Η «πρωτόγονη επανάσταση» είναι μία έννοια ηθικά και επιστημολογικά απαράδεκτη

του Άκη Γαβριηλίδη

 

Πριν από δύο μήνες, κυκλοφόρησε το βιβλίο τού Σπύρου Ασδραχά Πρωτόγονη Επανάσταση: Αρματολοί και Κλέφτες (18ος -19ος αι.), μια συλλογή άρθρων του με θέμα τους κλέφτες και τους αρματολούς, με επιλογή κειμένων και πρόλογο του Νίκου Θεοτοκά.

Φαντάζομαι ότι και η επιλογή τού τίτλου, κατά μείζονα λόγο, ανήκει στους σημερινούς επιμελητές και όχι στον ίδιο το συγγραφέα.

Η επιλογή δεν είναι άστοχη, ούτε αναντίστοιχη με το περιεχόμενο των άρθρων, εφόσον απομονώνει και σηματοδοτεί τον συγκεκριμένο όρο τον οποίο επινόησε και χρησιμοποίησε ευρύτατα ο συγγραφέας ήδη από τη δεκαετία τού 50. Αυτό όμως που προξενεί απορία, και δημιουργεί την εντύπωση μίας επιστημολογικής και πολιτικής αφέλειας, είναι ότι οι επιμελητές δεν εκφράζουν πουθενά καμία αποστασιοποίηση ή κριτική απέναντι σε αυτόν τον από κάθε άποψη απαράδεκτο και σχεδόν προκλητικό όρο· αναφέρονται σε αυτόν με ανεπιφύλακτα θετικό τρόπο, θεωρώντας ότι είναι μια έννοια που μπορεί –ή, ενδεχομένως, που πρέπει- να υιοθετηθεί σήμερα και να αποτελέσει τη βάση σημερινών ιστορικών και κοινωνικών ερευνών.

Η πεποίθηση αυτή είναι εσφαλμένη.

Καταρχάς, υπάρχει ένα ηθικοπολιτικό πρόβλημα, και αυτό είναι το βασικότερο. Η χρήση του επιθέτου «πρωτόγονη» προσκρούει σε στοιχειώδεις κανόνες ισότιμης ανθρώπινης επικοινωνίας. Είναι ευρωκεντρική, ανισωτική και ιεραρχική· ταξινομεί ορισμένες κοινωνικές ομάδες και πρακτικές ως ατελέστερες, κατώτερες από άλλες. Το επίθετο αυτό είχε μία μακρά προϊστορία και προϋπηρεσία στις προσπάθειες απαξίωσης και απανθρωποποίησης των αποικιοκρατούμενων πληθυσμών εκ μέρους των κατακτητών τους, και η απροβλημάτιστη επινόηση μιας τέτοιας έννοιας ακριβώς σε μια περίοδο έντονων αντιαποικιακών αγώνων δημιουργεί εύλογες απορίες.

 

Το ηθικοπολιτικό αυτό πρόβλημα συνοδεύεται από ένα επιστημολογικό, το οποίο κατά μία έννοια αποτελεί συνέπειά του –οι ιδεολογικοί καθορισμοί λειτουργούν πάντοτε ως γνωσιακά εμπόδια.

Το να θεωρήσουμε μια κοινωνική μορφή ως «πρωτόγονη» δηλώνει ότι διαβάζουμε την ιστορία τελεολογικά, από την οπτική μιας εξέλιξης την οποία θεωρούμε ως «ομαλή», «κανονική»· η δράση των κλεφτών και των αρματολών ήταν μερική και ατελής σε σύγκριση με την «κανονική» επανάσταση η οποία επακολούθησε, και πάντοτε αναμένεται να επακολουθεί, μετά.

Οι άνθρωποι, και ιδίως οι μαρξιστές, αυτό πίστευαν το 1950. Σήμερα όμως έχουμε 2019, και καμία άξια λόγου «εξελιγμένη» και «συνολική» επανάσταση δεν έχει συμβεί επί δεκαετίες. Ωστόσο, ένοπλες άτακτες ομάδες συνεχίζουν να σχηματίζονται και να διαλύονται σε διάφορες ζώνες του πλανήτη, και ενίοτε η διάλυσή τους επέρχεται μέσω της πρόσληψης κάποιων εκ των μελών τους σε τακτικές στρατιωτικές ή αστυνομικές δυνάμεις, όπως ακριβώς συνέβαινε και με τους κλέφτες της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Αυτό το φαινόμενο πώς μπορούμε να το συλλάβουμε νοητικά;

Με το να επιχειρήσουμε να σκεφτούμε το φαινόμενο του αρματολισμού, της κοινωνικής ληστείας γενικότερα, ως αδέξιο πρόπλασμα, ως προετοιμασία μίας «αληθινής» επανάστασης που θα έρθει αργότερα, είναι παραδόξως με τη σειρά του ένας χιλιασμός ανάλογος με αυτόν που μελετά ο Ασδραχάς αποδίδοντάς τον στο (πρωτόγονο φυσικά) ιδεολογικό σύμπαν των κλεφταρματολών. Και ίσως ακόμα χειρότερος, στο βαθμό που συνιστά μια επιστημονική εσχατολογία. Η στάση αυτή στερεί το φαινόμενο της κοινωνικής ληστείας και της κοινωνικής ανυπακοής από οποιαδήποτε αυτονομία, όπως άλλωστε και η ανάλογη αντιμετώπιση του φαινομένου από τον Έρικ Χόμπσμπωμ την ίδια περίοδο. Αυτό γίνεται φανερό και στα επαινετικά λόγια που επιφυλάσσει στον τελευταίο ο Ασδραχάς:

 

Κοντολογίς, ο Ερικ Χόμπσμπομ είχε τους προγόνους του, από τους οποίους διαφοροποιήθηκε λόγω της μαρξικής αντίληψης που διατρέχει και καθορίζει το έργο του. Βεβαίως, οι άγγλοι μαρξιστές δεν ήταν οι μόνοι που είχαν κατανοήσει την πολυπλοκότητα του κοινωνικού σχηματισμού. Και πάλι θα ήταν άχαρο να αναφερθώ σε ονόματα, αλλά δεν θα ήθελα να ξεχάσω τον Αιμίλιο Σερένι και τον Πιερ Βιλάρ. Ακόμη περισσότερο ίσως, την περίπτωση του σοσιαλιστή ιστορικού Ερνέστ Σελεστίν-Λαμπρούς που ανέδειξε τα όρια της συγκυρίας, όχι μόνο της οικονομικής αλλά και της επέκτασής της, που οδηγούν στην επανάσταση: «Πώς γεννιούνται οι επαναστάσεις». Μέσα σ’ αυτόν τον αστερισμό, και τους άλλους που παραλείπω, θα πρέπει να τοποθετηθεί το έργο του Χόμπσμπομ.

 

Ο λόγος αυτός, που εκφέρεται το 2012, εξακολουθεί να μην αντιμετωπίζει καθόλου το ενδεχόμενο να μην έρθει τελικά η επανάσταση. Είναι σχεδόν κωμικό να επαινούμε κάποιον επειδή «ανέδειξε τα όρια της συγκυρίας» και να μην βλέπουμε ότι, στη συγκυρία στην οποία μιλάμε, μια συγκυρία που διαρκεί πάνω από μισό αιώνα, τα όρια αυτά δεν οδηγούν σε επανάσταση. Οι σοσιαλιστές ιστορικοί μπορεί να ανέλυσαν πώς γεννιούνται οι επαναστάσεις· τι γίνεται όμως εάν δεν γεννηθούν; Μήπως τότε θα πρέπει να αναπροσαρμόσουμε ή και να εγκαταλείψουμε τελείως τα εξελικτιστικά εργαλεία μας;

 

Ο Θεοτοκάς πιστώνει στον Ασδραχά ότι διαμόρφωσε «ένα ερμηνευτικό σχήμα που θα κλονίσει τη συνέχεια της φορμαλιστικής γενεαλογίας του Εικοσιένα και της συνακόλουθης μεθερμηνείας των τεκμηρίων, η οποία, μέχρι τότε, χαρακτήριζε τη γραμματεία για τον κλεφταρματολισμό» (σελ. x). Ωστόσο, διαβάζοντας σήμερα τις αναλύσεις του, το μόνο που βλέπουμε να κλονίζουν είναι ίσως μία πολύ επιφανειακή και αφελής ανάγνωση των γεγονότων που οδήγησαν στην ίδρυση του ελληνικού κράτους. Στην ουσία του, το ερμηνευτικό αυτό σχήμα ουσιαστικά συμμορφώνεται προς το εθνοκεντρικό-ευρωκεντρικό εγελιανό σχήμα, κατά το οποίο Τέλος της Ιστορίας είναι η συγκρότηση έθνους-κράτους και κάθε συμβάν αποκτά νόημα ανάλογα με το αν οδηγεί σε αυτό τον προκαθορισμένο σκοπό –και προς την ειδικότερη σβορωνική παραλλαγή του περί του «ελληνισμού ως αντίσταση» η οποία οδηγεί στην κρατική συγκρότηση του τελειότερου απ’ όλα τα έθνη[1]. Αν η καινοτομία του συνίσταται στο ότι ανέδειξε πώς οι κλέφτες επιδίωκαν και συχνά επιτύγχαναν να καταλάβουν αρματολίκια, η επισήμανση αυτή σήμερα δεν σκανδαλίζει ιδιαίτερα κανέναν.

 

Κάτι που θα κλόνιζε πραγματικά τα ερμηνευτικά σχήματα, θα ήταν να προσέγγιζε κανείς την κλεφτουριά από την οπτική της αυτονομίας/ αυτοτέλειας της μετακίνησης και της εξόδου, και όχι ετεροκαθορισμένα· όχι ως ατελή εμφάνιση κάποιας αναμενόμενης έλευσης που θα της δώσει αναδρομικά το νόημά της, αλλά ως κάτι που έχει –ή μπορεί να παραγάγει- νόημα ήδη τώρα, ως ένα πλάτωμα, ένα υψίπεδο, παρά ως ένα αυτοσχέδιο σκαλοπάτι για κάτι άλλο.

Θα παραθέσω ακόμα ένα δείγμα από το λόγο του Ασδραχά, παρμένο στην τύχη ανάμεσα σε πολλά άλλα παρόμοια:

 

Η Επανάσταση του 1821 τροφοδοτήθηκε, όπως άλλωστε οι προηγούμενες επαναστατικές κινητοποιήσεις, από τους πρωτόγονους της εξέγερσης που είχαν διατρέξει όλες τις φάσεις μιας πολεμικής σταδιοδρομίας: ληστεία, συνδυασμένη κάποτε με την πειρατεία, αρματολική αρμοδιότητα, στρατιωτική υπηρεσία σε έναν ξένο ή στον οθωμανικό στρατό (σ. 6).

 

Ωστόσο, το να χαρακτηρίζουμε απροβλημάτιστα κάποιους ανθρώπους «πρωτόγονους» είναι όχι μόνο στα όρια του ρατσισμού, αλλά επίσης ανιστόρητο και ανακριβές πραγματολογικά: όλες αυτές οι φάσεις τις οποίες αναφέρει το απόσπασμα δεν έχουν τίποτε το πρωτόγονο με καμία έννοια του όρου, και λιγότερο ίσως απ’ όλες η πειρατεία, όπως έχει δείξει εδώ και χρόνια η λεγόμενη φιλολογία του «μαύρου Ατλαντικού» και οι αναλύσεις των Ρέντικερ, Λάινμπω, Λάμπορν Ουίλσον … Ο Ασδραχάς δεν δείχνει να γνωρίζει ή να ενδιαφέρεται για τις προσεγγίσεις αυτές· είναι πεπεισμένος ότι οι «πρωτόγονοι της εξέγερσης» έπρεπε, ή ήθελαν, να επιτύχουν «συνολική αλλαγή του συστήματος», και απλώς δεν το κατάφερναν από δική τους αδυναμία, λόγω δικών τους οργανωτικών, ιδεολογικών κ.λπ. ελλείψεων, ή επειδή η φιλοδοξία τους περιοριζόταν στο να γίνουν αρματολοί και να ανακυκλωθούν στη θέση των ήδη εν ενεργεία αρματολών. Δεν του περνά όμως ποτέ από το μυαλό ότι οι «πρωτόγονοι» μπορεί απλώς να ήθελαν να φύγουν· αυτό να ήταν η πρωταρχική τους επιθυμία, η δε ανάληψη αρματολικίου απλώς ένας αναγκαίος και ενδεχομενικός συμβιβασμός, όχι μία μοίρα.

Αν ήθελα να χρησιμοποιήσω το ίδιο εξελικτιστικό λεξιλόγιο, θα έλεγα ότι κατ’ αυτή την έννοια, οι αναλύσεις του Ασδραχά, αν και μοντερνιστικές, ηχούν οι ίδιες σήμερα κάπως πρωτόγονες.

A Global History of Runaways by Marcus Rediker, Titas Chakraborty, Matthias van Rossum

 

[1] Ο ίδιος «αντι-πρωτογονισμός» χαρακτήριζε ως γνωστόν τον διαφοριστικό ρατσισμό του Σβορώνου, ο οποίος εξίσου ανερυθρίαστα, εν έτει 1981, διακήρυσσε ότι: «στην περίπτωση του ελληνικού λαού, δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι έχουμε να κάνουμε μ’ έναν από τους κατεξοχήν ιστορικούς λαούς και ότι τα μοντέλα της ανθρωπολογίας ή κοινωνιολογίας των πρωτόγονων λαών δεν μπορούν εδώ να έχουν καμιά ισχύ» [sic].

3 comments

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.

Αρέσει σε %d bloggers: