Μαζί τα κάψαμε; Φιλελευθερισμός, αυτο-αποικιοποίηση και θεολογία του πλάνου

του Άκη Γαβριηλίδη

 

Ο Θεόδωρος Πάγκαλος, στο τέλος της πολιτικής του καριέρας, συνέδεσε το όνομά του με τη συνθηματική φράση «μαζί τα φάγαμε», η οποία προοριζόταν να εξηγήσει την εμφάνιση της κρίσης χρέους στην Ελλάδα μέσα από την αναφορά σε μία καταχρηστική απόλαυση στην οποία είχε αποδυθεί η ελληνική κοινωνία ως σύνολο το προηγούμενο διάστημα.

Μολονότι ο συγκεκριμένος εκφραστής αυτής της «ερμηνείας» αντιμετωπίστηκε με γενική κατακραυγή και αποδοκιμασία, η ίδια η ερμηνεία είχε μια διαδρομή που ούτε άρχισε, ούτε τελείωσε με αυτόν. Υπήρχε από παλιά –σχεδόν από την ίδρυση του ελληνικού κράτους- ένα νοητικό σχήμα που πάντοτε το συνόδευε, το σχήμα της αυτοαποικιοποίησης. Η ελληνική κοινωνία είναι άναρχη, ανομική, «παραδοσιακή», πελατειακή, αντιστέκεται στον εκσυγχρονισμό και τον εξευρωπαϊσμό· συμπέρασμα: είναι εγγενώς ανίκανη να αυτοκυβερνηθεί, και γι’ αυτό χρειάζεται καθοδήγηση, επιτροπείες ή –πιο πρόσφατα- «μνημόνια». (Είναι χαρακτηριστικό ότι, στα λίγα αυτά χρόνια, έχει ήδη αρχίσει να χρησιμοποιείται η αυτομαστιγωτική έκφραση «μνημόνια μέχρι να σβήσει ο ήλιος», και όχι μόνο από τους –ελάχιστους άλλωστε- οπαδούς των υπαρκτών μνημονίων, ως κατακλείδα διάφορων συζητήσεων για τις «παθογένειες της ελληνικής κοινωνίας», περίπου με το νόημα «δεν υπάρχει σωτηρία»).

Από τη δεξαμενή αυτών των θεωριών άντλησε πρόσφατα όσα είπε –σε συνέντευξη που έδωσε, ακριβώς, στα αγγλικά, στην υποτιθέμενη κορωνίδα του δυτικού φιλελευθερισμού και της ισοπολιτείας: το BBC- ο Έλληνας ΥπΕθΑ. Με αποτέλεσμα να ακούσει και αυτός ουκ ολίγα από σχολιαστές όλων των πολιτικών προελεύσεων, οι οποίοι έσπευσαν να καταδικάσουν ακόμα μια φορά τον «εθνολαϊκισμό» και τη δημαγωγία του.

Αυτό όμως που ελάχιστοι φαίνεται να πρόσεξαν, είναι ότι όσα είπε ο Καμμένος δεν ήταν καθόλου «εθνολαϊκιστικά», όποια έννοια και αν αποδώσουμε στον όρο. Αντιθέτως, ήταν απολύτως κρατικοδικαιικά. Και μπορεί μεν δικαίως να επικρίθηκε ο υπουργός για την επιλογή της χρονικής στιγμής, διότι πράγματι δεν είναι σωστό να λες στους ανθρώπους «φταίτε εσείς που καήκατε» την επομένη που κάηκαν. Πλην όμως, αυτό ακριβώς είχαν πει ακόμη νωρίτερα από τον Καμμένο διάφοροι αναλυτές του φιλελεύθερου χώρου: ότι «μαζί τα κάψαμε» –και θα τα ξανακάψουμε. Δύο μόνο παραδείγματα: Είμαστε “εν δυνάμει” έντεκα εκ. εμπρηστές: Η νοοτροπία μας είναι η πηγή των συμφορών μας, και Εθνική τραγωδία είναι ο τρόπος που ζούμε.

Τι διαφορετικό απ’ αυτά είπε ο Καμμένος;

Ας διαβάσουμε τις δηλώσεις του:

 

η άναρχη δόμηση αποτελεί έγκλημα από το παρελθόν γιατί στο Μάτι και σε όλη την ακτογραμμή οικοδομήθηκαν οι περισσότερες κατοικίες χωρίς την απαραίτητη άδεια. Έχουν κάνει κατάληψη της ακτής χωρίς να εφαρμόζουν τους νόμους. Μετά από μία τέτοια τραγωδία είναι καιρός να καταλάβουν ότι είναι επικίνδυνο για αυτούς και τις οικογένειές τους να μην τηρούν τους νόμους και τους κανόνες.

 

Ο Χάμπερμας και ο Ούλριχ Μπεκ δεν θα μπορούσαν να τα είχαν πει καλύτερα  ̶ για να μην πάμε και στον Ντάισελμπλουμ. Στα λόγια αυτά δεν υπάρχει η παραμικρή αναφορά είτε στο έθνος, είτε στο λαό. Αντιθέτως υπάρχουν πληθωρικές αναφορές στην ανάγκη συμμόρφωσης προς αφηρημένους κανόνες δικαίου, καθώς και μία αξιοπρόσεκτη αναφορά στην ανάγκη ανάληψης και διαχείρισης του κινδύνου εκ της μη συμμόρφωσης.

 

Στο σημείωμα αυτό δεν σκοπεύω βέβαια να πω τι έφταιξε για τις πυρκαγιές και τι πρέπει να κάνουμε για να μην ξαναγίνουν. Δεν έχω την απάντηση σε αυτό. Αλλά όσο μπορώ να δω, ούτε και κανείς άλλος την έχει. Γι’ αυτό ακριβώς, λοιπόν, ίσως να έχει κάποιο νόημα να πει κανείς κάτι παρά τίποτα. Και αυτό το κάτι να είναι ότι, κάποιες φορές, πρέπει να συμβιβαστούμε με την ιδέα ότι δεν υπάρχει κάποιος πλήρης λόγος και κάποια πλήρης –και πλήρως εκ των προτέρων προσδιορίσιμη- πράξη, που να μπορεί να μας εξασφαλίσει απέναντι στο ρίσκο του Πραγματικού. Ακόμα περισσότερο, ότι η αναζήτηση ενός τέτοιου λόγου του Όλου ίσως να είναι μέρος των αιτιών για την τραγωδία, ή τουλάχιστον μέρος των λόγων για τους οποίους μας φαίνεται τόσο ανυπόφορη η τραγωδία.

Με το σημείωμα αυτό λοιπόν θέλω να προτείνω την ιδέα ότι την τραγωδία –ή τον δικό μας σκανδαλισμό απέναντι σε αυτήν- ίσως δεν την προκάλεσε τόσο η «απουσία σχεδίου» (πολεοδομικού, πολιτικού, επιστημονικού, θεολογικού ή οποιουδήποτε άλλου τύπου), όσο η υπερβολική πίστη στην παντοδυναμία του σχεδίου. Ότι καμιά φορά η καταστροφή δεν είναι αποτέλεσμα της «ανοργανωσιάς» και της «ανομίας», αλλά ακριβώς αντίθετα του υπερβολικού σχεδιασμού και της φιλοδοξίας να τα νομοθετήσεις όλα.

 

«Η Ελλάδα είναι η τελευταία σοβιετία», λέει μία παραλλαγή του αυτομαστιγωτικού αφηγήματος του αυτοαποκαλούμενου (ψευδώς) «φιλελεύθερου χώρου», την οποία προβάλλουν ιδίως δημοσιολόγοι που ανήκαν στο παρελθόν στην αριστερά και τώρα θέλουν να εξιλεωθούν γι’ αυτό, όπως π.χ. η Σώτη Τριανταφύλλου και ο Ηλίας Κανέλλης. Η διατύπωση «Είμαστε σοβιετικής συνείδησης κοινωνία» επαναλαμβάνεται απαράλλαχτη στο προαναφερθέν κείμενο για τους «εν δυνάμει έντεκα εκ. εμπρηστές». Ωστόσο, λίγοι έχουν προσέξει ότι η αυτο-αποικιστική προσέγγιση μοιράζεται μία πολύ βασική πεποίθηση με την σοβιετική, καθότι και οι δύο αποτελούν τέκνα της ευρωπαϊκής νεωτερικότητας: την πεποίθηση ότι χρειάζεται πλάνο, και ότι αν οι ειδήμονες θέσουν ένα ορθό πλαίσιο και το ακολουθήσουμε όλοι, θα «έχουμε γίνει επιτέλους κράτος» και θα μπορέσουμε να δαμάσουμε τις υπάρχουσες αντιξοότητες της φύσης και της κοινωνίας και να προφυλαχθούμε από τις μελλοντικές[1].

Κατ’ αυτή την έννοια, η δυσφορία και ο σκανδαλισμός που προκάλεσε η «φυσική» καταστροφή των πυρκαγιών, νομίζω ότι είναι τελείως αντίστοιχη προς τη δυσφορία και το σκανδαλισμό που είχε προκαλέσει η ιστορική-κοινωνική καταστροφή του τελευταίου μνημονίου  ̶ αυτού από το οποίο «βγαίνουμε» περίπου τις ίδιες μέρες με την επέλευση της πρώτης. Η δυσκολία που έχουμε να χωρέσουμε και τα δύο αυτά συμβάντα στο συμβολικό μας σύμπαν μπορεί να συνοψιστεί στη διερώτηση: γιατί το κράτος δεν είναι παντοδύναμο, όπως νομίζαμε; Γιατί δεν μπορεί να μας προστατεύσει; Γιατί, παρά τα πλάνα, τους κανόνες, τις διαδικασίες, την υλικοτεχνική υποδομή, παραμένουμε έκθετοι; Ποιος φταίει;

Για να καλυφθεί αυτό το κενό που χάσκει, επιστρατεύονται διάφορες εκάστοτε απαντήσεις: φταίει η αθεΐα και οι αμαρτίες των ανθρώπων· φταίει ο Έλληνας που είναι ατομιστής και ταυτόχρονα κρατιστής, αλλά πάντως απολίτιστος (δηλαδή πάλι οι αμαρτίες των ανθρώπων)· φταίει ο καπιταλισμός και η επιδίωξη του κέρδους που μας κάνει αδιάφορους για το κοινό καλό (δηλαδή πάλι οι αμαρτίες των ανθρώπων).

Οι ερμηνείες αυτές δεν είναι φυσικά όλες ίδιες. Είναι όμως παραπλήσια η λειτουργία τους όταν επιστρατεύονται ως άμυνες απέναντι στην εισβολή του Πραγματικού. Ο διαφωτισμός μπορεί κάλλιστα και αυτός να μετατραπεί σε θεολογία. Οι άνθρωποι ασφαλώς μπορούν και πρέπει να σκεφτούν και να κάνουν πράγματα για να μετασχηματίσουν τη ζωή τους, μεταξύ άλλων και μέσα από τη χρήση επιστημονικών ή νομικών κανόνων. Και άλλωστε αυτό πράγματι κάνουν (ενίοτε). Πλην όμως προϋπόθεση γι’ αυτό είναι μια ορισμένη παραίτηση από την φαντασίωση της παντοδυναμίας και τη θεοποίηση της επιστήμης ή του σχεδιασμού. Η γνώση και η μετασχηματιστική πολιτική είναι πάντα μια πρακτική τού μη-Όλου. Και επίσης, μια πρακτική που ξεκινά αναπόφευκτα από το υπάρχον, άρα οφείλει να το αναγνωρίσει και να εγκαταλείψει την αξίωση να το ισοπεδώσει για να χτίσει κάτι καινούριο από την αρχή με βάση ένα σχέδιο.

Για να γίνω πιο συγκεκριμένος: όταν βλέπουμε κείμενα που υπόσχονται να μας εξηγήσουν πόσο είναι «Όλα τόσο απλά, τόσο λογικά» και πόσο κακό είναι που «είμαστε παραδοσιακός βαλκανικός λαός με μηδενική ευρωπαϊκή φιλοσοφία οργανωμένης κοινωνίας», κουμπωνόμαστε καλά, κάνουμε μεταβολή και φεύγουμε τρέχοντας. Τα πράγματα, και κατά μείζονα λόγο όλα τα πράγματα, δεν είναι ποτέ απλά και λογικά, και το να είσαι «βαλκανικός λαός» δεν είναι κάτι μιαρό και επονείδιστο. Κυρίως, δεν είναι κάτι που να είναι δυνατό, επιβεβλημένο ή έστω επιθυμητό να ξεριζωθεί. Η δε αξίωση να υπάρξει «μια στιβαρή ηγεσία που να τολμήσει να έρθει σε σύγκρουση με τα μικροσυμφέροντα» καλό είναι να έχουμε υπόψη μας πόσο είναι εύκολο να μετατραπεί σε αποζήτηση «ενός σοβαρού ηγέτη με αρχίδια που να μπορεί να βάλει μία τάξη στο χάος».

Untitled

[1] Περιττό να σημειώσουμε εδώ ότι η θεολογία του πλάνου δεν ταυτίζεται απαραίτητα ούτε με το φιλελευθερισμό, ούτε με το μαρξισμό ως τέτοιους. Για παράδειγμα, ειδικά για τον πρώτο υπάρχει η ανάλυση του Αγκάμπεν κατά την οποία η πολιτική των κρατών της Δύσης, και ιδίως ο στόχος της «ασφάλειας», δεν επιδιώκει να αποτρέψει τις καταστροφές, αλλά ακριβώς αντίθετα τις επιτρέπει ή και τις βοηθά να συμβούν και παρεμβαίνει εκ των υστέρων για να τις διακυβερνήσει «προς την ορθή κατεύθυνση».

Στο φως αυτής της επισήμανσης, όσοι απευθύνουν προς το ελληνικό κράτος την κριτική ότι «παρέμεινε άπρακτο» και «έκανε απλώς διαχείριση της κρίσης», ίσως θα πρέπει να την ξανασκεφτούν λίγο.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.

Αρέσει σε %d bloggers: