Η συμφωνία των Πρεσπών είναι ένα αριστούργημα πολιτικής τέχνης

του Άκη Γαβριηλίδη

 

Έναν καιρό, (κατά προτίμηση από αύριο), η διαδικασία που οδήγησε στη συμφωνία των Πρεσπών θα έπρεπε να περιλαμβάνεται σε όλα τα εγχειρίδια (μη στρατηγικής) στρατηγικής, εάν υπήρχαν τέτοια, και να διδάσκεται σε όλες τις σχολές πολιτικών και συναφών επιστημών.

Είναι μακράν το καλύτερο παράδειγμα που μπορώ να σκεφτώ για το πώς μπορεί να επιτευχθεί το μάξιμουμ αποτέλεσμα με τα μίνιμουμ μέσα· πώς μπορεί κάποιος που εκ πρώτης όψεως βρίσκεται στριμωγμένος στον τοίχο ενός δυσμενέστατου συσχετισμού δυνάμεων να παίξει σωστά τα ελάχιστα χαρτιά που έχει και, τελικά, να κερδίσει φαινομενικά ισχυρότερους αντιπάλους.

Πριν από έναν μόλις χρόνο, η σχεδόν τριακονταετής κυριαρχία της «μακεδονομαχικής» γραμμής στο πολιτικό και ιδεολογικό προσωπικό του ελληνικού κράτους, καθώς και στην ελληνική κοινωνία, φαινόταν αδιατάρακτα εδραιωμένη. Η κυβέρνηση Τσίπρα –όπως και, για άλλους λόγους, η κυβέρνηση Ζάεφ- φαινόταν εξαιρετικά αδύναμη και πιεσμένη, χωρίς πολλές δυνατότητες να πάρει πρωτοβουλίες, να ανοίξει καινούρια μέτωπα δυσαρεστώντας ψηφοφόρους και να διαταράξει εύθραυστες ισορροπίες. Όμως, αποδείχθηκε ότι οι φαινομενικά επίφοβοι μακεδονομάχοι ήταν χάρτινες τίγρεις. Άρκεσε μία απλή τολμηρή κίνηση για να ξεδοντιαστούν και να βρεθούν σε αδυναμία να αντιδράσουν.

Βεβαίως, όταν λέμε «απλή», αυτό αναφέρεται στη στιγμιαία και εστιασμένη δράση της κίνησης αυτής στη συγκυρία, στην θυελλώδη απεδαφικοποίηση που επιφέρει στο πεδίο της σύγκρουσης. Ως προς την προετοιμασία της, η συμφωνία η ίδια δεν ήταν καθόλου απλή, αλλά αποτέλεσμα μακράς, επίπονης και ευφυούς εργασίας, ώστε να «οχυρωθεί» το κείμενο και να είναι όσο το δυνατόν λιγότερο ευπρόσβλητο από τα βέλη του αντιπάλου.

Αυτό που πρέπει να κρατήσει όποιος πραγματικά ενδιαφέρεται να σκεφτεί σοβαρά την πολιτική, και όχι να κλαψουρίζει ή να ηθικολογεί, είναι ότι στην πολιτική, όπως και στον πόλεμο, δεν κερδίζει όποιος έχει συσσωρεύσει ποσοτικά περισσότερες δυνάμεις από τον αντίπαλό του, αλλά όποιος καταφέρνει να αξιοποιήσει καλύτερα αυτές τις δυνάμεις του –όσο και, ιδίως, τις δυνάμεις του αντιπάλου. Με όρους Ντελέζ-Γκουατταρί, η συμφωνία είναι ο θρίαμβος του μειονοτικού γίγνεσθαι (devenir minoritaire) έναντι του πλειοψηφικού γεγονότος (fait majoritaire).

Για παράδειγμα: ένα από τα φαινομενικά αξεπέραστα μειονεκτήματα που αντιμετώπιζε πριν τη συμφωνία η κυβέρνηση Τσίπρα ήταν ότι, σύμφωνα με όλες τις ενδείξεις, η δημοτικότητά της βρισκόταν σε χαμηλό σημείο, ενώ όλοι οι παρατηρητές εμφανίζονται πεπεισμένοι ότι η θητεία της δεν πρόκειται να ανανεωθεί στις επόμενες εκλογές. Με την υπογραφή της συμφωνίας, όμως, η κυβέρνηση μετέτρεψε αυτό το μειονέκτημα σε πλεονέκτημα. Αντί να υποχωρήσει προς τα πίσω, προέκρινε μία αιφνιδιαστική φυγή προς τα εμπρός, και μάλιστα με τέρμα γκάζι, σκεπτόμενη ίσως ότι «ο βρεμένος τη βροχή δε φοβάται» και ότι, με μία τέτοια κίνηση, δεν μπορεί να της συμβεί τίποτε χειρότερο· άρα απ’ αυτήν έχει να κερδίσει πολλά, και να χάσει λίγα. Σύμφωνα με τις συμβάσεις με τις οποίες διεξάγεται στις κοινοβουλευτικές δημοκρατίες το πολιτικό παιχνίδι, μια διεθνής –ή και εσωτερική, άλλωστε- πράξη την οποία υπογράφει η νόμιμα εκλεγμένη κυβέρνηση, δεσμεύει τη χώρα, ασχέτως εάν τη συγκεκριμένη στιγμή η κυβέρνηση αυτή είναι ψηλά ή χαμηλά στις δημοσκοπήσεις. Οι κυβερνήσεις δεν κρατάνε για πάντα· οι διεθνείς συμφωνίες όμως κρατάνε. Ή πάντως, κρατάνε μέχρι να αναιρεθούν με νέα συμφωνία και των δύο ή περισσότερων μερών· αλλιώς, με πόλεμο.

Η κυβέρνηση Τσίπρα λοιπόν έβαλε τη δυσμενή εσωτερική συγκυρία να δουλέψει γι’ αυτήν· το ίδιο ακριβώς έκανε και με την ευρωπαϊκή και γενικότερα τη διεθνή συγκυρία. Σε μια φάση εντάσεων, καχυποψίας, εθνικών περιχαρακώσεων και οικοδόμησης τοίχων, όπου διεθνώς υπήρχε «ζήτηση» για καλές ειδήσεις, ειδήσεις για συνεννόηση και επίλυση συγκρούσεων, ήταν πολύ απλό να σκεφτεί κανείς ότι η προσπάθεια να λυθεί μια διακρατική διαφορά τριάντα χρόνων θα συγκέντρωνε την καθολική αποδοχή όλων των υπόλοιπων χωρών του πλανήτη, οι οποίες ούτως ή άλλως εδώ και καιρό έβρισκαν τη διαφωνία γελοία και κυριολεκτικά ακατανόητη γι’ αυτές.

Είναι κωμικό, και δείγμα πολιτικής ανοησίας και αναλφαβητισμού, να υποστηρίζεται ότι τη συμφωνία «την επέβαλαν οι ξένοι» και ότι «ο Τσίπρας υποτάχθηκε στο ΝΑΤΟ». Όσοι το λένε αυτό, είτε εκ δεξιών είτε εξ αριστερών –άλλωστε μερικές φορές είναι δύσκολο να ξεχωρίσεις τους μεν από τους δε-, κάνουν το εξής παιδαριώδες λάθος ανάγνωσης της συγκυρίας: στο πλαίσιο ενός μεθοδολογικού εθνικισμού/ ολοκληρωτισμού, φαντάζονται ότι και οι άλλοι επιθυμούν (και οφείλουν να επιθυμούν) ό,τι και αυτοί. Όταν λέμε ότι κάποιος «υποτάσσεται», προϋποθέτουμε ότι επιθυμεί το Α αλλά κάποιος άλλος παρεμβαίνει και του επιβάλλει να ακολουθήσει το Β. Εδώ, όμως, αυτό το Α –την ζηλότυπη διαφύλαξη της αποκλειστικότητας στη χρήση του «πανάρχαιου ελληνικού ονόματος»- το επιθυμούσαν, και το επιθυμούν, οι επικρίνοντες, όχι οι επικρινόμενοι. Η ελληνική κυβέρνηση δεν υποτάχθηκε στην ανώτερη ισχύ άλλων κυβερνήσεων και διεθνών οργανισμών· την αξιοποίησε, την έβαλε να δουλέψει για το δικό της σκοπό. Όσοι λένε το αντίθετο είναι βυθισμένοι στη διανοητική και πρακτική ανημπόρια και τη μνησικακία τους.

Μετά τη χθεσινή έγκριση των τροποποιήσεων από τον αντισυμβαλλόμενο, το ποτάμι δεν γυρίζει πίσω. Ο τερματισμός της διαμάχης, τουλάχιστον σε επίπεδο κρατών, είναι πλέον διεθνές κεκτημένο. Ακόμα και αν υποθέσουμε ότι η παρούσα κυβέρνηση αύριο πέφτει και στη θέση της έρχεται μία άλλη υπό την νυν αξιωματική αντιπολίτευση, τίποτα δεν πρόκειται να αλλάξει. Πρώτον διότι είναι σαφές ότι ο Κυριάκος Μητσοτάκης, στην περίπτωση που εκλεγεί, δεν πρόκειται να υπαναχωρήσει από τη συμφωνία· απλώς τώρα προβαίνει σε διάφορες επιτελέσεις ρουτίνας για να ψαρεύει στα θολά νερά του (ακρο)δεξιού λαϊκισμού. Αλλά δεύτερον, και κυριότερον, ακόμη και αν –ιδίως εάν- η ελληνική κυβέρνηση υπαναχωρήσει ενώ η άλλη πλευρά έχει συμφωνήσει, τότε απλούστατα θα γίνει διεθνώς περίγελος, χωρίς ούτε καν να καταφέρει να αποτρέψει το ουσιαστικό αποτέλεσμα: όλες οι χώρες της υφηλίου, ευλόγως, θα της επιρρίψουν την ευθύνη και θα αναγνωρίσουν αμέσως τη γειτονική χώρα ως Βόρεια Μακεδονία –αν όχι ως απλώς Μακεδονία, όπως είχαν κάνει ήδη οι περισσότερες.

Εκτός από το κρατικό επίπεδο, βέβαια, υπάρχει και το κοινωνικό. Σε αυτό, οι μακεδονομάχοι μπορούν να συνεχίσουν να γαυγίζουν και να γκρινιάζουν για την «πανάρχαια ελληνική κληρονομιά που μας κλέβουν» κ.ο.κ. Πέρα από αυτή τη γκρίνια, όμως, δεν φαίνεται να μπορούν να κάνουν και πολλά πράγματα. Πάντως ό,τι δοκίμασαν όλο αυτό το διάστημα, όπως έχουμε ήδη γράψει εδώ και καιρό, σημείωσε παταγώδη αποτυχία. Στα υποτιθέμενα «συλλαλητήρια» ο κόσμος δεν ήρθε στο ραντεβού, ενώ οι καταλήψεις που επιχείρησαν να στηθούν με χουντικά συνθήματα, όπου έγιναν, δεν κράτησαν παραπάνω από μια μέρα και έχουν ήδη ξεχαστεί.

Το χαρμόσυνο μήνυμα λοιπόν από τη συμφωνία των Πρεσπών είναι το εξής: τα πράγματα αλλάζουν. Ο μετασχηματισμός είναι δυνατός. Και ο πιο δυσμενής συσχετισμός ανατρέπεται, εάν βρεις το κουμπί του.

Image result for το λιβάδι που δακρύζει

2 comments
  1. Ιάκωβος said:

    Πως μπορεί να γίνει αποδεκτή μία συμφωνία της οποίας ο χρονικός όρος υποχρέωσης της in toto τροποποίσης του συντάγματος του ενός μέρους έχει παραβιαστεί; Ή μήπως, στον βωμό των ιδεολογικών πεποιθήσεων ή της πολιτικής σκοπιμότητας πρέπει να κάνουμε τα στραβά μάτια στην νομιμότητα;

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.

Αρέσει σε %d bloggers: