BDS(M) στο Τελ Αβίβ

του Απόστολου Λαμπρόπουλου

Η Eurovision ξεκίνησε πριν από 64 χρόνια ως ένα σχέδιο ειρήνης (peace project) με στόχο να φέρει κοντά, μέσα από ένα διαγωνισμό τραγουδιού και εκμεταλλευόμενη το καινούργιο τότε μέσο της τηλεόρασης, χώρες που λίγο νωρίτερα είχαν πολεμήσει μεταξύ τους. Για αδιανόητα μεγάλο, για τα δεδομένα της τηλεόρασης, διάστημα, επέζησε ως τέτοιο σχέδιο, ενσωματώνοντας σταδιακά π.χ. τις χώρες της πρώην Γιουγκοσλαβίας που επίσης έβγαιναν από πόλεμο και τις χώρες της πρώην Σοβιετικής Ένωσης, δίνοντάς τους τη δυνατότητα να σκηνοθετήσουν τη δική τους φαντασιακή σχέση με την Ευρώπη μέσα από την ποπ μουσική και οπτική κουλτούρα.

 

Την ίδια δυνατότητα να δημιουργήσει μια φαντασιακή σχέση με την Ευρώπη εκμεταλλεύτηκε, από το 1973 και μετά, και το Ισραήλ, δεδομένου ότι ο διαγωνισμός είναι ανοιχτός και στις χώρες της Μεσογείου. Οι δυο πρώτες του νίκες (1978 και 1979)

συνέπεσαν με την εξομάλυνση των σχέσεών του με την Αίγυπτο και την αρχή της αποχώρησής του από τη χερσόνησο του Σινά. Η τρίτη του νίκη (1998) ήρθε στον απόηχο των συμφωνιών του Όσλο και λίγο μετά τη δολοφονία του Γιτζάκ Ραμπίν. Το γεγονός ότι κέρδισε η τρανς τραγουδίστρια Dana International που δεχόταν συστηματικά απειλές εναντίον της ζωής της από υπερορθόδοξους Εβραίους ήταν και μια νίκη του φιλελεύθερου κομματιού της ισραηλινής κοινωνίας, ενώ ταυτόχρονα έφερε και το coming out του διαγωνισμού συνδέοντάς τον με τη ΛΟΑΤΚΙ+ (κυρίως τη γκέι) κοινότητα.

 

Όταν λέω ότι η Eurovision είναι ένα σχέδιο ειρήνης προφανώς δεν εννοώ ότι πετυχαίνει με αυστηρούς και μετρήσιμους πολιτικούς όρους. Δεν είμαι σίγουρος καν ότι μπορεί να διαβαστεί με όρους ήπιας διπλωματίας. Αλλά, κατά τη γνώμη μου, χρονιά με τη χρονιά αναπαράγει και μετασχηματίζει μια ορισμένη ευρωπαϊκή επιθυμία συνύπαρξης και ενσωμάτωσης. Ακόμη και όταν ο διαγωνισμός λοιδορείται ως απολιτικός, ή αναποτελεσματικός, ή μάταιος, ή ως μια διοργάνωση που εθελοτυφλεί μπροστά στα καυτά ζητήματα που απασχολούν τις χώρες στις οποίες διοργανώνεται, ή όταν θεωρείται ότι απλώς αποτυγχάνει μετατρεπόμενος σε εξουσιαστικό μηχανισμό, αυτό έμμεσα σημαίνει και ότι το αρχικό ειρηνευτικό αίτημά του παραμένει, με κάποιο τρόπο, καίριο και ζωντανό.

 

Η νίκη του Ισραήλ το 2018 ήρθε σε μια αρκετά διαφορετική στιγμή σε σχέση με τις τρεις προηγούμενες και η διοργάνωση του 2019 συνέβη λίγες εβδομάδες μετά την πέμπτη εκλογική νίκη του Μπένγιαμιν Νετανιάχου και την ακόμη εντονότερη στροφή του εκλογικού σώματος προς την ακροδεξιά, μια εξέλιξη που δεν υπόσχεται τίποτε καλό για τις απάνθρωπες συνθήκες στις οποίες ζουν χιλιάδες Παλαιστίνιοι. Συνέπεσε επίσης με τη διευρυνόμενη απήχηση του κινήματος BDS (Boycott, Divestment and Sanctions): πολλαπλές ήταν οι εκκλήσεις για μποϊκοτάζ του διαγωνισμού, τα κείμενα ή τα βίντεο που απευθύνονταν προσωπικά σε καλλιτέχνες που συμμετείχαν (συχνά σε τόνο έντονα πατερναλιστικό) και οι αναφορές σε artwashing με τον ίδιο τρόπο που αυτό συντελείται από ξένους καλλιτέχνες που δίνουν συναυλίες στο Ισραήλ, καθώς και σε pinkwashing ανάλογο με αυτό για το οποίο η ισραηλινή κυβέρνηση κατηγορείται όταν υπερχρηματοδοτεί το ετήσιο και διεθνοποιημένο γκέι πράιντ του Τελ Αβίβ σε βάρος των σχετικών συλλόγων ή μικρότερων πρωτοβουλιών.

 

Σε αυτές τις ενέργειες παρεισέφρησαν συχνά στοιχεία, κατά την αντίληψή μου, προβληματικά. Ενδεικτικά, σε ένα σχετικό βίντεο, λέγεται ότι η πόλη στην οποία έγινε ο διαγωνισμός, το Τελ Αβίβ, δηλαδή η πόλη στην οποία μέχρι πρότινος διατηρούσαν τις πρεσβείες τους όλες σχεδόν οι χώρες του κόσμου, είναι υπό κατοχή έδαφος: πρόκειται για την ιδέα ότι όλο το κράτος του Ισραήλ είναι υπό κατοχή έδαφος, άρα αμφισβητείται η ίδια η ύπαρξή του (αντιρρήσεις σε ανάλογες σκέψεις, σε πολύ διαφορετικό συγκείμενο, έχει διατυπώσει προ ημερών ο Αλέξης Φιδετζής). Θέση μου, φυσικά, είναι ότι, σε ένα κόσμο οργανωμένο σε κράτη πρέπει να υπάρχει κράτος του Ισραήλ.

 

Έπρεπε να έχει υπάρξει μποϊκοτάζ; Κατά τη γνώμη μου όχι, και θα προσπαθήσω να εξηγήσω γιατί. Ο «διαγωνισμός στο Τελ Αβίβ» συνδιοργανώθηκε προφανώς από έναν ευρωπαϊκό φορέα και από ένα δημόσιο τηλεοπτικό κανάλι που πήρε δάνειο από την κυβέρνηση γι’ αυτό τον σκοπό. Αλλά δεν ήταν, όπως δεν συμβαίνει ποτέ σε αυτή την περίπτωση, ο «διαγωνισμός του Ισραήλ» και μόνο, γιατί η Eurovision δεν απευθύνεται σε ένα παθολογικά αφελές διεθνές κοινό, που, παρασυρμένο από τα ωραία τοπία στις καρτ ποστάλ ή το φαντασμαγορικό σόου, είναι ανίκανο να δει την διάσταση ανάμεσα σε έναν διαγωνισμό-σχέδιο ειρήνης και στο εκάστοτε συγκείμενό του. Ούτε η Eurovision έχει ένα και μόνο υποκείμενο (τη χώρα που τον φιλοξενεί, για παράδειγμα): καλλιτέχνες, δημόσιες τηλεοράσεις, τηλεσχολιαστές, δημοσιογράφοι και μπλόγκερς τον συνυφαίνουν με ασυνεχείς και πολύπλοκους τρόπους. Η ισραηλινή και παλαιστινιακή σημαία στην πλάτη δυο χορευτών που συνόδευσαν την Madonna κατά παρέκκλιση από τα συμφωνηθέντα με τους διοργανωτές ήταν ένα τέτοιο δείγμα· οι στολισμένες με λουλούδια αντιασφυξιογόνες μάσκες που φορούσαν κάποιοι άλλοι ήταν ένα δεύτερο (για συναφή θέματα μίλησε ο Θεόφιλος Τραμπούλης). Ακόμη καλύτερα λειτούργησε, νομίζω, η επιλογή του ισλανδικού συγκροτήματος Hatari που έδειξε κασκόλ με παλαιστινιακές σημαίες κατά τη διάρκεια της βαθμολογίας, την τελευταία φορά που θα τους έδειχνε η κάμερα – σχετικά έγραψε και ο Amadeus Sacerpullus. Έχοντας μέχρι εκείνη τη στιγμή εναρμονιστεί υποτακτικά με τους κανόνες τού, υποτίθεται, μη πολιτικού γεγονότος, οι Hatari ξέφυγαν από το BDS (που μάλλον δύσκολα θα τους κάλυπτε δεδομένου ότι, παρά τις απόψεις τους πήγαν στο Ισραήλ) μέσω όχι μόνο μιας BDSM αμφίεσης αλλά και μιας BDSM πρακτικής: αυτής του σκλάβου που πειθαρχεί έως ότου πιστοποιηθεί ως σκλάβος και εν τέλει υποβάλει/επιβάλει τους όρους (εν προκειμένω τους όρους της δημοσιότητας) στον αφέντη του.

 

Ακριβώς επειδή η Eurovision κρατάει, νομίζω, κάτι από το νήμα του αρχικού της σχεδίου, μπορεί να λειτουργήσει σαν μεγεθυντικός φακός που τουλάχιστον μας κάνει να βλέπουμε καλύτερα αυτό που δεν καταφέρνει να λύσει. Αρκετά χρόνια μετά το 2012 (χρονιά που διοργάνωσε τον διαγωνισμό), το Αζερμπαϊτζάν αναφέρεται συστηματικότερα από όλες τις χώρες της περιοχής ως εκείνη που δεν σέβεται τα ΛΟΑΤΚΙ+ δικαιώματα παρά την έλευση της Eurovision. Και οι δολοφονίες Παλαιστινίων από τον ισραηλινό στρατό το 2018 αναφέρθηκαν με μεγάλη συχνότητα από ποτέ και σίγουρα για πολύ μεγαλύτερο διάστημα από τις λίγες ημέρες που συνήθως κρατούν οι σχετικές αναφορές των περισσότερων διεθνών μέσων.

 

Και ταυτόχρονα άνοιξαν μερικές ρωγμές. Θα δώσω ένα μόνο παράδειγμα. Αφορά την πρωτοβουλία Breaking the Silence, που αποτελείται από ισραηλινούς πρώην στρατιώτες που συλλέγουν μαρτυρίες από τη βία που οι ίδιοι άσκησαν σε βάρος Παλαιστινίων κατά τη διάρκεια της θητείας τους, σπάζοντας τη σιωπή που επιβάλλει η επίσημη κρατική ιδεολογία. Απευθυνόμενοι σε μέλη των εθνικών αποστολών και σε φανς που βρέθηκαν στο Τελ Αβίβ, τους καλωσόρισαν και τους ευχαρίστησαν που ήρθαν εκεί, ζητώντας τους να ανοίξουν τα μάτια τους και να δουν την πλήρη εικόνα της περιοχής. Ταυτόχρονα ανάρτησαν ένα μεγάλο πανό που συμπλήρωναν το σλόγκαν του φετινού διαγωνισμού «Dare to Dream» με το «οf Freedom», προκαλώντας τον έντονο θυμό πολλών υπουργών. Διοργάνωσαν επισκέψεις στη Χεβρώνα (πόλη 200000 Παλαιστινίων και 800 Εβραίων εποίκων που προστατεύονται από 600-1000 στρατιώτες) στις οποίες συμμετείχαν δεκάδες επισκέπτες, μοιραζόμενοι με αυτούς κάποιες από τις μαρτυρίες τους. Τους κάλεσαν να δουν ένα μικρό μνημείο των εποίκων για τον ακροδεξιό ρατσιστή ηγέτη Μεϊρ Καχάν και τον Μπαρούχ Γκόλντσταιν, επίγονο του Καχάν, υπεύθυνου για τον φόνο 29 Παλαιστινίων το 1994. Και μετά περπάτησαν μαζί τους στην πόλη-φάντασμα, ειδικότερα στις λεγόμενες υγειονομικές ζώνες μεταξύ των κοινοτήτων, δηλαδή στους δρόμους όπου οι Παλαιστίνιοι δεν μπορούν να ανοίξουν μαγαζιά, να οδηγήσουν αυτοκίνητα ή ακόμη και να περπατήσουν. Τις επισκέψεις παρακολουθούσαν και βιντεοσκοπούσαν απρόσκλητοι έποικοι, ενώ αφίσες τους προειδοποιούσαν τους επισκέπτες για τα υποτιθέμενα ψέματα των μελών του Breaking the Silence. Πολλές φορές οι Breaking the Silence επανέλαβαν και ανέλυσαν την καθαρή θέση τους εναντίον της κατοχής και υπέρ της δημιουργίας παλαιστινιακού κράτους.

 

Λίγο πριν από την επιστροφή στο Τελ Αβίβ, οι εκπρόσωποι της οργάνωσης περιέγραψαν την πρωτοβουλία τους σαν τη ρωγμή στο κέλυφος αυτού πολλοί νομίζουν ότι έχει παγιωθεί. Ή μια ευκαιρία να ξεχωρίσουμε την αντίδραση στην κατοχή και την καταπίεση από τη μια και τον υφέρποντα ή ανοιχτό αντισημιτισμό από την άλλη. Και κάπως έτσι οι Breaking the Silence δήλωσαν ότι είδαν, κι εγώ μαζί τους, τη Eurovision του Τελ Αβίβ: ένα πάρτι με πολλά στρας, πολύ γκλάμουρ και πολλή ποπ, όπως πάντα, αλλά μαζί κι ένα επεισόδιο ενός ταλαιπωρημένου σχεδίου ειρήνης που για καιρό θα μας θυμίζει έντονα αυτό που δεν θα μπορέσει ποτέ μόνο του να καταφέρει.

 

Η εικόνα ίσως περιέχει: ουρανός, κείμενο και υπαίθριες δραστηριότητες

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.

Αρέσει σε %d bloggers: