Κίτρινα Γιλέκα: η roundabout [1] εξέγερση

 

του Joshua Clover

Πολλά έχουν γραφτεί για τα Κίτρινα Γιλέκα και τη σχέση τους τόσο με την πολιτική, αριστεράς και δεξιάς, όσο και με τα ιστορικά κύματα εργατικών εξεγέρσεων. Σε αυτό το άρθρο, ο Τζόσουα Κλόβερ υποστηρίζει ότι τα Κίτρινα Γιλέκα είναι στην πραγματικότητα ένα τυπικό παράδειγμα μιας σύγχρονης εξέγερσης και ο καλύτερος τρόπος να το δει κανείς είναι ως ένα πρώιμο παράδειγμα ενός κύματος κλιματικών εξεγέρσεων που, σύντομα, έρχεται.

 

Οι εξεγέρσεις στους κυκλικούς κόμβους

Η Γαλλία, αφού κληροδότησε στον κόσμο την αριστερά και την δεξιά ως πολιτικές έννοιες, τώρα φαίνεται αποφασισμένη να διερευνήσει τη δυναμική μιας κατάστασης στην οποία το μακροχρόνιο πολιτικό φάσμα δεν λειτουργεί πλέον σύμφωνα με το έθιμο. Σε αυτό το επίπεδο αφαίρεσης, η τοπογραφία αυτής της κατάστασης μοιάζει τώρα κάπως σαν ένα ισοσκελές τρίγωνο. Η δεξιά ανήκει στον Εθνικό Συναγερμό (Rassemblement national) , και –ακόμη χειρότερα- έχει ριζοσπαστικοποιηθεί μέσα από μια εθνικιστική πορεία. Καθώς η πασοκοποίηση συρρίκνωσε το Σοσιαλιστικό Κόμμα (Parti Socialiste), απέμεινε μια αριστερά που είναι εκ των πραγμάτων αριστερότερη. Και οι δύο [δεξιά και αριστερά], είναι καταδικασμένες να αντιταχθούν στο τεχνοκρατικό κέντρο με τρόπους που φαίνονται να τις δεσμεύουν σε μια τυπική συμμαχία: και οι δύο, και εθνικοί σωβινιστές και εκείνες που μπορούν ακόμα να ανακαλούν τα εγερτήρια σαλπίσματα του κομμουνισμού και του αναρχισμού, αντιτάσσονται κατ’ανάγκη ενάντια σε έναν κοινό εχθρό. Ωστόσο, από την πίσω πόρτα, εξαναγκάζονται επανειλημμένα να πολεμούν ο ένας την άλλη στους δρόμους σε στιγμές άμεσης μάχης που βγάζουν από την εικόνα τον μεσολαβητή, ονόματι Μακρόν. Αυτό το τριγωνικό δράμα αρχίζει να υποδηλώνει γιατί η εξέγερση των Κίτρινων Γιλέκων έχει αποδειχθεί τόσο χαοτική και, από απόσταση (αλλά ίσως και από κοντά) , τόσο δύσκολο να αναλυθεί στα υποκείμενα που την συνθέτουν και στον ρόλο που παίζει το καθένα. Πολλοί συμμετέχοντες δηλώνουν απολιτίκ που ζουν καθοδικά κινούμενες ζωές στη μέση του τριγώνου, περιφρονώντας τους πειρασμούς των υποσχέσεων οποιουδήποτε κόμματος. Εν τω μεταξύ, αν πρόκειται για τις τιμές της βενζίνης και την κατάρρευση της αγοραστικής δύναμης, τότε γιατί σημειώνονται συμπλοκές ανάμεσα σε φασίστες και αντιφασίστες; Κάθε θέση πρέπει να αντιμάχεται και την καθεμιά από τις δύο άλλες κορυφές του τριγώνου σε πολέμους θέσης [σε πόλεμο για την ηγεμονία] και στο δρόμο σε μάχες ελιγμών [τακτικής]. Αλλά κι αυτό είναι πάλι ένα απλουστευτικό σχήμα. Η σοφία απαιτεί να αφήσω την λεπτομερή περιγραφή των πτυχωτών κοινωνικών δυνάμεων της εξέγερσης σε άλλους, με μεγαλύτερη τοπική εμπειρία.

Εκτός από τους δρώντες που συνθέτουν ένα περίπλοκο πεδίο, σπαζοκεφαλιά αποδεικνύονται και οι μορφές και τα φαινόμενα του κινήματος. Η παρισινή συλλογικότητα Plateforme d’Enquêtes Militantes γράφει: «Ένα πεδίο μάχης: αυτή η λέξη περιγράφει το κίνημα που έχει καταλάβει τη Γαλλία τις τελευταίες εβδομάδες, καθόσον διατρέχεται από μια κοινωνική σύνθεση και πολιτικά ζητήματα –φορολογία και αγοραστική δύναμη- ανοίκεια στα κλασσικά ερμηνευτικά μας σχήματα». Κι όμως, υπάρχουν ερμηνευτικά σχήματα που προσφέρουν σημαντική διεισδυτική δυνατότητα στα χαοτικά γεγονότα.

Κυκλοφορία και διαβίωση

Δεν υπάρχει λόγος να μπερδεύεται κανείς. Το κίνημα των «κίτρινων γιλέκων» αναπτύχθηκε στην μορφή του με εργαστηριακή σαφήνεια. Είναι μια τυπική εξέγερση βγαλμένη απ’ τα εγχειρίδια. Μια εργασιακή διαμαρτυρία, για να πούμε το προφανές, παρουσιάζει αιτήματα βασισμένα στην εργασία, εργάτες στον ρόλο τους ως εργάτες ενώ παλεύουν να καθορίσουν τις τιμές και τους όρους της εργασίας τους –μια δράση που εκτυλίσσεται στη σφαίρα της παραγωγής, της παροχής αγαθών και υπηρεσιών, της δημιουργίας αξίας. Η κλασική εξέγερση, όπως προκύπτει κατά την μεσαιωνική και την πρώιμη νεωτερική Ευρώπη, είναι η μορφή συλλογικής δράσης που

1) παλεύει να καθορίσει την τιμή των αγαθών της αγοράς,

2) παρουσιάζει συμμετέχοντες που ο αναγκαίος δεσμός τους δεν είναι παρά η αποστέρηση από κάθε περιουσία τους,

3) εκτυλίσσεται στο σφαίρα της κατανάλωσης προβάλλοντας την διακοπή της εμπορικής κυκλοφορίας.

Από τον 14ο έως τον 18ο αιώνα αυτό συνήθως σήμαινε μια κινητοποίηση της κοινότητας που κατευθυνόταν σε έναν αρτοποιό ή μάλλον σε έναν έμπορο σιτηρών, απαιτώντας να πουλούν τα αγαθά τους τοπικά και οικονομικά. Επρόκειτο για μια πάλη διεξαγόμενη στην αγορά για το κόστος της αυτοαναπαραγωγής. Είναι προφανές ότι το κίνημα των Κίτρινων Γιλέκων ακολουθεί αυτό το πρωτόκολλο πολύ στενά. Όχι επειδή είναι βίαιο και άτακτο, προσβάλλοντας την ακεραιότητα του κράτους –το αστικό μέτρο της εξέγερσης-, αλλά επειδή ξεκινάει με (και αυτοσυντηρείται από) το αίτημα ότι ένα αγαθό διαβίωσης πρέπει να πουληθεί στην χαμηλότερη τιμή προκειμένου να συνεχιστεί η προλεταριακή αναπαραγωγή. Είναι ένα σημάδι ότι η εθιμική συμφωνία μεταξύ των τάξεων τελεί σε κρίση. Η επανάσταση για το ψωμί έχει επιστρέψει.

Μόνο που δεν είχε πάει πουθενά. Ειδικότερα, οι εξεγέρσεις για το κόστος των αναγκαίων μεταφορών είναι ένα σταθερό συστατικό του παρόντος, από την κατάργηση της επιδότησης καυσίμων που προκάλεσαν εξεγέρσεις σε όλη την Αϊτή ως τις επανειλημμένες διαμαρτυρίες για την ιλλιγιώδη αύξηση της τιμής βενζίνης στο Μεξικό και αλλού, και ως την εξεγερσιακή δύναμη που απελευθερώθηκε από μια αύξηση των ναύλων λεωφορείων στη Βραζιλία. Μόλις η μεταφορά γίνει μια αναγκαιότητα για επιβίωση, το κόστος της γίνεται μέρος του πακέτου διαβίωσης και ένα πεδίο πάλης. Η στόχευση ήταν σταθερή.

«Διαμαρτυρίες στους κυκλικούς κόμβους», αποκαλεί ένας συμμετέχων τις ενέργειες σε δρόμο έξω από την Τουλούζη. Οι διαδηλωτές συγκεντρώνονται εκεί για να εμποδίσουν την κυκλοφορία. Αλλού επιτίθενται σε σταθμούς διοδίων, σε βιομηχανίες αυτοκινήτων –σε όλες τις υλικές εκδηλώσεις κυκλοφορίας.

Ωστόσο, μια εξέγερση είναι μια «πάλη κυκλοφορίας» υπό μία βαθύτερη έννοια από μία απλή επικέντρωση στη μεταφορά. Σε αυτό το απώτερο όριο της βιομηχανικής και μεταποιητικής ανάπτυξης της υπεραναπτυγμένης Δύσης, η άνοδος της πάλης κυκλοφορίας σημαίνει την αδυναμία των παραδοσιακών εργατικών κινημάτων και την ταξική και κεφαλαιακή αναδιάρθρωση σε εθνική και διεθνή κλίμακα. Στην τυπική της έννοια, η «κυκλοφορία» δηλώνει μια συναφή ομάδωση φαινομένων: της αγοράς ή γενικότερα της κοινωνικής αρένας στην οποία λαμβάνει χώρα η μεταβίβαση κυριότητας και με τη σειρά της η κατανάλωση αγαθών και υπηρεσιών· της πραγματικής κίνησης των εμπορευμάτων μέσα στην αγορά και προς την κατανάλωση μετά την παραγωγή τους· και των ειδών εργασίας που κυκλοφορούν αυτά τα προϊόντα πραγματώνοντας την αξία τους.

Η πάλη κυκλοφορίας αποτυπώνει τον κοινωνικό αγώνα εκείνων που πετάχτηκαν εκτός παραγωγής, καθώς η ίδια η παραγωγή επιβραδύνει και το κεφάλαιο, αναζητώντας κέρδη, βουτά σε στρατηγικές όλο και πιο επικεντρωμένες στην «θορυβώδη σφαίρα κυκλοφορίας» του Μαρξ. Οι χαρακτήρες που συγκεντρώθηκαν σε αυτήν τη δημοσιογραφική καταγραφή το μαρτυρούν. Ξεκινά, όπως πρέπει, όχι σε ένα εργοτάξιο, αλλά σε μια αγορά, σε μια πόλη μακριά από το Παρίσι με το δικό της κυκλικό κόμβο, με το δικό της σώμα από κίτρινα γιλέκα. Περιλαμβάνει έναν άνεργο ηλεκτρολόγο, μια νυχτερινή νοσοκόμα, έναν αυτοαπασχολούμενο τεχνίτη δαπέδων, έναν μεταφορέα τσιμέντου. Αυτό αποτυπώνει μια συγκεκριμένη διάταξη: τα υπολείμματα του κατασκευαστικού τομέα, ο λιμνάζων τομέας των υπηρεσιών, ο πρεκάριος και ο απορριμμένος. Δεν είναι ότι δεν δουλεύουν –κάποιοι δουλεύουν, κάποιοι όχι- αλλά είναι δύσκολο να φανταστεί κανείς την εργασιακή πάλη που θα μπορούσε να ενώνει τόσο παράταιρους τύπους σε μια περιοχή ή σε μια ολόκληρη χώρα. Το κόστος των πραγμάτων, όμως, τους εξαθλιώνει όλους. Δηλαδή, στην πραγματικότητα ο καθορισμός των τιμών.

Η πάλη εντός της πάλης

Κι ωστόσο, δεν πρέπει και πάλι να αγνοήσουμε ό,τι το άρθρο αυτό παραλείπει. Και η έναρξη της ιστορίας από την France profonde[2], και ο εντοπισμός των ριζών του κινήματος στις υποτιθέμενα λευκές επαρχίες ενάντια στις αλαζονικές και ελίτ τάξεις της μητρόπολης, ταυτόχρονα και φανερώνουν και αποκρύπτουν το βαθμό στον οποίο το φερόμενο ως ακέφαλο κίνημα και σχηματίστηκε από (και προβάλλει) εθνικιστές εχθρικούς προς τους προσφυγικούς πληθυσμούς των προαστείων –μια αλήθεια προφανής στην λίστα αιτημάτων που κυκλοφορεί ευρέως. Αυτό παρέχει μια οδό στο κόμμα της Λε Πεν να αδράξει την πρωτοβουλία για τις εκλογές του 2022, αν υποθέσουμε ότι η σημερινή κυβέρνηση δεν καταρρέει νωρίτερα. «Να αποχωρήσει ο Μακρόν» είναι τώρα η κυρίαρχη κραυγή, η γαλλική εκδοχή τού «οι λαοί θέλουν την πτώση του καθεστώτος». Και ξέρουμε πάρα πολύ καλά την καταστροφή τού να διευθετηθεί η κατάσταση με έναν τέτοιου είδους θεαματικό αποκεφαλισμό: στην καλύτερη περίπτωση μια επίδειξη ισχύος που διακινδυνεύει μια επουσιώδη αντικατάσταση, και στη χειρότερη μια ευκαιρία για έναν εκκολαπτόμενο δικτάτορα.

Η αναζήτηση για την ανακάλυψη του αληθινού υποκειμένου μιας εξέγερσης παραβλέπει πάντα την ποικιλοχρωμία εντός του πλήθους. Κάτοικοι της πόλης και κάτοικοι των προαστείων ήταν παρόντες από την στιγμή που ξεκίνησε. Επιπλέον, δεν ισχύει ότι οι γαλλικές περιφέρειες συγκροτούν έναν ομοιογενή λαϊκισμό, χωρίς άλλες δεσμεύσεις παρά μόνο για το καταναλωτικό έλλειμμα- απλώς αυτό είναι που φέρνει κοντά δρώντες με πολύ διαφορετικές έγνοιες. Άνθρωποι φτάνουν στο κίνημα χωρίς καθοδήγηση, ή με μια διστακτική διαίσθηση και τα γεγονότα λειτουργούν ως ένα είδος σχολείου γι’ αυτούς. Η αφορμή που πυροδότησε μια εξέγερση, ένα κίνημα, μια εξέγερση, δεν είναι ποτέ ταυτόσημα με το νόημά της. Από το ξεκίνημα ήδη υπήρχε μια πάλη εντός της πάλης, ένας αγώνας για το πού θα κατευθυνθεί- είναι πάντα σε αυτή την αντιπαράθεση που ζει η επαναστατική δυνατότητα. Ενώ ξέρουμε πια ότι κινήματα του δρόμου στρέφονται προς τα δεξιά –η Βραζιλία προσφέρει ένα ολέθριο παράδειγμα- τα Κίτρινα Γιλέκα φάνηκαν να αντιστρέφουν αυτήν την πορεία, σε διάφορες στιγμές κατά τη διάρκεια των ταραχών, ιδίως όταν οι εβδομαδιαίες προσκλήσεις σε σύγκλιση το Σάββατο, σήμαναν μια ορισμένη αστικοποίηση και κινήθηκαν προς μια ευρύτερη προλεταριακή βάση, περιλαμβάνοντας και δρώντες όπως η Επιτροπή Ανταμά. Η «Επιτροπή αλήθειας και δικαιοσύνης για τον Adama Traoré» συγκροτήθηκε το 2016 μετά τον θάνατο του Αντάμα Τραορέ ενώ βρισκόταν υπό αστυνομική κράτηση βόρεια του Παρισιού. Ένα γεγονός που πυροδότησε εξεγέρσεις ίδιες ως προς το είδος, αν όχι ως προς την κλίμακα, με τις τρεις εβδομάδες εξέγερσης που το 2005 ξεπήδησε από το Κλισί-Σου-Μπουά για να ζώσει το Παρίσι, και να καταλήξει στα προάστια σε όλη τη Γαλλία και πιο πέρα.

Η «φυλετική εξέγερση» (σύμφωνα με την ανακριβή αγγλόφωνη ονομασία της) ή «προαστιακή εξέγερση» που ξεκινά με κρατική βία εναντίον υποτελών κοινοτήτων, στην Ευρώπη σταθερά μεταναστευτικών κοινοτήτων, εμφανίζεται αμέσως ως η απέναντι από την εξέγερση των Κίτρινων Γιλέκων ομάδα. Αυτές είναι οι δύο πλευρές της πάλης κυκλοφορίας: από τη μια πλευρά, εξεγέρσεις εκείνων που αποκλείονται από τον μισθό και, από την άλλη, εξεγέρσεις εκείνων των οποίων οι μισθοί δεν μπορούν να αγοράσουν πλέον ο,τι τους χρειάζεται– ζευγαρωτά φαινόμενα στάσιμης και φθίνουσας παραγωγής όπου ο μισθός και η πειθάρχηση μέσω του μισθού δεν σταθεροποιούν πλέον την πολιτική οικονομική κατάσταση. Σαν αληθινά αντίπαλες ομάδες, συναντιούνται ο ένας με τον άλλο ξανά και ξανά. Και πάντως θα μπορούσε κανείς να κάνει χειρότερα από το να αναπτύξει μια αποτίμηση του παρόντος εξετάζοντας τις σχέσεις αυτών των δύο αγώνων κυκλοφορίας.

Ενάντια στον Πράσινο Εθνικισμό

Και οι δύο εξεγέρσεις, όποια κι αν ήταν η αφορμή τους, δεν μπορούν παρά αναπόφευκτα να εγείρουν τα ζητήματα της μετανάστευσης, των συνόρων, του οικονομικού εθνικισμού κ. ο. κ. Αυτό είναι ένα συνεπακόλουθο της ανόδου της πάλης κυκλοφορίας: καθώς η φθίνουσα παραγωγή και η ταξική ανασύνθεση (της οποίας τεκμήριο είναι αυτοί οι αγώνες κυκλοφορίας) αντιμετωπίζουν την ξενοφοβία και εγκλωβίζονται σ΄ αυτήν, είναι βέβαιο ότι ο εθνικός σοβινισμός θα μπει στο τραπέζι. Δεν υπάρχει σοβαρή αριστερή πολιτική που να μην είναι ευθύς εξαρχής ήδη αντιρατσιστική.

Είναι εξίσου ξεκάθαρο ότι τα κινήματα πρέπει όλο και περισσότερο να προσανατολίζονται ανάλογα με την οικολογική καταστροφή. Μια καινοτομία της σύγκρουσης των Κίτρινων Γιλέκων έγκειται στο ότι το κράτος χρησιμοποιεί τις δήθεν οικολογικές ανησυχίες του προκειμένου να μεταφέρει τα κοινωνικά κόστη της αναπαραγωγής στους υπηκόους του. Αυτό φαίνεται μια ζοφερή πρόβλεψη ωστόσο ακριβής. Είναι εξαιρετικά εύκολο να φανταστούμε την οικο-λογική να γίνεται, στα υπεραναπτυγμένα κράτη, ένα κρατικό εργαλείο προς στήριξη προγραμμάτων λιτότητας. Υπό αυτή την έννοια, είναι εντελώς λάθος να αντιληφθούμε το αίτημα κατά της προσαύξησης της ντήζελ ως αντιοικολογικό. Καθόσον το κράτος λειτουργεί ως συντονιστική επιτροπή του κεφαλαίου – και ως προς αυτό τίποτα δεν έχει αλλάξει – θα παραμένει αδύνατο να ταχθούμε με την πλευρά της επιβίωσης του πολιτισμού επιτρέποντας να μετατραπεί η «οικολογία» σε κρατικό όπλο. Το να αρπάξει από τα χέρια του κράτους αυτό το όπλο πρέπει να είναι ακόμη ένα πρωταρχικό καθήκον για την αριστερά.

Εδώ βλέπουμε πόσο ισχυρά είναι τα ίδια τα Κίτρινα Γιλέκα. Μια απαίτηση του κράτους στο όνομα της ασφάλειας, την επιστρέφουν σαν προειδοποίηση ότι το κράτος είναι επικίνδυνο. Αυτό αν μη τι άλλο είναι μια οικολογική αλληγορία για το ποιός θα επιφορτιστεί με την εξασφάλιση της ασφάλειας και της επιβίωσης: το κράτος ή οι άνθρωποι; Η δραματική αντιστροφή τονίζει όλο και έντονα την ειρωνική εξέλιξη κατά την οποία το κίνημα, που όπως μας είπαν αποτελείται από εκατομμύρια εξοργισμένους οδηγούς, έχει στραφεί στην haute[3] γαλλική δραστηριότητα, τον εμπρησμό αυτοκινήτων, σαν με αυτό να δήλωνε συνέργεια στην εξέγερση των προαστίων. Τι θα μπορούσε να είναι οικολογικά πιο ευαίσθητο από αυτό;

Είναι ίσως χρήσιμο να σκεφτούμε τα γεγονότα των Κίτρινων Γιλέκων ως μια πρώιμη κλιματική εξέγερση, έτσι όπως ακριβώς καταλαβαίνουμε ότι μεγάλο μέρος της σύγχρονης μετανάστευσης οφείλεται στην κλιματική κατάρρευση. Αυτές οι δύο προβληματικές –η παγκόσμια κυκλοφορία των πληθυσμών και η οικολογική κρίση- δεν θα χρησιμεύσουν απλώς ως ευκαιρίες για να ενισχυθεί ακόμη περισσότερο η κρατική εξουσία, αλλά είναι βέβαιο ότι, μέσα στην επόμενη δεκαετία, θα συγκλίνουν σε κάτι σαν «πράσινο εθνικισμό» μέσω ενός λόγου περί διατήρησης πόρων και δήθεν ανθρωπιστικών διατάξεων κατά των κλιματικών προσφύγων. Δεν υπάρχει ουνιβερσαλισμός που δεν θα αντιταχθεί σε αυτή την εξέλιξη μέσω αγώνων και για τα δύο: ανοιχτά σύνορα, και κοινοτική εξουσία σε οικολογικά ζητήματα.

Προς το πολιτικό –και πάλι πίσω

Μόλις πέρασε η δέκατη επέτειος από τη δολοφονία του Αλέξη Γρηγόπουλου από την ελληνική αστυνομία και τις μεγάλης κλίμακας εξεγέρσεις που επακολούθησαν. Αν αναζητούσε κανείς την εκτόξευση του τρέχοντα κύκλου της πάλης κυκλοφορίας, θα μπορούσε να την εντοπίσει σε εκείνη την στιγμή- και στο πλαίσιο της, που είναι η παγκόσμια οικονομική κρίση και η μαζική ανεργία που την συνοδεύει, συνθήκες ιδιαίτερα οξυμένες στην Ελλάδα που επιπλέον διαθέτει και μια παράδοση δυναμικού κοινωνικού αγώνα, ζωντανή ακόμη. Δεν θα μπορούσε κανείς παρά να θαυμάσει τη μαχητικότητα αυτών των αγώνων και, αν κάποιος ήταν αρκετά τυχερός ώστε να έχει κάποια αναλυτική απόσταση, να απογοητευτεί από τον επαναλαμβανόμενο χαρακτήρα των μαχών με την αστυνομία, τις επιθέσεις στο κτήριο της Βουλής. Η αδυναμία της εξέγερσης που πυροδοτείται από την κρατική βία είναι ότι συνήθως παγιδεύεται εκεί: [το κράτος] πολύ συχνά καταφέρνει να την διαχειριστεί με επιφανειακές τροποποιήσεις του κρατικού μηχανισμού: ένας κρατικός αξιωματούχος παραιτείται, συγκροτείται μια εξεταστική επιτροπή, κ.ο.κ.

Η εξέγερση για τον καθορισμό των τιμών έχει ως δύναμή της το ότι αντιμετωπίζει την οικονομία ευθέως. Αυτή είναι και η αδυναμία της, όπως γίνεται ξεκάθαρο στο κίνημα των Κίτρινων Γιλέκων και από το πώς [αυτή η εξέγερση] προσφέρει χώρο να κινηθούν κάθε είδους απαράδεκτες, απορρίπτεες πολιτικές, μια και (της) λείπει ο ρητός αντιρατσισμός και η σιωπηρή κατάργηση των προαστιακών εξεγέρσεων. Οδηγεί πάρα πολύ εύκολα σε μια ρεβανσιστική νοσταλγία για την ταξική συμφωνία των trentes glorieuses[4], μια κι έχει μια στενόμυαλη αντίληψη για το ποιος συμπεριλήφθηκε σ’εκείνη την συμφωνία- τώρα είναι εκείνη η στιγμή και οι αποκλεισμοί της, και όχι το 1792,- να τι σημαίνει όταν τα πλήθη τραγουδούν ξεσπώντας την «Μασσαλιώτιδα».

Αλλά, ένα πράγμα που μας λέει η άνοδος των αγώνων κυκλοφορίας είναι ότι μια τέτοια παρελθοντική στιγμή δεν επιστρέφει, ούτε για αριστερούς ούτε για εθνικιστές. Προς το παρόν αξίζει να παρακολουθήσουμε πόσο γρήγορα η απλή οικονομική απαίτηση από την πηγή του κινήματος ξεχειλίζει από τις ίδιες του τις όχθες και οδεύει προς την πολιτική κρίση. «Η οικονομία» στη σύγχρονη αφαίρεσή της πρέπει στ’ αλήθεια να εκπροσωπείται από το κράτος. Και μπορεί κανείς να λεηλατεί πέρα-δώθε στα Ηλύσια Πεδία – αυτή η σπουδαία πράξη καθορισμού τιμών στην τιμή μηδέν- αλλά όλοι αντιλαμβάνονται ότι η κατοικία του Μακρόν είναι τα χειμερινά ανάκτορα του χρήματος. Οι άνθρωποι ωστόσο δεν επιθυμούν να μιλήσουν μαζί του, και αυτό είναι ακόμη μια θεμελιώδης δύναμη του κινήματος. Παρ’όλες τις φλυαρίες για την σημασία των συμβόλων και τα πλακάτ των διαδηλωτών, τα Κίτρινα Γιλέκα κέρδισαν το αρχικό τους αίτημα όχι με την επικοινωνιακή τους ορμητικότητα αλλά μέσα από την ένταση των άμεσων παρεμβάσεων, από τα οδοφράγματα στους κυκλικούς κόμβους ως την πολιορκία της Αψίδας του Θριάμβου, τον κυκλικό κόμβο στην καρδιά των πραγμάτων. Αυτό σίγουρα επισημαίνει τον ιδιόμορφο χαρακτήρα του παρόντος, ως τώρα καλά καταγραμμένου, κατά τον οποίο «Αγώνες που μπορεί να είχαν μετριαστεί με ελάχιστες παραχωρήσεις σε αιτήματα του κινήματος (κατά την κρατική στρατηγική σε περιόδους άνθησης) τώρα ανακαλύπτουν ότι χρειάζονται εξεγερτική ισχύ». Πράγμα που τονίζει την ευθραυστότητα της CGT, της κάποτε παντοδύναμης γενικής συνομοσπονδίας εργατών της Γαλλίας, η οποία παραμένει σχετικά μεγάλη σε κλίμακα, αλλά και απρόθυμη και ανίκανη να αναλάβει τις επείγουσες δράσεις που οι τρέχοντες αγώνες απαιτούν. Η είσοδός τους στο κίνημα των Κίτρινων Γιλέκων ήρθε αργά και φάνηκε να σηματοδοτεί το ξεθώριασμα της ιστορίας.

Ίσως όντως να έχει τελειώσει. Έχουν κερδίσει τον αρχικό τους στόχο. Επιπλέον, έχουν αρχίσει να ανακαλύπτουν ξανά την ενότητα της πολιτικής και της οικονομίας, αυτήν την υποβόσκουσα αλήθεια της κοινωνικής ύπαρξης και που το αστικό φετίχ είναι να την συγκαλύπτει. Οι συνεχιζόμενες ενέργειες θα υποβληθούν τώρα σε ανακατεύθυνση από τα εκλογικά κόμματα –έχουμε σοβαρούς λόγους να φοβόμαστε και αυτήν τη συρρίκνωση και τα αποτελέσματά της. Η αποτίμηση και τα μαθήματα για κάθε αριστερό άξιο του ονόματός του είναι ωστόσο αρκετά εμφανή και θέτουν σαφή ατζέντα για το άμεσο μέλλον.

Μετάφραση-σημειώσεις: Σοφία Λαλοπούλου


[1] Roundabout:

1.ένας κόμβος (ή διασταύρωση) στον οποίο η κυκλοφορία κινείται προς μια κατεύθυνση, κυκλικά γύρω από μια κεντρική νησίδα, με σκοπό να φτάσει σε έναν από τους δρόμους που συγκλίνουν στον κόμβο αυτό.

2. όταν επέχει θέση επιθέτου σημαίνει:
α. Να μην ακολουθείς την σύντομη, ευθεία οδό.

β. Με τρόπο έμμεσο και όχι σαφή. (New Oxford American Dictionary)

Εδώ, προτίμησα να αφήσω αμετάφραστο το roundabout επειδή η αγγλική εκφορά της φράσης υποβάλλει δυο αναγνώσεις του τίτλου, μη ανταγωνιστικές αλλά συμπληρωματικές η μια της άλλης: α) οι εξεγέρσεις στους κυκλικούς κόμβους (η κυριολεκτική ανάγνωση), β) οι εξεγέρσεις που δεν ακολουθούν την σύντομη, ευθεία οδό (ανάγνωση που ενεργοποιεί την μεταφορική σημασία της λέξης).

[2] France profonde: «βαθιά Γαλλία», φράση που δηλώνει την ύπαρξη «βαθιά γαλλικών» πλευρών της κουλτούρας γαλλικών επαρχιακών πόλεων, της ζωής και της αγροτικής κουλτούρας στα γαλλικά χωριά –πλευρές που εκφεύγουν της «κυρίαρχης ιδεολογίας» και της ηγεμονίας του Παρισιού. (βλ. https://en.wikipedia.org/wiki/France_profonde )

[3] Υψηλή [/κατεξοχήν] γαλλική δραστηριότητα

[4] «Της λαμπρής τριακονταετίας», 1945-1975

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.

Αρέσει σε %d bloggers: