Οι Καρυάτιδες είναι αραβοτουρκικές

του Άκη Γαβριηλίδη

 

Πρόσφατα, στη γνωστή αίθουσα του Βρετανικού Μουσείου, παίχθηκε ακόμη μία παραλλαγή της καθιερωμένης πλέον θρηνητικής τελετουργίας του ελληνικού εθνικισμού, βασισμένη και αυτή στην ηδονή του θρήνου για τον ακρωτηριασμό και τη χαμένη μας πληρότητα της απόλαυσης του αρχαϊκού αντικειμένου. Με ρίγη συγκίνησης, τα ηλεκτρονικά μέσα έσπευσαν να μας ενημερώσουν ότι «Κρητικοί μαθητές τραγούδησαν το Τζιβαέρι μπροστά στην ‘ξενιτεμένη’ Καρυάτιδα στο Βρετανικό Μουσείο».

Σε κανέναν δεν φάνηκε να κάνει εντύπωση η επιλογή του συγκεκριμένου τραγουδιού. Μάλλον όλοι το θεώρησαν απολύτως αρμόζον για αυτό το ιδιόμορφο χατζηλίκι-προσκύνημα στο κομμένο μέλος του υψηλού αντικειμένου του ελληνισμού, αφού αποτελεί ένα τραγούδι νοσταλγίας στο οποίο μία μητέρα εκφράζει τη λύπη της για το παιδί της που βρίσκεται στην ξενιτιά. Σε κάποια ρεπορτάζ μάλιστα το τραγούδι αναφέρθηκε ως «μοιρολόι» (όρος που φυσικά παραπέμπει σε κάποιον θάνατο).

Το να υιοθετούν Κρητικοί έφηβοι τη θέση του γονιού σε σχέση με την ξενιτεμένη Αθηναία την οποία αναπαριστά το άγαλμα, είναι ήδη κάπως παράδοξο. Αν αυτό που δικαιολογεί τη χειρονομία αυτή είναι η προσφυγή στην αρχαία μυθολογία, αν μη τι άλλο η βασική αναφορά που βρίσκουμε εκεί για τις σχέσεις Αθήνας και Κρήτης είναι η αφήγηση της κατάκτησης της πρώτης από τη δεύτερη, και της ετήσιας καταβολής ενός φόρου υποτέλειας που συνίστατο σε ανθρώπινη σάρκα: οι Αθηναίοι είχαν αναλάβει την υποχρέωση να στέλνουν κάθε εννιά χρόνια στην Κρήτη επτά νέους και επτά νέες, για να τους κατασπαράζει ο Μινώταυρος μέσα στην κατάλληλη αίθουσα του Λαβυρίνθου. Η καταβολή αυτού του φόρου τερματίστηκε όταν αυτό το καθιερωμένο υπερπόντιο ταξίδι προσκυνήματος το έκανε ο Θησέας, με τα γνωστά αποτελέσματα.

Ένα άλλο, λιγότερο αρχαίο και λιγότερο μυθολογικό παράδοξο, όμως, είναι ότι η λέξη που αποτελεί τον τίτλο του «μοιρολογιού» αυτού, όπως ίσως θα έπρεπε να γνωρίζουν οι σπουδαστές της Σχολής Ξένων Γλωσσών ή τουλάχιστον η ιδιοκτήτριά της και πρόεδρος του Πολιτιστικού Συλλόγου Γουβών που διοργάνωσε την εκδρομή και την περφόρμανς, δεν έχει σχέση με την κλασική, ούτε με την προκλασική αρχαιότητα, αλλά είναι αραβοτουρκικής προελεύσεως. Το wiktionary δίνει την εξής ετυμολογία:

 

τζιβαέρι < τουρκική cevahir < αραβική جواهر (jawāhir), πληθυντικός του جوهر (jawhar).

 

Στην μουσικοθεατρική αυτή θρηνωδία, λοιπόν, η νέα Αθηναία που έχει αποσταλεί στο Λονδίνο και που η απώλειά της κάνει τους νέους και τις νέες από την Κρήτη να αισθάνονται ταπεινωτική υποτέλεια στη Βρετανία, και στη βάση αυτή να ταυτίζονται με τους άλλοτε εχθρούς της πατρίδας τους, αναγορεύεται σε ελλείπον πολύτιμο πετράδι· για να εκφραστεί μια διαμαρτυρία απέναντι στην ευρωκεντρική αποικιοκρατία, επιλέγεται ένας όρος ασιατικός, παρμένος από τους πολιτισμούς της Ανατολής.

 

Είναι μία παραδοσιακή διαπίστωση ότι όσες τέτοιες λέξεις έχουν περάσει στα ελληνικά, χρησιμοποιούνται συνήθως με υποτιμητική ή πάντως πεζή-επιφανειακή σημασία (π.χ. αλάνι, σακάτης, τσαχπίνα κ.λπ.). Αυτή εδώ η χρήση αποτελεί ίσως ένα αντι-παράδειγμα: όταν οι Κρητικοί νέοι και νέες, ή λιγότερο νέες, χρειάστηκαν ένα εργαλείο που να εκφράζει έναν έντονο και βαθύ συμβολισμό, επέλεξαν το τζεβαχίρ· όχι το κόσμημα ή έστω το συγγενικό ζαφείρι, για τα οποία άλλωστε δεν υπάρχουν καν τραγούδια που να μπορούν να εκφράσουν τόσο αποτελεσματικά και συμπυκνωμένα μια συναισθηματική φόρτιση.

2020-02-12 (2)

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.

Αρέσει σε %d bloggers: