Η ετυμηγορία τού μακεδονικού λαού ως μῆτις

του Άκη Γαβριηλίδη

 

Προ καιρού, σε ανύποπτο χρόνο, είχα υποστηρίξει εδώ ότι η μακεδονικότητα είναι μία έκφραση της τέχνης τού να μην κυβερνάσαι· μια τέχνη που έχει θεωρητικοποιήσει ο Αμερικανός αναρχικός ανθρωπολόγος Τζέιμς Σκοττ υπό τον όρο μῆτις, τον οποίο βέβαια δανείστηκε από τις αναλύσεις των Γάλλων (και Βέλγων) αρχαιοελληνιστών του τέλους του 20ού αιώνα.

Η ισχύς μίας ιδέας κρίνεται και από την ικανότητά της να εφαρμόζει σε πράγματα που δεν είχαν προκύψει όταν πρωτοδιατυπώθηκε και να τα ερμηνεύει. Πιστεύω λοιπόν ότι το αποτέλεσμα του δημοψηφίσματος στη δημοκρατία της Μακεδονίας θέτει μια πολύ ενδιαφέρουσα πρόκληση και ευκαιρία επαλήθευσης και εμβάθυνσης εκείνου του ισχυρισμού μου.

Τα αποτελέσματα εκλογικών διαδικασιών είναι πάντοτε πρόσφορο πεδίο για τον ανθρωπομορφισμό που ούτως ή άλλως συνοδεύει την έννοια του λαού. Αυτό όμως συνήθως συμβαίνει κυρίως όταν το επίδικο αποτέλεσμα είναι –ή μπορεί να παρουσιαστεί ως- ξεκάθαρο. Λέμε τότε –δηλαδή συνήθως ο νικητής λέει: «ο λαός τής … (συμπληρώστε) μου έδωσε ξεκάθαρη εντολή να προχωρήσω προς … (τα πεπρωμένα μας, την κάθαρση, τον εκσυγχρονισμό της χώρας, ή ό,τι άλλο είχε διαφημίσει προεκλογικά ο καθένας).

Το αποτέλεσμα/ μη αποτέλεσμα που έχουμε μπροστά μας είναι μία γοητευτική ευκαιρία να χρησιμοποιήσουμε στρατηγικά τον ανθρωπομορφισμό εναντίον του εαυτού του, κατά τρόπο που να τον βραχυκυκλώνει. Ο λαός/ μη λαός, διά της ψήφου/ μη ψήφου του, έδωσε ένα ασαφές μήνυμα· αλλά η ασάφεια αυτή είναι το ίδιο το μήνυμα. Ένα μήνυμα που δεν δίνει καμία σαφή εντολή σε κανέναν να κάνει οτιδήποτε.

Σε ένα σημείωμά της στην Εφημερίδα των Συντακτών, η Αθηνά Σκουλαρίκη συνοψίζει ακριβέστατα τις διάφορες παραμέτρους, και συμπεραίνει: «Η επόμενη μέρα αφήνει όλα τα ενδεχόμενα ανοικτά». Πράγματι, έτσι είναι. Εγώ όμως το προχωρώ λίγο ακόμα και λέω: αυτό ακριβώς ήθελαν να κάνουν οι κάτοικοι της δημοκρατίας της Μακεδονίας, αυτή ήταν η μη στρατηγική στρατηγική τους: να μην κλείσουν τίποτα. Διότι γνωρίζουν ότι, όταν κλείσεις τα ενδεχόμενα και δεν αφήσεις τίποτε ανοιχτό, τότε μπορεί να παγιδευτείς, και να μην έχεις από πού να φύγεις.

Διά της προσέλευσής του και διά της μη προσέλευσής του, ο «μακεδονικός λαός» έδρασε ως μία jellyfish tribe[1], μία «ασπόνδυλη φυλή», και προτίμησε να διαφυλάξει την αξιοπρέπειά του περνώντας κάτω από το ραντάρ των δημοσκόπων, των ανθρωπολόγων και λοιπών αποικιοκρατών και βαλκανιστών, οι οποίοι θεωρούσαν ως δεδομένο ότι οι βάρβαροι των δυτικών Βαλκανίων θα σπεύσουν μόλις τους κουνήσουν τα «πλούσια δώρα» της «ισότιμης ένταξής τους στην χορεία των πεπολιτισμένων εθνών της Δύσεως» –ή μάλλον, αντίστροφα, ότι θα τρομοκρατηθούν όταν τους απειλήσουν, κατά ταπεινωτικό τρόπο, ότι θα τα στερηθούν. Περιλαμβανομένων, μάλλον, και των ραντάρ όσων, με καλή αναμφίβολα πρόθεση, προσπάθησαν να προσεγγίσουν τον μακεδονικό λαό υπό το πρίσμα του διεθνισμού. Διότι, ασχέτως προθέσεων, και ο «διεθνισμός», όπως πολύ σωστά κατά τα λοιπά διαβεβαιώνουν οι Ρινάλντι, οι Καραμπελιάδες και λοιποί ριζοσπάστες πατριώτες, έχει ως προϋπόθεσή του το έθνος. Και οι Μακεδόνες, όπως όλοι μας κατά βάθος, θέλουν εν μέρει να είναι και εν μέρει να μην είναι έθνος. Οπότε γύρισαν την πλάτη στον εθνισμό συνολικά –άρα και στο διεθνισμό. Αφήνω στους εκλογολόγους, τους κοινωνιομέτρες και λοιπούς μαιευτήρες να κρίνουν εάν έτσι πέταξαν το μωρό, τα νερά, και τα δύο ή κανένα εκ των δύο.

Για την προσέγγιση της ΕΕ και του ΝΑΤΟ στη διαδικασία αυτή, όπως και για την προσέγγιση των Λαφαζαναίων και των τροτσκιστών (που είναι ουσιαστικά η ίδια: η προσέγγιση του μοντερνισμού, η θεώρηση από την οπτική γωνία τού κράτους), ταιριάζουν γάντι, σχεδόν λέξη προς λέξη, οι παρακάτω παρατηρήσεις τού Τζέιμς Σκοττ:

 

Σύμφωνα με αυτή τη διήγηση, ένας οπισθοδρομικός, αφελής και ίσως βάρβαρος λαός ενσωματώνεται βαθμιαία σε μια προωθημένη, ανώτερη και πιο ευκατάστατη κοινωνία και κουλτούρα. Αν όμως αυτοί οι ακυβέρνητοι βάρβαροι είχαν, τη μία ή την άλλη στιγμή, προτιμήσει, ως πολιτική επιλογή, να πάρουν τις αποστάσεις τους από το κράτος, ένα νέο στοιχείο πολιτικής αυτενέργειας εισέρχεται στην εικόνα. Πολλοί, ίσως οι περισσότεροι, κάτοικοι των ακυβέρνητων περιθωρίων δεν είναι υπολείμματα ενός παλαιότερου κοινωνικού σχηματισμού, ή, όπως τους περιγράφουν κάποιες λαογραφικές καταγραφές στη νοτιοανατολική Ασία, «οι ζωντανοί μας πρόγονοι». Οι τρόποι διαβίωσης αυτών των πληθυσμών που σκοπίμως έθεσαν τους εαυτούς τους στην περιφέρεια των κρατών, η κοινωνική τους οργάνωση, η γεωγραφική τους διασπορά, και πολλά στοιχεία από την κουλτούρα τους, μακράν του να αποτελούν αρχαϊκά χαρακτηριστικά ενός λαού που έχει μείνει πίσω, έχουν σκοπίμως διαμορφωθεί τόσο για να παρεμποδίσουν την ενσωμάτωση στα γειτονικά κράτη, όσο και για να ελαχιστοποιήσουν την πιθανότητα να αναδυθούν κρατικού τύπου συγκεντρώσεις δύναμης στο εσωτερικό τους. Η αποφυγή του κράτους, και η αποτροπή του κράτους, διαπερνούν τις πρακτικές τους και, συχνά, την ιδεολογία τους. Με άλλα λόγια, οι λαοί αυτοί είναι «βάρβαροι από επιλογή». Συνεχίζουν να διεξάγουν ζωηρές και αμοιβαία επωφελείς ανταλλαγές με τα πεδινά κέντρα, αποφεύγοντας με προσοχή να αιχμαλωτιστούν πολιτικά.

 

Η απάντηση του μακεδονικού λαού/ μη λαού είναι μία απάντηση όπως εκείνη του γραφιά Μπάρτλμπυ: I would prefer not to. Μία άρνηση χωρίς καν ρήμα, η οποία αρνείται και να πει τι είναι έστω αυτό το οποίο προτιμά να μην κάνει.

Είναι ακατανόητη; Ίσως. Αφήνει όλες τις ερμηνείες ανοιχτές; Πάλι ίσως. Εκτός όμως από μία: την ερμηνεία ότι με τη συμφωνία των Πρεσπών «η Ελλάδα εκχώρησε τα πάντα». Η Ελλάδα δεν εκχώρησε τίποτα, ή πάντως δεν εκχώρησε κάτι που να ενδιαφέρθηκε κάποιος να πάρει.

Ήταν δεδομένο, και γνωστό, ότι στις διαπραγματεύσεις αυτές οι εκατέρωθεν θέσεις ήταν τόσο απομακρυσμένες που ήταν αδύνατο να βρεθεί κάποιο κοινό έδαφος. Το έδαφος αυτό θα έπρεπε κυριολεκτικά να δημιουργηθεί, όχι να βρεθεί. Το δημιούργησε η συμφωνία, σε μία πρώτη αξιοθαύμαστη επίδειξη μήτιδος –έμπρακτης δεξιοτεχνίας και ευφυίας. Μια ανάλογη επίδειξη συνιστά και η εκλογική συμπεριφορά των («πρώην Γιουγκοσλάβων» και ήδη υποψήφιων «Βορείων») Μακεδόνων. Η οποία εκ πρώτης όψεως στρέφεται κατά της συμφωνίας, αλλά θεωρώ ότι δεν κλείνει το δρόμο στη συνέχιση της διαδικασίας· και μάλιστα ίσως είναι η μόνη που τον αφήνει ανοιχτό.

Αν υποθέσουμε ότι στο δημοψήφισμα προσέρχονταν π.χ. το 80% των ψηφοφόρων και ψήφιζαν επίσης κατά 80% ναι, τότε οι Έλληνες εθνικιστές θα είχαν κάθε ευκαιρία και δικαίωμα να πουν: «είδατε; οι Σκοπιανοί θεωρούν καλή τη συμφωνία γι’ αυτούς, άρα για μας είναι κακή και πρέπει να την απορρίψουμε». Τώρα αυτό δεν μπορεί να το πει κανείς. Αλλά καθώς η επιφυλακτικότητα απέναντι στη συμφωνία εκφράστηκε με αποχή και όχι με αρνητική ψήφο, και καθώς το αποτέλεσμα ήταν ούτως ή άλλως μη δεσμευτικό (και οι ψηφοφόροι το γνώριζαν αυτό), ούτε πάλι μπορεί να πει κανείς με κατηγορηματικό τρόπο ότι υπήρξε απόρριψη. Όπως λέει ο Σουν Τζου, αν θέλεις να νικήσεις θα πρέπει να αφήσεις στο στράτευμα του αντιπάλου μια δίοδο για να υποχωρήσει. Αλλά με δεδομένο ότι οι δύο –ή περισσότεροι- στρατοί βρίσκονται ουσιαστικά μπλεγμένοι ο ένας μέσα στον άλλο στο εσωτερικό ενός στενότατου χώρου, το καθήκον αυτό δεν είναι καθόλου απλό· διότι ποτέ δεν ξέρει κανείς με βεβαιότητα πότε η δίοδος που αφήνει είναι υπερβολικά στενή ώστε να μη λειτουργεί πρακτικά, ή πότε αντίστροφα είναι υπερβολικά ευρεία ώστε ο αντίπαλος να καταφέρει να περάσει μέσα απ’ αυτήν όχι για να υποχωρήσει αλλά για να σε συντρίψει (πράγματα που ενδέχεται άλλωστε να συμβαίνουν ταυτόχρονα).

 

Η ετυμηγορία/ μη ετυμηγορία του δημοψηφίσματος λοιπόν νομίζω ότι κινήθηκε με μαεστρία και με ισορροπία ακριβώς πάνω σε αυτό το ελάχιστο σημείο τομής των δύο συνόλων: δεν μπλόκαρε τη συνέχιση της διαδικασίας, αλλά ταυτόχρονα έστειλε ένα ηχηρό μήνυμα, μεταξύ άλλων και στην ελληνική κοινωνία. Και η εντύπωσή μου είναι ότι η ελληνική κοινωνία, για πρώτη ίσως φορά, αρχίζει τώρα να ακούει αυτό το μήνυμα. Μερικοί βέβαια συνεχίζουν, από κεκτημένη ταχύτητα ή από εγωισμό, να επαναλαμβάνουν τα χιλιοειπωμένα για το «πόσο βαθιά είναι τα αλυτρωτικά και εθνικιστικά στερεότυπα στο γειτονικό κράτος» κ.λπ. κ.λπ. –όπως έκανε το κόμμα το οποίο, σε μια διαφορετική συγκυρία και με ένα διαφορετικό τότε όνομα, είχε επιβάλει το εμπάργκο στη Μακεδονία. Ωστόσο, τα κόμματα παίζουν τα δικά τους παιχνίδια που δεν μας πολυενδιαφέρουν. Ο κόσμος, ή τουλάχιστον ο κανονικός κόσμος πέρα από τους ελάχιστους πλέον ψεκασμένους που προσέρχονται –και ξεβρακώνονται, μεταφορικά και ενίοτε κυριολεκτικά– στα αυτοαποκαλούμενα καταχρηστικώς «συλλαλητήρια», νομίζω ότι αρχίζει να συνειδητοποιεί πόσο αβάσιμα είναι τα δικά του αλυτρωτικά και εθνικιστικά στερεότυπα με τα οποία τον είχαν διαποτίσει μέχρι τώρα, και ότι το όνομα είναι η ψυχή των από κει όσο είναι και των από δω. Μέχρι πρόσφατα, σε σχετικές συζητήσεις, αργά ή γρήγορα έφτανε η στιγμή που κάποιος με κάθε σοβαρότητα ξεφούρνιζε το αποστομωτικό, όπως όλοι νόμιζαν, ρητορικό ερώτημα: «δηλαδή αν εγώ από αύριο να αρχίσω να λέω ότι είμαι Εσκιμώος, θα είμαι;». Τώρα νομίζω ότι όσοι θέλουν να είναι στοιχειωδώς σοβαροί και ειλικρινείς με τον εαυτό τους, έχουν καταλάβει ότι κανείς ποτέ δεν ξύπνησε ένα πρωί για να αρχίσει να λέει ότι είναι κάτι άλλο απ’ αυτό που ήταν πριν· οι άνθρωποι αυτοί εδώ και δεκαετίες αντιλαμβάνονται τον εαυτό τους ως Μακεδόνες, και αυτό δεν υπάρχει περίπτωση να αλλάξει ακόμα και με εκβιασμούς.

Ίσως λοιπόν η ελληνική κοινωνία κάνει σιγά σιγά βήματα για να βγει από τη συλλογική της ψύχωση των τελευταίων τριάντα χρόνων. Και αυτό είναι ακόμα σημαντικότερο από την ίδια τη συμφωνία και τις όποιες θεσμικές της περιπέτειες. Άλλωστε, δικό της αποτέλεσμα είναι.

42915723_10156750990693910_2963709416299298816_o

[1] «What remains to be explored is the final strategy of social reorganization. It involves social disaggregation into minimal units, often households, and is often accompanied by the adoption of subsistence strategies that favor small, scattered bands. Ernest Gellner describes this deliberate choice among the Berbers with the slogan “Divide that ye be not ruled”. It is a brilliant aphorism, for it shows that the Roman slogan “Divide and rule” does not work past a certain point of atomization. Malcolm Yapp’s term for the same strategy, jellyfish tribes, is just as apt, for it points to the fact that such disaggregation leaves a potential ruler facing an amorphous, unstructured population with no point of entry or leverage. The Ottomans, in the same vein, found it far easier to deal with structured communities, even if they were Christians and Jews, than with heterodox sects that were acephalous and organizationally diffuse. Most feared were such forms of autonomy and dissent as, for example, the mystical Dervish orders, which deliberately, it seems, avoided any collective settlement or identifiable leadership precisely to fly, as it were, beneath the Ottoman police radar. Faced with situations of this kind, a state often tries to find a collaborator and create a chiefdom. While it is usually in someone’s interest to seize this chance, nothing, as we shall see, prevents his would-be subjects from ignoring him» (James C. Scott, The Art of Not Being Governed. An Anarchist History of Upland Southeast Asia, Yale University Press, New Haven & London 2009, p. 209-10)

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.

Αρέσει σε %d bloggers: