Οι κωλοτούμπες τού κ. Μπαμπινιώτη (και όλων μας)

του Άκη Γαβριηλίδη

Σε ένα φορτισμένο, στα όρια του μελοδραματισμού, άρθρο του στον ιστότοπο protagon, ο κατά τα άλλα γλωσσολόγος Γεώργιος Μπαμπινιώτης επιχειρεί να υπερασπιστεί για άλλη μια φορά, με επιχειρήματα δικολαβίστικα και ψευδοεπιστημονικά (αλλά στην ουσία τελείως άσχετα με τη γλωσσολογία ή οποιαδήποτε άλλη επιστήμη) την μέχρι πρόσφατα επίσημη θέση του ελληνικού κράτους, και ακόμη σήμερα εδραία πεποίθηση μεγάλου μέρους της ελληνικής κοινωνίας, ότι η μακεδονική γλώσσα –την οποία, ακολουθώντας τον συνήθη ελληνόφωνο αυτισμό, αποκαλεί «γλώσσα των Σκοπίων»- είναι «ανύπαρκτη». Όχι όμως μόνο αυτό: επιχειρεί, κυρίως, να υπερασπιστεί το δικό του όνομα από την –κατ’ αυτόν- μειωτική κατηγορία ότι «αναγνώρισε» τη μακεδονική γλώσσα το 1977, ως μέλος της ελληνικής αντιπροσωπείας σε διάσκεψη του ΟΗΕ.

Γιατί έχει άδικο στο πρώτο ζήτημα έχω εξηγήσει αναλυτικότερα αλλού.

Τα επιχειρήματα που προβάλλει τώρα ως προς το δεύτερο ζήτημα, είναι τόσο παιδαριώδη, ώστε αναρωτιέται κανείς αν ο κ. Μπαμπινιώτης είναι πραγματικά βλάκας ο ίδιος ή απλώς θεωρεί ότι απευθύνεται σε βλάκες οι οποίοι δεν πρόκειται να καταλάβουν το χονδροειδές σόφισμα.

Δύο τουλάχιστον φορές, στο πλαίσιο ενός ρητορικού ακκισμού, ο αρθρογράφος αποδίδει στον εαυτό του μειωμένη αντιληπτική ικανότητα –«ο αφελής γράφων τις γραμμές αυτές», λέει στην αρχή του άρθρου, ενώ προς το τέλος, μέσω μίας μάλλον ασαφούς παραπομπής στον Πλάτωνα, ισχυρίζεται ότι «φαίνεται να μας είπαν έναν μύθο ο καθένας σαν να είμαστε παιδιά». Φυσικά ο αναγνώστης αναμένεται να αντιδράσει σε αυτές τις αποστροφές και να διαψεύσει αυτή την εντύπωση. Ωστόσο, ο αναγνώστης που είμαι τουλάχιστον εγώ τείνει να δώσει δίκιο στον γράφοντα στο πρώτο επίπεδο του λόγου του: πράγματι, πρόκειται περί ανοήτου.

Ποια είναι η υπερασπιστική γραμμή του;

Είναι ότι η επίμαχη διάσκεψη, κατά την οποία συμφωνήθηκε πώς θα τυποποιούνται στο λατινικό αλφάβητο μια σειρά από κύρια γεωγραφικά ονόματα από διάφορες γλώσσες, μεταξύ των οποίων και η μακεδονική, δεν είχε ως αντικείμενο την αναγνώριση ή μη αυτής της γλώσσας, αλλά «μόνο» το πώς θα μεταγράφονται από το κυριλλικό στο λατινικό αλφάβητο τα τοπωνύμιά της.

Όμως, όπως μπορεί να αντιληφθεί κάθε αναγνώστης, έστω και αν είναι αφελής ή παιδί που του λένε παραμύθια, η επανόρθωση αυτή είναι του τύπου «όχι Γιάννης, Γιαννάκης».

Πώς είναι δυνατό να συζητηθεί καν το «τεχνικό πρόβλημα» πώς μεταγράφουμε λέξεις της μακεδονικής γλώσσας, εάν οι συζητητές θεωρούν ότι η γλώσσα αυτή δεν υπάρχει;

Εάν μία γλώσσα δεν υπάρχει, τότε απλούστατα δεν είναι απαραίτητο, αλλά ούτε και δυνατό, να ειπωθεί τίποτε γι’ αυτήν.

Ο Μπαμπινιώτης έχει δίκιο όταν λέει ότι στη διάσκεψη αυτή δεν τέθηκε θέμα «αναγνώρισης της ύπαρξης» της μακεδονικής γλώσσας. Για τον απλούστατο λόγο ότι δεν είναι δουλειά καμίας διάσκεψης, πολιτικής, επιστημονικής ή ενδιάμεσης, (ούτε, πολύ περισσότερο, και κανενός γλωσσολόγου ατομικά), να αποφαίνεται και να απονέμει πιστοποιητικά ύπαρξης και γνησιότητας σε γλώσσες. Δεν τέθηκε τέτοιο ζήτημα, διότι όλοι οι συζητητές θεωρούσαν αυτονόητη την ύπαρξη της γλώσσας αυτής –όπως τεκμαίρεται από το γεγονός ότι κανείς δεν έθεσε συναφώς κάποια ένσταση.

mp-1

Ο λόγος βέβαια για τον οποίο ο Μπαμπινιώτης επιμένει σε αυτά τα σοφίσματα που δεν πείθουν ούτε τον ίδιο, και για τον οποίο δημοσιεύει αυτό το νευρικό, κακογραμμένο και ασύντακτο άρθρο, και άλλα ανάλογα, είναι διότι, με βάση την εικόνα του ανυποχώρητου πατριώτη –«αντιΣκοπιανού» δημόσιου διανοούμενου που έχει οικοδομήσει όλα αυτά τα χρόνια, η πληροφορία ότι το 1977 συζήτησε για τη μακεδονική γλώσσα χωρίς πρόβλημα, και χωρίς να αρχίσει να αραδιάζει τις τωρινές αφελείς θεωρίες περί «σερβοβουλγαρικού ιδιώματος», φαίνεται να τον εκθέτει ως ανακόλουθο.

Σε αυτό έχει δίκιο. Μεταξύ της τότε και της τωρινής του στάσης υπάρχει μία ασυμφωνία, μία ένταση, την οποία δεν μπορούμε να κρύψουμε ή να κάνουμε πως δε βλέπουμε.

Για να επιλύσει αυτή την ένταση, προσωπικά θα τον συμβούλευα το εξής. Θα ήταν πιο απλό, αντί να προσπαθεί να πείσει με τραβηγμένα απ’ τα μαλλιά παιδιαρίσματα ότι και τότε και τώρα είχε δίκιο, να προσπαθήσει να ευθυγραμμίσει την τωρινή προς την τότε θέση του και όχι το αντίστροφο. Δηλαδή να μείνει πιστός στις βασικές αρχές της επιστήμης του και να παραδεχθεί ότι δεν υπάρχει κανένα «σωστό» όνομα για μια γλώσσα, ή για οτιδήποτε· ότι το όνομα κάποιου είναι απλώς αυτό με το οποίο τον φωνάζουμε, και τέρμα. Και επίσης, να παραδεχθεί ότι πράγματι και αυτός, και τα υπόλοιπα 11 –ή όσα ήταν- μέλη της ελληνικής αντιπροσωπείας, όπως και σύσσωμη η ελληνική κοινωνία την περίοδο εκείνη, και μέχρι περίπου το 1990, δεν έδινε πεντάρα για το αν η μακεδονική γλώσσα είναι «ιδίωμα», «διάλεκτος» ή φέρει «ψευδώνυμη ονομασία». Και δεν υπάρχει τίποτε κακό σε αυτό.

Αυτό θα αθωώσει τον Μπαμπινιώτη κατά τρόπο πληρέστερο –τον πληρέστερο δυνατό- για την υποτιθέμενη «μειοδοσία» του: κάποιος που το 1977 αποκάλεσε τη Μακεδονία Μακεδονία δεν είναι ένοχος, διότι όλοι τότε αυτό κάνανε.

Ταυτόχρονα, βέβαια, θα υπονομεύσει την τωρινή ιδεολογική του θέση, διότι θα δείξει ότι είναι ιστορικά ενδεχομενική και εξαιρετικά πρόσφατη, όχι προαιώνια αλήθεια οικουμενικά αποδεκτή, όπως θέλει να μας πείσει ο ίδιος. Σε αυτό όμως δεν μπορώ να τον βοηθήσω. Εάν θέλει να το αποφύγει, υποθέτω ότι η καλύτερη λύση γι’ αυτόν θα ήταν να σιωπήσει και να περιμένει απλώς να περάσει η μπόρα, για να μην χειροτερεύει τη θέση του.

1 comment

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

w

Σύνδεση με %s

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.

Αρέσει σε %d bloggers: