Αξιοκρατία, ο φερετζές του ρατσιστή

του Άκη Γαβριηλίδη

 

Στο χθεσινό φύλλο των Νέων, δίπλα στο ρεπορτάζ για την απονομή των Όσκαρ, υπάρχει ένα σημείωμα του Μιχαήλ Πασχάλη, ομότιμου καθηγητή Κλασικής Φιλολογίας στο Πανεπιστήμιο Κρήτης, το οποίο ως μόνο αντικείμενο έχει να καταγγείλει τη βράβευση της ταινίας «Το πράσινο βιβλίο» –της οποίας τον τίτλο αναφέρει μόνο στην τελευταία παράγραφο-, ως δείγμα τού τι συμβαίνει «Όταν η πολιτική ορθότητα ‘καταπίνει’ την αξιοκρατία» (αυτός είναι ο τίτλος του σημειώματος).

Φυσικά είναι αναπόφευκτο να υπάρχουν διαφωνίες και αντιρρήσεις για οποιοδήποτε έργο τέχνης, πόσο μάλλον για κάποιο που βραβεύεται, και οι διαφωνίες αυτές να μην επιδέχονται περαιτέρω σχολιασμού στη βάση του γνωστού κλασικού ρητού περί των γεύσεων και των χρωμάτων. Πλην όμως, οι ενστάσεις του κ. ομότιμου καθηγητή δεν αφορούν την όποια ποιότητα της κολοκυθόπιτας, και δεν πηγάζουν από την αισθητική του.

Πηγάζουν από την ιδεολογική του τοποθέτηση, που είναι ο ρατσισμός. Και οδηγούν σε απροκάλυπτη διάδοση ψευδών ειδήσεων ­–fake news, κατά το νυν λεγόμενο. Και ειδικότερα, της τερατολογίας ότι «στις σημερινές Η.Π.Α., (…) συχνά για να επιλεγείς σε πανεπιστημιακή θέση πρέπει να συγκεντρώνεις τα γνωστά τρία τυπικά προσόντα: να ανήκεις σε κάποια μειονότητα, να είσαι γυναίκα και γκέι»! (Πραγματικά βρε αδερφέ, όλοι έχουμε πλέον βαρεθεί να βλέπουμε όλες αυτές τις μαύρες λεσβίες καθηγήτριες στα πανεπιστήμια).

Το πρόβλημα με άλλα λόγια τού κ. καθηγητή είναι ότι το σενάριο της ταινίας είναι «κομμένο και ραμμένο στα μέτρα της πολιτικής ορθότητας».

Για να έχουμε ένα μέτρο σύγκρισης και μια ιδέα για την προέλευση και την κυκλοφορία παρόμοιων επιχειρημάτων, παραθέτω κατωτέρω ένα απόσπασμα από μία άλλη κινηματογραφική κριτική που κατά σύμπτωση γράφτηκε τις ίδιες μέρες:

Η ”πολιτική ορθότητα” δεν έχει τον παραμικρό ενδοιασμό “να αλλάξει τα φώτα” στην πραγματικότητα … το ντοκιμαντέρ δεν είναι τίποτα άλλο από μια εφεύρεση προκειμένου να γίνει σύνδεση με το σήμερα και την ύπαρξη αρκετών μεταναστών και “προσφύγων” στην χώρα που προέρχονται από την Ασία ή την Αφρική.

Η κριτική αυτή δημοσιεύτηκε στην ιστοσελίδα της Χρυσής Αυγής, και αφορούσε ντοκιμανταίρ της σουηδικής τηλεόρασης σχετικό με μια επιστημονική έρευνα κατά την οποία οι πρώτοι κάτοικοι της Σουηδίας είχαν μελαμψό δέρμα.

Το πόσο η κριτική του Πασχάλη δεν αφορά το καθαυτό περιεχόμενο της ταινίας, γίνεται φανερό και από το ότι, όποτε επιχειρεί να αναφερθεί σε αυτό, λέει ανακρίβειες. Για παράδειγμα: γράφει ότι, ενώ η περιοδεία τού Don Shirley γίνεται με σκοπό να «αλλάξει τις καρδιές των ανθρώπων» (πράγμα βέβαια που στην ταινία δεν ισχυρίζεται ο ίδιος ο καλλιτέχνης, αλλά ένας συνεργάτης του μιλώντας γι’ αυτόν), τελικά «Ο πιανίστας δεν αλλάζει τη στάση κανενός στη διάρκεια της περιοδείας του». Κι ωστόσο, ο ίδιος ο αρθρογράφος, στην αμέσως επόμενη πρόταση, αναφέρει ότι, στο τέλος της ταινίας, «ο πιανίστας επιστρέφει στην έδρα του και στο τέλος παρακάθεται στο χριστουγεννιάτικο τραπέζι της ιταλοαμερικανικής οικογένειας του οδηγού».

 

Θα πρέπει να είναι κανείς πολύ ηλίθιος για να μην προσέξει ότι αυτό ακριβώς συνιστά όχι απλώς «αλλαγή στάσης», αλλά στροφή 180 μοιρών για τον οδηγό και, εν μέρει, για ολόκληρη την ιταλοαμερικανική οικογένειά του! (Εκτός από την Λατίνα γυναίκα του). Αναρωτιέμαι αν ο Πασχάλης είδε πραγματικά (ολόκληρη) την ταινία ή απλώς του την αφηγήθηκαν. Εάν πάντως την είδε, δεν μπορεί να ήταν τόσο τυφλός ώστε να μην προσέξει ένα πλάνο από την αρχή της, στο οποίο ο Ιταλοαμερικανός σωφέρ και μπράβος, βλέποντας ότι η γυναίκα του σέρβιρε λεμονάδα σε δύο μαύρους εργάτες που είχαν έρθει για κάτι επισκευές στο σπίτι τους, μόλις αυτοί φύγουν, πηγαίνει, πιάνει (με την άκρη των δακτύλων του) τα ποτήρια στα οποία ήπιαν οι μαύροι, και τα πετά στα σκουπίδια για να μη «μολυνθεί» από τη μαυρίλα! Αυτός ο ίδιος άνθρωπος, τώρα, στο τέλος της ταινίας, υποδέχεται με ανοιχτές αγκάλες τον μαύρο πιανίστα και υποδεικνύει στους αμήχανους συγγενείς του να του κάνουν χώρο για να βρει μια θέση στο οικογενειακό τους χριστουγεννιάτικο τραπέζι! Όπως δε πληροφορούν το θεατή οι σχετικές «κάρτες» που πέφτουν μετά τους τίτλους του τέλους, οι δύο αυτοί άνθρωποι, ο Ιταλός και ο Αφροαμερικανός, (οι οποίοι ήταν υπαρκτά πρόσωπα), οικοδόμησαν μία στέρεα και ειλικρινή φιλία που κράτησε όλη την υπόλοιπη ζωή τους.

Με άλλα λόγια, κατά τη διάρκεια της ταινίας, ο βασικός ήρωας –ο ένας από τους δύο βασικούς ήρωες- έχει διανύσει την απόσταση από τη μνησικακία και το φόβο προς τον μαύρο, μέχρι την απάρνηση του προνομίου του λευκού άνδρα. Όχι απλώς έχει ξεπεράσει το μίσος, αλλά έχει φτάσει μέχρι την αγάπη.

Ίσως την πορεία αυτή θα ήταν καλό να τη διανύσει κάποια στιγμή και ο κ. Πασχάλης. Αν όχι τη δεύτερη, τουλάχιστον την πρώτη.

 

Related image

1 comment

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Google photo

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.

Αρέσει σε %d bloggers: