέρχεται από τη μαρξιστική θεωρία αλλά από τον «εκλαϊκευμένο μαρξισμό» που προέκυψε αυτοσχέδια μέσα από αντίδωρα ευγνωμοσύνης. Δεύτερον, ότι παρόλα αυτά υπάρχει ένας εννοιολογικός σύνδεσμος ανάμεσα σε αυτήν την εκλαϊκευμένη εκδοχή και τη μαρξιστική θεωρία. Αυτός ο σύνδεσμος, όμως, δεν έγκειται στη θεωρία τού πώς δίνουμε, αλλά στη θεωρία τού πώς παίρνουμε –στη θεωρία περί αλλοτρίωσης και δήμευσης, και, πάνω απ’ όλα, περί κατάληψης της εξουσίας. Τρίτον, σε αυτή τη θεωρία περί λήψης θα αναδείξω, στη συνέχεια, έναν σύνδεσμο με την έννοια του δώρου. Αλλά το δώρο αυτό δεν θα είναι του Μωςς· θα είναι το δώρο του Χόμπς.

 

Το δώρο και ο χρόνος

Για τον Μωςς, τα δώρα δημιουργούν υποχρεώσεις ανταπόδοσης, και ο χρόνος αυτών των υποχρεώσεων είναι το πρώτο πράγμα που επιστρέφεται στον δωρητή. Πριν δοθεί οποιοδήποτε πραγματικό αντίδωρο, η δυνάμει υποχρέωση αμοιβαιότητας εμφανίζεται ως «εγγύηση» ότι θα δοθεί και αυτό. Το δώρο που δίνεται, ασφαλώς επιβάλλει κάτι τέτοιο ως «χρονικό όριο». Αλλά αν, στην περίπτωση του δώρου του Μωςς, επιστρέφεται χρόνος πριν δοθούν αντίδωρα, στο παράδειγμα με το οποίο ξεκίνησα το παρόν κεφάλαιο δίνεται χρόνος πριν δοθεί οτιδήποτε άλλο. Το δώρο του Μωςς είναι μια μορφή του μέλλοντος, και το ίδιο ισχύει για τη σοβιετική βοήθεια κατά τη σύνοδο του «Σοβιέτ των Σογιών» του 1926. Όταν η σύνοδος αυτή καταγράφει το «ευχαριστούμε για τη βοήθεια που μας δόθηκε», δεν υπάρχει ούτε πόλη, ούτε σχολείο, ούτε νοσοκομείο, ούτε κτηνιατρείο για τα οποία να νιώθει κανείς ευγνωμοσύνη. Δεν υπάρχουν «φθηνότερα εμπορεύματα». Η μετέπειτα «βάση κουλτούρας» δεν ονομάζεται ακόμη Tούρα –όπως θα ονομαστεί όταν ιδρυθεί και γίνει τη δεκαετία του 1930 διοικητικό κέντρο εθνοτικής αυτονομίας για την «ολιγομελή εθνότητα» (μαλoτσισλέννυι νάρoντ), που και αυτή το 1926 δεν αποκαλείται επισήμως Eβένκι. Τη δεκαετία του 1920, τα έγγραφα, μεταξύ των οποίων και αυτές οι δηλώσεις ευγνωμοσύνης, ακολουθούν ακόμα τις κατηγορίες της Ρωσικής Αυτοκρατορίας. Οι Eβένκι ακόμα αποκαλούνται –και αυτοαποκαλούνται σε τέτοιες συνελεύσεις των Σοβιέτ- «Tούνγκους», δηλαδή με το παλαιότερο αποικιακό όνομα, και ακόμη συχνότερα γενικώς τουζέμτσυ ( «ιθαγενείς») και ινoρόντστυ («μη Ρώσοι αλλοδαποί»). Υπάρχουν τοπικοί σοβιετικοί θεσμοί, όπως τα Σοβιέτ των Σογιών, αλλά συχνά μόνο στα χαρτιά και μόνο όταν οι σοβιετικοί ινστρούκτορες επισκέπτονται την περιοχή.

Η αρχή της νέας εποχής είναι ένας δρόμος που δεν έχει ακόμη διανυθεί. Είναι ένας νομαδικός δρόμος για ένα «μεγάλο ταξίδι» (μπολ’σόι άργκις) προς το σοσιαλισμό, όπως το έθεσε αργότερα (το 1935) ο Σοβιετικός μεταρρυθμιστής και συγγραφέας Μιχαήλ Οσάροφ, ο οποίος ήταν ταυτόχρονα μάρτυρας και υποκινητής αυτών των συνελεύσεων των Σοβιέτ στα μέσα της δεκαετίας του 1920. Είναι ένας οδικός χάρτης στον οποίο «κάθε έτος ισοδυναμεί με αιώνες», για να χρησιμοποιήσουμε τον τίτλο του βιβλίου που δημοσίευσε το 1984 ο Eβένκι πολιτικός και ιστορικός Βασίλιι Nικoλάγιεβιτς Ουβατσάν. Τέτοιες συνελεύσεις αποτελούσαν θεμελιώδη συμβάντα για τη σοβιετική αφήγηση περί επιτάχυνσης της ιστορίας.

Έχουμε εδώ μία αφήγηση περί χρόνου, αλλά ποιος είναι ο χρόνος αυτής της αφήγησης; Οι Οσάροφ και Ουβατσάν μιλούν για ένα άλμα προς τα εμπρός, αλλά αυτό πολύ μετά το συμβάν. Και οι δύο κάνουν αναδρομικά έναν απολογισμό, λογοτεχνικό και ιστορικό αντίστοιχα. Σε αντιδιαστολή, ο χρόνος της αφήγησης περί ευγνωμοσύνης στη συνέλευση του 1926 (το «ευχαριστούμε για τη βοήθεια που μας δόθηκε») είναι προοπτικός –έρχεται πριν δοθεί πραγματικά η βοήθεια. Η σοβιετική τεκμηρίωση τέτοιων συνελεύσεων καταγράφει συχνά ότι αυτές λαμβάνουν χώρα σε κάποιο «ξέφωτο του δάσους», σαν να πρόκειται για κάποιο οικόπεδο προς ανοικοδόμηση. Η εν λόγω βοήθεια δεν είναι ακόμη το δώρο της νεωτερικότητας, αλλά μια υπόσχεση για αυτό το δώρο. Αυτό που συμβαίνει στις 9 Φεβρουαρίου 1926, δεν «ισοδυναμεί με αιώνες». Είναι μια νέα εποχή μόνο ως υπόσχεση για νέες εποχές. Είναι, ούτως ειπείν, μια πίστωση την οποία οι δωρητές λαμβάνουν προκαταβολικά: μια πίστωση δώρου ή μία «συναλλαγματική» από αυτές που εκδίδουν οι αυτοκρατορίες, όπως το θέτει η Aνν Στόλερ σε ένα άλλο πλαίσιο. Ως τέτοιο, το δώρο αυτό είναι, αφενός, το μέλλον στη χρονικότητα της πίστωσης. Είναι μια υπόσχεση ότι θα υπάρξει ανταπόδοση εν καιρώ –δηλαδή, ότι το κράτος θα υλοποιήσει όσα υποσχέθηκε: σχολεία, υγιεινή, φθηνότερα προϊόντα κ.λπ. Αφετέρου, το μέλλον εδώ δεν είναι μόνο αυτά τα πράγματα που το κράτος έχει υποσχεθεί, αλλά η ίδια η καινούργια εποχή. Το να δοθεί νέος χρόνος στους αποδέκτες αυτού του δώρου σημαίνει δυνάμει ότι αυτοί παύουν να είναι καθυστερημένοι και προ-νεωτερικοί «ιθαγενείς» ή «μη Ρώσοι αλλοδαποί». Αλλά αυτή η νέα εποχή παρεμβάλλει τη χρονική αυτή διάκριση τελείως ανεξάρτητα από τα πράγματα που υπόσχεται –και μάλιστα, αυτοστιγμεί. Ο Λουί Αλτουσέρ περιγράφει κατά παρόμοιο τρόπο πώς η σύγχρονη ιδεολογία μεταμορφώνει τα άτομα σε υποκείμενα: «με εκείνη την ακριβέστατη λειτουργία … που μπορούμε να φανταστούμε σε αναλογία με την πιο κοινότοπη καθημερινή αστυνομικού (ή άλλου) τύπου έγκληση: «Ε, εσύ εκεί!».

Με άλλα λόγια, αυτός ο δωρισμένος χρόνος υπάρχει σε έναν διπλό χρόνο: είναι μια μορφή χρονικής πίστωσης και μια νέα μορφή χρόνου. Αλλά αυτός ο διπλός χρόνος δεν είναι ένας διπλός ρυθμός στο πλαίσιο του ίδιου χρόνου, παρά μια σύγκρουση δύο διαφορετικών χρονικοτήτων. Και είναι ο δεύτερος (ο νέος χρόνος) που κάνει τον πρώτο (τον πιστωμένο χρόνο) παράξενο. Αυτή η προκαταβολή, αυτή η υπόσχεση, αυτή η δωρεάν πίστωση του δώρου της νεωτερικότητας καθιστά υποχρέους τους παραλήπτες και όχι τους δωρητές. Τίποτα δεν υπάρχει ακόμη το 1926, αλλά οι συνελεύσεις των Σοβιέτ καταγράφουν δεόντως ευγνωμοσύνη για το δώρο της νεωτερικότητας την οποία εκφράζουν δεόντως οι μη νεωτερικοί παραλήπτες του.

Σε αντίθεση με τον Μωςς, το δώρο αυτό της νεωτερικότητας επιβάλλει στον δέκτη αμοιβαιότητα πριν δοθεί πραγματικά το δώρο. Το δώρο αυτό έχει να κάνει με τη ρήξη, όχι με τη συνέχεια, για την οποία νοιαζόταν ο Μωςς. Μπορούμε λοιπόν άραγε να το θεωρήσουμε καν δώρο με την έννοια του Μωςς; Η ερώτηση αυτή είναι κρίσιμη, διότι η συγκριτική βιβλιογραφία σχετικά με τα σύγχρονα δώρα και με την αναπτυξιακή νεωτερικότητα ειδικότερα, παίρνει τον Μωςς ως εννοιολογικό θεμέλιο. Για παράδειγμα, ο πολιτικός επιστήμονας Toμoχίσα Χαττόρι εφάρμοσε τη  θεωρία του Μωςς στη λογική του δώρου που χαρακτηρίζει τη διεθνή αναπτυξιακή βοήθεια. Αντλώντας από τη θέση του Μωςς ότι το δώρο «καθιστά κατώτερο το άτομο που το έχει δεχθεί», υποστήριξε ότι η βοήθεια αυτή παράγει μια ηγεμονική αναπτυξιακή ιεραρχία. Αναπτυξιακή ιεραρχία δημιουργείται στο σημείο όπου οι παραλήπτες συναινούν στη λήψη βοήθειας και, δι’ αυτού, αποδέχονται την «καθυστερημένη» τους ταυτότητα. Κεντρικό ρόλο στις σχέσεις εξουσίας που παίζονται εδώ είναι ο «μηχανισμός της συναίνεσης», τον οποίο βλέπει ο Χαττόρι στις επίσημες συμφωνίες οικονομικής βοήθειας μεταξύ κρατών ή μεταξύ κρατών και διεθνών χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων. Αλλά ως αναλυτική κατηγορία, η «συναίνεση» συνδέεται στην ανάλυσή του με τη μαρξιστική έννοια της ηγεμονίας, η οποία δηλώνει μορφές κυριαρχίας που δεν βασίζονται μόνο στην ισχύ. Ο Χαττόρι δίνει μια μαρξιστική ανάγνωση της συναίνεσης μέσω της μωσσικής έννοιας του συμβολαίου.

Η ανάγνωση αυτή εκτοξεύει τη  θεωρία περί δώρου, η οποία αρχικώς είχε αναπτυχθεί για να διερευνηθούν οι «κοινωνίες χωρίς κράτος», στο έδαφος της πολιτικής σκέψης που αφορά το κράτος και τις διεθνείς σχέσεις. Αλλά και εντός της ανθρωπολογίας του δώρου, υπάρχει μία συμμετρική αν και αντίστροφη κίνηση: να διαβάσουμε τον Μωςς στο πλαίσιο της πολιτικής  θεωρίας. Ο Μάρσαλλ Σάλινς υποστηρίζει ότι το δώρο στον Μωςς είναι ανάλογο με το συμβόλαιο στον Χομπς. Το αρχαϊκό δώρο είναι «ένας τρόπος να επιτευχθεί η ειρήνη την οποία στην αστική κοινωνία εξασφαλίζει το κράτος». Μέσω του Σάλινς και του Χαττόρι βλέπουμε, πρώτα, τι παίρνει η επιχειρηματολογία του Μωςς από την πολιτική θεωρία και, δεύτερον, τι της επιστρέφει. Ενώ όμως αυτή η επιχειρηματολογία μάς βοηθά να τοποθετήσουμε θεωρητικά τον Μωςς, εμένα δεν με βοηθά να κατανοήσω το ζήτημα του δώρου. Αν μη τι άλλο, δείχνει ακριβώς πώς η θεωρία του Μωςς δεν μπορεί να εφαρμοστεί στο σοβιετικό δώρο της νεωτερικότητας. Η συγκατάθεση εδώ είναι απλώς μια ανάγκη που γίνεται φιλοτιμία. Η πόλη, το σχολείο, το νοσοκομείο κ.λπ. της «βάσης κουλτούρας» Nίζναγια Tούνγκουσκα, δεν είναι δώρα τα οποία οι παραλήπτες τους είναι ελεύθεροι να αρνηθούν. Στη Σιβηρία, όπως και σε όλο το παλαιό ρωσικό αυτοκρατορικό έδαφος, εκδηλώνονταν πράγματι εκφράσεις ευγνωμοσύνης, αλλά η ευγνωμοσύνη δεν είναι το ίδιο πράγμα με τη συγκατάθεση να δεχθείς δώρα. Εγώ βλέπω την ευγνωμοσύνη ως μια μορφή αντίδωρου. Σε αυτή την περίπτωση, όμως, η ευγνωμοσύνη είναι μια κάλυψη, η οποία μάλιστα δεν καλύπτει τελείως το γεγονός ότι το δώρο αυτό επιδίδεται όχι μόνο πριν, αλλά και άσχετα από την αποδοχή του. Το δώρο αυτό είναι στην πραγματικότητα μια δήλωση ότι το σημάδι που θέτει το επαναστατικό κράτος στην επικράτειά του είναι αδιαμφισβήτητο. Ξεκινά με την εγκαθίδρυση ενός πολύ πραγματικού φόβου για την δήμευση περιουσιών. Συνοδεύεται από την απειλή ότι θα πάρει εξίσου όσο και από την υπόσχεση να δώσει μια καλύτερη ζωή. Το 1926, ο ποταμός Nίζναγια Tούνγκουσκα ήταν εκτός των περιοχών όπου είχαν ήδη πραγματοποιηθεί επαναστατικές επιτάξεις. Το φάσμα της αποστέρησης ήταν το άγνωστο, το οποίο κυοφορούσε διάφορα ενδεχόμενα. Αλλά εκείνο που ήταν σίγουρο, εγγυημένο τόσο σταθερά όσο και στον Μωςς, ήταν ότι ο χρόνος που δωρίζεται, η νέα εποχή, θα είναι διαφορετική. Και με αυτή την έννοια, αυτό (το δώρο) είναι ο χρόνος.

Αν όμως το σοβιετικό δώρο της νεωτερικότητας δεν είναι δώρο με την έννοια του Μωςς, μήπως πρέπει να συμπεράνουμε ότι δεν είναι δώρο με καμία έννοια; Παρακάτω θα ισχυριστώ ότι όχι. Σε αντίθεση με το δώρο του Μωςς, είναι συγγενές όχι με ένα χομπσιανό συμβόλαιο, αλλά με ένα χομπσιανό δώρο –μια μονομερή επιβολή κυριαρχίας. Υπό αυτήν την έννοια, το δώρο αυτό δεν είναι το αντίθετο του πολέμου αλλά ένα πολεμικό μέσο. Ως πόλεμος με άλλα μέσα, το εν λόγω δώρο είναι μια μορφή κατάκτησης. Είναι ένας μηχανισμός αιχμαλώτισης.

 

2020-04-30

Κλασσικό

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.