Ναι, Έλενα, σεξισμός είναι. Αλλά κυρίως φθόνος

του Άκη Γαβριηλίδη

 

Ένα πράγμα έχει πιάσει σωστά η Έλενα Ακρίτα στο σημείωμά της περί σεξισμού: πράγματι, στο ζήτημα αυτό έχει μπλέξει –δεν ξέρω ποιους άλλους περιλαμβάνει αυτό το «έχουμε», αλλά αυτή σίγουρα έχει- τα μπρόκολα με τις μπαλαντέζες. (Όχι ως προς τον ορισμό, διότι αυτόν τον δίνει ορθά. Στην εφαρμογή τού ορισμού είναι που τα θαλασσώνει).

Επίσης, και σε ένα άλλο έχει δίκιο: ότι υπάρχουν γυναίκες που είναι ηλίθιες και εμπαθείς.

(Φυσικά, όπως συμβαίνει πάντοτε σε τέτοιες περιπτώσεις, αυτό στο μυαλό της αφορά μόνο τις άλλες, όχι την ίδια. Αλλά αυτό εμάς δεν μας δεσμεύει).

Πράγματι λοιπόν, υπάρχουν γυναίκες που διακατέχονται από πάθη, και ιδίως, εν προκειμένω, από το πάθος του φθόνου, του ανταγωνισμού και της μνησικακίας. Το οποίο τις οδηγεί να κρίνουν αυστηρότερα τις (άλλες) γυναίκες. Και ειδικότερα, να καθιερώνουν γι’ αυτές ένα τεκμήριο ενοχής και να τις καλούν, με τον πιο φυσικό τρόπο του κόσμου, να αποδείξουν ότι δεν είναι ελέφαντες.

Π.χ. ως εξής:

 

Η Κατερίνα Νοτοπούλου θα θεωρηθεί θύμα σεξισμού, μόνον εάν όλα όσα θρυλούνται για τη μετεωρική της ανέλιξη είναι ψευδή

[η λέξη μόνον με έντονα στοιχεία στο πρωτότυπο].

 

Η απαίτηση αυτή δείχνει ότι η Ακρίτα δεν κατάλαβε τον ορισμό που η ίδια έδωσε («η διάκριση ή/και η προκατάληψη με βάση το φύλο ενός ατόμου. Οι πάγιες πεποιθήσεις δηλαδή που πηγάζουν από ανδρικά και πιο συχνά από γυναικεία στερεότυπα»).

Το πρόβλημα με το σεξισμό, όπως και «με τα πάσης φύσεως -ισμός», –με δυο λόγια: το πρόβλημα με την ιδεολογία-, δεν είναι ότι είναι ψευδής. Μία απόφανση δεν κρίνεται σεξιστική (ρατσιστική, οικονομίστικη κ.ο.κ.) στο βαθμό που δεν εκφράζει την «αλήθεια», αλλά στο βαθμό που εκφράζει μια ειδική αλήθεια για τον τρόπο με τον οποίο είναι συγκροτημένη η φαντασία αυτού που την εκφέρει, και όχι η εξωτερική πραγματικότητα.

Για να θυμίσουμε ένα κλασικό παράδειγμα αρκετά παρεμφερές, τηρουμένων των αναλογιών, με αυτό που συζητάμε. Είναι του Φρόιντ, από το «Μέλλον μιας αυταπάτης»: αν μία κοπέλα αστικής καταγωγής φαντάζεται ότι θα έρθει ένας πρίγκηπας με λευκό άλογο να την πάρει για γυναίκα του, η πεποίθηση αυτή είναι φαντασιωσική όχι επειδή είναι σίγουρο ότι δεν θα πραγματοποιηθεί (στο παρελθόν κάτι τέτοιο έχει συμβεί, άρα δεν αποκλείεται να ξανασυμβεί), αλλά επειδή η ενδιαφερόμενη καθορίζεται να σκεφτεί κάτι τέτοιο από μια έντονη –όσο και ασαφή, διάχυτη- επιθυμία της.

Εάν πράγματι έρθει κάποιος πρίγκηπας στο μέλλον, αυτό δεν πρόκειται να μεταβάλει τη φαντασιωσική δομή της προηγούμενης παράστασης.

Κατ’ ανάλογο τρόπο, ο σεξισμός δεν είναι κάτι που υπόκειται σε διάψευση ή επιβεβαίωση από κάποιο μελλοντικό γεγονός. Εάν μία «πάγια πεποίθηση» ή ένα «στερεότυπο» είναι σεξιστικά όταν πρωτοδιατυπώνονται, δεν υπάρχει τίποτε που μπορεί να επέλθει εκ των υστέρων και να τα καταστήσει μη σεξιστικά.

Πραγματικά, τι άραγε φαντάζεται η Ακρίτα ότι ενδέχεται να συμβεί ώστε να δικαιώσει αυτά τα «θρυλούμενα»; Τι είναι αυτό που μας καλεί να αναμένουμε προτού αποφανθούμε ότι οι θρυλούντες είναι σεξιστές; Υποθέτω, μας καλεί να δούμε πρώτα την πολιτική που θα ασκήσει η νέα υπουργός: εάν είναι αποτυχημένη, τότε θα συμπεράνουμε ότι δεν ήταν σεξιστές όσοι της επιτίθενται τώρα.

Αυτό όμως είναι τελείως άσχετο με το θέμα. Καταρχάς, παρακάμπτω το γεγονός ότι η κρίση περί του ποια πολιτική είναι «πετυχημένη» και ποια όχι δεν συνιστά μια αντικειμενική διαπίστωση, αλλά αποτελεί η ίδια μέρος της πολιτικής πρακτικής και επηρεάζεται εξίσου από τις επιθυμίες όσων κρίνουν. Ακόμη όμως και στην υποθετική περίπτωση κατά την οποία υπήρχε ένα τεχνοκρατικό μετρήσιμο κριτήριο και κρίναμε όλοι ομόφωνα μετά από π.χ. δύο χρόνια πως η πολιτική της κας Νοτοπούλου ήταν κακή, ούτε αυτό θα καθιστούσε λιγότερο σεξιστική την απόφανση ότι η υπουργός είναι «τσόλι» και «πουτανάκι», όπως είχε την καλοσύνη να μας πληροφορήσει ο κ. Κυριάκος Αθανασιάδης (για να το αναιρέσει πριν λαλήσει ο πετεινός, δηλαδή πριν φάει καμιά μήνυση).

Είναι λοιπόν τελείως αδιάφορα εν προκειμένω τα δήθεν «καυτά» ρητορικά ερωτήματα που θέτει το ένα μετά το άλλο η Ακρίτα για να εμφανίσει ως εύλογη την υπόδειξή της να αναστείλουμε την κρίση περί σεξισμού ή μη των επιθέσεων αυτών (η οποία ουσιαστικά οδηγεί σε ματαίωση και παραίτηση από αυτή την κρίση· διότι πότε και ποιος θα αποφασίσει ότι περιμέναμε αρκετά και έχουμε επαρκή στοιχεία να κρίνουμε; Ό,τι και αν γίνει στο μέλλον, πάντοτε θα είναι δυνατό κάποιος άλλος να πει «ας περιμένουμε λίγο ακόμα, μπορεί σε ένα μήνα να προκύψουν νέα στοιχεία». Άρα η αναμονή μετατρέπεται σε επ’ άπειρον αναστολή).

Λέει ας πούμε η Ακρίτα:

 

Αξιοποιήθηκε λοιπόν ή αναρριχήθηκε; Είχε εφόδια ή γνωριμίες; Είναι μια επιστημόνισσα, μια καθαρίστρια, ένα κομματόσκυλο ή μια femme fatale; Τι ακριβώς διαθέτει η νέα υπουργός;

κ.ο.κ.

 

Ακόμα και με τη στενή κυριολεξία αν τα πάρουμε, κανένα από τα ερωτήματα αυτά δεν μπορεί να μας δώσει την τελειωτική απάντηση. Διότι, καθώς το μέλλον είναι άδηλο, τίποτε δεν αποκλείει κάποιος να «αναρριχήθηκε» –ό,τι κι αν σημαίνει αυτό- αλλά τελικά να αποδειχθεί πετυχημένος υπουργός. Ή να «αξιοποιήθηκε» αλλά να αποτύχει. Τα ίδια αυτά ενδεχόμενα, και όλα τα ενδιάμεσα, ισχύουν για τις άλλες υποθετικές περιπτώσεις. Οπότε, δεν έχουμε κανένα λόγο να αναστείλουμε την κρίση μας περί του απροκάλυπτα σεξιστικού χαρακτήρα των επιθέσεων. Πέρα βέβαια από την ακατανίκητη και διαρκή επιθυμία για κοσκίνισμα που νιώθει όποια δεν θέλει να ζυμώσει.

 

Related image

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.

Αρέσει σε %d bloggers: