Είμαστε αρκετά έξυπνοι για να νιώσουμε πόσο έξυπνα είναι τα ζώα;

του Φρανς ντε Βάαλ

 

Η διαφορά ανάμεσα στο μυαλό του ανθρώπου και των ανώτερων ζώων, όσο μεγάλη κι αν είναι, είναι σίγουρα διαφορά βαθμού και όχι είδους

Τσαρλς Ντάργουιν (1871)

 

Ένα πρωί στις αρχές Νοεμβρίου, καθώς οι μέρες άρχιζαν να ψυχραίνουν, πρόσεξα ότι η Φράνγε, μία χιμπατζίνα, μάζευε όλα τα άχυρα από την κρεβατοκάμαρά της, τα έπαιρνε κάτω από το μπράτσο της και τα κουβαλούσε πάνω στο μεγάλο νησί στον ζωολογικό κήπο Burger, στην ολλανδική πόλη του Άρνεμ. Η συμπεριφορά της αυτή με αιφνιδίασε. Πρώτα απ’ όλα, αυτό η Φράνγε δεν το είχε κάνει ποτέ πριν, ούτε είχαμε δει ποτέ άλλους χιμπατζήδες να κουβαλάνε έξω άχυρα. Δεύτερον, αν ο στόχος της ήταν να μείνει ζεστή κατά την διάρκεια της ημέρας, όπως υποψιαζόμασταν, ήταν αξιοσημείωτο ότι μάζευε τα άχυρα σε μια στιγμή που βρισκόταν σε πολύ άνετη θερμοκρασία μέσα σε ένα θερμαινόμενο κτίριο. Δεν αντιδρούσε στο κρύο· εξοπλιζόταν για μια θερμοκρασία την οποία δεν ένιωθε εκείνη τη στιγμή. Η πιο εύλογη εξήγηση θα ήταν ότι έκανε προβολή με βάση την προηγούμενη μέρα, που ήταν ψυχρή, για τον καιρό που πιθανόν να είχε σήμερα. Εν πάση περιπτώσει, αργότερα έμεινε στα ζεστά μαζί με τον μικρό Φονς, το γιο της, στη φωλιά από άχυρο που είχε χτίσει.

Ποτέ δε σταμάτησα να αναρωτιέμαι σε ποιο νοητικό επίπεδο λειτουργούν τα ζώα, έστω και αν έχω πλήρη επίγνωση ότι μια ιστορία από μόνη της δεν αρκεί για να βγάλεις συμπεράσματα. Αλλά οι ιστορίες αυτές εμπνέουν παρατηρήσεις που τελικά μας βοηθάνε να ξεκαθαρίσουμε τι συμβαίνει. Ο συγγραφέας επιστημονικής φαντασίας Άιζακ Άσιμοβ φέρεται να είπε κάποτε: «Η πιο συναρπαστική φράση που μπορεί να ακουστεί στην επιστήμη, εκείνη που σηματοδοτεί νέες ανακαλύψεις, δεν είναι ‘Εύρηκα!’, αλλά ‘περίεργο αυτό’». Τη σκέψη αυτή τη γνωρίζω πολύ καλά. Παρατηρούμε επί μακρόν τα ζώα, οι πράξεις τους μας παραξενεύουν και μας εκπλήσσουν, δοκιμάζουμε συστηματικά τις ιδέες μας γι’ αυτά και διαφωνούμε με συναδέλφους για το τι πραγματικά σημαίνουν τα δεδομένα. Ως αποτέλεσμα, καθυστερούμε αρκετά να υιοθετήσουμε συμπεράσματα, ενώ η διαφωνία παραμονεύει σε κάθε γωνιά. Ακόμη και αν η αρχική παρατήρηση είναι απλή (ένας πίθηκος συλλέγει ένα σωρό από άχυρα), οι επιπτώσεις μπορεί να είναι τεράστιες. Το ερώτημα εάν τα ζώα κάνουν σχέδια για το μέλλον, όπως φαίνεται να έκανε η Φράνγε, αυτή τη στιγμή απασχολεί ιδιαίτερα την επιστήμη. Οι ειδικοί μιλούν για νοητικό ταξίδι στο χρόνο, χροναισθησία, ή αυτονόηση, αλλά εγώ θα αποφύγω αυτή την σκοτεινή ορολογία και θα προσπαθήσω να μεταφράσω την πρόοδο σε κοινή γλώσσα. Θα μεταφέρω ιστορίες από την καθημερινή χρήση ζωικής ευφυίας, και επίσης θα παρουσιάσω πραγματικά στοιχεία από ελεγχόμενα πειράματα. Οι πρώτες μάς λένε ποιο σκοπό εξυπηρετούν οι γνωσιακές ικανότητες, ενώ τα δεύτερα μας βοηθούν να αποκλείσουμε εναλλακτικές εξηγήσεις. Αποδίδω ίση σημασία και στα δύο, όσο κι αν έχω επίγνωση ότι οι ιστορίες διαβάζονται πιο εύκολα από τα πειράματα.

Ας πάρουμε το συναφές ερώτημα μήπως τα ζώα δεν χαιρετούν μόνο, αλλά αποχαιρετούν κιόλας. Το πρώτο δεν είναι τόσο δύσκολο να απαντηθεί. Ο χαιρετισμός είναι μια αντίδραση στην εμφάνιση ενός οικείου ατόμου μετά από απουσία, όπως π.χ. όταν ο σκύλος σου πηδά πάνω σου μόλις μπεις από την πόρτα. Διαδικτυακά βίντεο με στρατιώτες που τους χαιρετίζουν κατοικίδια ζώα όταν επιστρέφουν απ’ τα ξένα μας οδηγούν να σκεφτούμε ότι υπάρχει σύνδεση ανάμεσα στη διάρκεια του χωρισμού και την ένταση του χαιρετισμού. Μπορούμε να σχετισθούμε με αυτή τη σύνδεση, αφού ισχύει και για μας. Δεν χρειάζονται φιλόδοξες γνωσιακές θεωρίες για να την εξηγήσουμε. Τι γίνεται όμως με τον αποχαιρετισμό;

Η ιδέα να πούμε αντίο σε κάποιον που αγαπάμε μας τρομάζει. Η μητέρα μου έκλαιγε όταν μετακόμιζα στην άλλη μεριά του Ατλαντικού, παρόλο που και οι δύο ξέραμε ότι η απουσία μου δεν θα διαρκούσε για πάντα. Το να πεις αντίο προϋποθέτει τη συνειδητοποίηση ενός μελλοντικού χωρισμού, γι’ αυτό και είναι κάτι που σπανίζει στα ζώα. Και εδώ, όμως, έχω μια ιστορία. Κάποτε εκπαίδευα μία χιμπατζίνα, την Κόιφ, να ταΐζει με το μπιμπερό ένα υιοθετημένο νήπιο του είδους της. Η Κόιφ ενεργούσε από κάθε άποψη ως η μητέρα του νηπίου, αλλά δεν είχε αρκετό γάλα για να την θηλάσει. Της δίναμε ένα μπουκάλι με ζεστό γάλα, το οποίο μετά αυτή έδινε προσεκτικά στο πιθηκάκι. Η Κόιφ είχε γίνει τόσο καλή σε αυτό, ώστε έκανε μέχρι και διαλείμματα στο τάισμα για να ρευτεί το μωρό. Το σχέδιο προέβλεπε ότι η Κόιφ και το μωρό, το οποίο κρατούσε πάνω στο σώμα της μέρα και νύχτα, θα καλούνταν μέσα για τάισμα κατά τη διάρκεια της μέρας ενώ η υπόλοιπη παροικία θα έμενε έξω. Μετά από ένα διάστημα, προσέξαμε ότι η Κόιφ, αντί να έρθει μέσα κατευθείαν, έκανε μια μεγάλη παράκαμψη. Έκανε το γύρο του νησιού, επισκεπτόταν το άλφα αρσενικό, το άλφα θηλυκό, και αρκετούς καλούς φίλους, δίνοντας ένα φιλί στον καθένα, και μετά έμπαινε στο κτίριο. Αν οι άλλοι κοιμόντουσαν, τους ξυπνούσε για να τους αποχαιρετίσει. Κι εδώ, η συμπεριφορά από μόνη της ήταν απλή, αλλά οι ακριβείς περιστάσεις μάς έκαναν να αναρωτηθούμε για τη γνωσιακή βάση στην οποία στηριζόταν. Όπως με τη Φράνγε, η σκέψη της Κόιφ φαινόταν να προτρέχει.

Τι θα είχαμε όμως να πούμε στους σκεπτικιστές, που πιστεύουν ότι τα ζώα είναι εξ ορισμού παγιδευμένα στο παρόν, και ότι μόνο οι άνθρωποι σκέπτονται το μέλλον; Είναι άραγε εύλογη η υπόθεσή τους, ή μήπως φοράνε παρωπίδες και δεν βλέπουν για πόσα πράγματα είναι ικανά τα ζώα; Και γιατί η ανθρωπότητα είναι τόσο έτοιμη να υποβαθμίσει τη νοημοσύνη των ζώων; Παγίως αρνούμαστε στα ζώα ιδιότητες που θεωρούμε δεδομένες για μας. Τι κρύβεται πίσω απ’ αυτή τη στάση; Στην προσπάθεια να βρούμε σε ποιο νοητικό επίπεδο λειτουργούν άλλα είδη, η πραγματική δυσκολία δεν έρχεται μόνο από τα ίδια τα ζώα, αλλά και από μέσα μας. Οι συμπεριφορές, η δημιουργικότητα και η φαντασία των ανθρώπων δεν είναι καθόλου έξω από όλη αυτή την ιστορία. Πριν ρωτήσουμε αν τα ζώα διαθέτουν κάποιο είδος νόησης, και ειδικά αυτό που επαιρόμαστε εμείς ότι έχουμε, πρέπει να ξεπεράσουμε μια εσωτερική αντίσταση που μας εμποδίζει έστω και να εξετάσουμε τη δυνατότητα αυτή. Εξ ού και το κεντρικό ερώτημα αυτού του βιβλίου: «Είμαστε αρκετά έξυπνοι για να νιώσουμε πόσο έξυπνα είναι τα ζώα;».

Η σύντομη απάντηση είναι: «Ναι, αλλά δεν θα σας περνούσε ποτέ απ’ το μυαλό». Για το μεγαλύτερο μέρος του τελευταίου αιώνα, η επιστήμη υπήρξε υπερβολικά προσεκτική και σκεπτικιστική όσον αφορά τη νόηση των ζώων. Το να αποδίδονται προθέσεις και συναισθήματα σε ζώα θεωρούνταν ως αφελείς κομπογιαννιτισμοί. Εμείς, οι επιστήμονες, ξέραμε καλύτερα! Ποτέ δεν τσιμπούσαμε σε όλες αυτές τις ιστορίες του τύπου «ο σκύλος μου ζηλεύει», ή «η γάτα μου ξέρει τι θέλει», για να μη μιλήσουμε για πιο πολύπλοκα πράματα, όπως ότι τα ζώα είναι δυνατό να σκέφτονται το παρελθόν ή να νιώθουν τον πόνο άλλων ζώων. Οι μελετητές της συμπεριφοράς των ζώων επίσης δεν ενδιαφέρονταν για τη γνωσιακή λειτουργία ή και ενεργά αμφισβητούσαν την ίδια την έννοια. Οι περισσότεροι απέφευγαν να αγγίξουν το θέμα μήπως λερώσουν τα χέρια τους. Ευτυχώς, υπήρξαν εξαιρέσεις· αλλά οι δύο κυρίαρχες σχολές σκέψης έβλεπαν τα ζώα είτε ως μηχανές ανταπόκρισης σε ερεθίσματα, που κοιτάζουν μόνο να εισπράξουν ανταμοιβές και να αποφύγουν την τιμωρία, είτε ως ρομπότ γενετικώς προικισμένα με χρήσιμα ένστικτα. Ενώ κάθε σχολή μαχόταν την άλλη και την έβρισκε πολύ στενή, και οι δύο μοιράζονταν μια θεμελιωδώς μηχανιστική οπτική: δεν υπάρχει λόγος να ανησυχούμε για την εσωτερική ζωή των ζώων, και όποιος το κάνει ήταν ανθρωπομορφιστής, ρομαντικός ή αντιεπιστημονικός.

Παλιότερα, οι αναλύσεις ήταν αισθητά πιο φιλελεύθερες επ’ αυτού. Ο Τσαρλς Ντάργουιν έγραψε εκτενώς για ανθρώπινα και ζωικά συναισθήματα, και πολλοί επιστήμονες το δέκατο ένατο αιώνα ήταν πρόθυμοι να μιλήσουν για ανώτερη νοημοσύνη στα ζώα. Παραμένει μυστήριο γιατί αυτές οι προσπάθειες προσωρινά ανεστάλησαν, και γιατί θεληματικά περάσαμε μια μυλόπετρα γύρω απ’ το λαιμό της βιολογίας –για να χρησιμοποιήσω την έκφραση με την οποία ο μεγάλος εξελικτιστής Ερνστ Μάυρ χαρακτήρισε την καρτεσιανή θεώρηση των ζώων ως βουβών αυτομάτων. Αλλά οι καιροί αρχίζουν να αλλάζουν. Θα έχετε όλοι προσέξει τη χιονοστιβάδα γνώσεων που προκύπτουν τις λίγες τελευταίες δεκαετίες, και που διαδίδονται ραγδαία μέσα απ’ το διαδίκτυο. Δεν περνάει βδομάδα χωρίς κάποιο νέο εύρημα σχετικό με πολύπλοκες γνωστικές διεργασίες των ζώων, συχνά με κάποιο συναρπαστικό βίντεο να το στηρίζει. Ακούμε για αρουραίους που μετανιώνουν σχετικά με τις ίδιες τους τις αποφάσεις, για αγελάδες που κατασκευάζουν εργαλεία, για χταπόδια που αναγνωρίζουν ανθρώπινα πρόσωπα, και για ειδικούς νευρώνες που επιτρέπουν σε πιθήκους να μαθαίνουν ο ένας απ’ τα λάθη του άλλου. Μιλάμε ανοιχτά για κουλτούρα στα ζώα, για την ταύτιση που νιώθουν και για τις φιλίες τους. Τίποτα δεν είναι πλέον εκτός του επιτρεπτού, ούτε καν η ορθολογικότητα που άλλοτε θεωρούνταν σήμα κατατεθέν της ανθρωπότητας.

Σε όλα αυτά, μας αρέσει να συγκρίνουμε και να αντιπαραθέτουμε τη ζωική με την ανθρώπινη νοημοσύνη, παίρνοντας τον εαυτό μας ως μέτρο σύγκρισης. Καλό είναι όμως να αντιληφθούμε ότι η επιλογή αυτή είναι πλέον παρωχημένη. Η σύγκριση δεν είναι μεταξύ ανθρώπων και ζώων, αλλά μεταξύ ενός ζωικού είδους –του δικού μας- και μιας ευρείας γκάμας άλλων ειδών. Αν και συχνά υποκύπτω στην ευκολία να αναφέρομαι στα τελευταία ως «ζώα», είναι αναμφίβολο ότι οι άνθρωποι είναι ζώα. Δεν συγκρίνουμε λοιπόν δύο χωριστές κατηγορίες νόησης, αλλά εξετάζουμε παραλλαγές στο εσωτερικό μίας ενιαίας κατηγορίας. Δεν είναι καν σαφές κατά πόσο ιδιαίτερη είναι η δική μας σε σύγκριση με μια νοημοσύνη η οποία κατανέμεται σε οκτώ χέρια που κινούνται ανεξάρτητα, το καθένα εφοδιασμένο με δικά του νεύρα, ή που επιτρέπει σε έναν ιπτάμενο οργανισμό να συλλαμβάνει κινούμενη λεία ακολουθώντας τους ήχους των ίδιων της των ουρλιαχτών.

Προφανώς αποδίδουμε τεράστια σημασία στην αφηρημένη σκέψη και τη γλώσσα (και δεν σκοπεύω να χλευάσω αυτή την τάση τη στιγμή που γράφω ένα βιβλίο!), αλλά αν δούμε τα πράγματα από κάποια απόσταση, ο τρόπος αυτός είναι μόνο ένας από πολλούς για να αντιμετωπίσεις το πρόβλημα της επιβίωσης. Από την άποψη των ξερών αριθμών και της βιομάζας, τα μυρμήγκια και οι τερμίτες ίσως να τα έχουν καταφέρει καλύτερα από μας, δίνοντας περισσότερο βάρος στη στενή συνεργασία μεταξύ των μελών της αποικίας παρά στην ατομική σκέψη. Κάθε κοινωνία λειτουργεί ως ένας αυτοοργανωμένος νους, που απλώς πηγαίνει από δω κι από κει πάνω σε χιλιάδες μικρά ποδαράκια. Υπάρχουν πολλοί τρόποι να επεξεργαστείς, να οργανώσεις και να διαδώσεις την πληροφορία, και μόνο πρόσφατα η επιστήμη απέκτησε αρκετή ευρύτητα πνεύματος ώστε να στέκεται απέναντι σε αυτές τις διαφορετικές μεθόδους εντυπωσιασμένη και κατάπληκτη, αντί να τις αρνείται και να τις απορρίπτει.

Οπότε λοιπόν, ναι, είμαστε αρκετά έξυπνοι για να εκτιμήσουμε άλλα είδη, αλλά για να γίνει αυτό χρειάστηκε να σφυροκοπήσουμε σταθερά τα χοντρά μας κρανία με εκατοντάδες γεγονότα που παλαιότερα η επιστήμη τα έφτυνε. Το πώς και γιατί γίναμε λιγότερο ανθρωποκεντρικοί, είναι κάτι που αξίζει να μας προβληματίσει ενόσω θα συλλογιζόμαστε όλα όσα μάθαμε στο μεταξύ. Συνοψίζοντας όλες αυτές τις εξελίξεις, αναπόφευκτα θα παρεμβάλω τη δική μου θεώρηση, η οποία δίνει έμφαση στην εξελικτική συνέχεια εις βάρος των παραδοσιακών δυισμών. Δυισμοί μεταξύ σώματος και πνεύματος, ανθρώπινου και ζωώδους, ή λόγου και συναισθήματος μπορεί να ηχούν χρήσιμοι, αλλά μας αποσπούν σοβαρά από την ευρύτερη εικόνα. Καθώς έχω εκπαιδευθεί ως βιολόγος και ηθολόγος, δεν έχω πολλή υπομονή με τον παραλυτικό σκεπτικισμό του παρελθόντος. Αμφιβάλλω εάν άξιζε τους ωκεανούς μελάνης που ξοδέψαμε πάνω του –χωρίς να εξαιρώ τον εαυτό μου.

Γράφοντας αυτό το βιβλίο, δεν γυρεύω να δώσω μια διεξοδική και συστηματική ανασκόπηση του πεδίου της εξελικτικής γνωστικής λειτουργίας. Τέτοιες ανασκοπήσεις μπορούν οι αναγνώστες να βρουν σε άλλα, πιο τεχνικά βιβλία. Εδώ εγώ θα επιλέξω από έναν μεγάλο αριθμό ανακαλύψεων, ζωικών ειδών και επιστημόνων, με σκοπό να μεταφέρω τη συναρπαστική εμπειρία των τελευταίων είκοσι χρόνων. Η ειδίκευσή μου είναι στη συμπεριφορά και τη γνωστική λειτουργία των πρωτευόντων θηλαστικών, μια περιοχή που επηρέασε καθοριστικά και άλλες καθώς υπήρξε στην πρώτη γραμμή των ανακαλύψεων. Επειδή ήμουν μέρος αυτού του πεδίου από τη δεκαετία του 70, γνώρισα από πρώτο χέρι πολλούς από τους παίκτες –ανθρώπους όσο και ζώα- πράγμα που μου επιτρέπει να προσθέσω μία ανθρώπινη πινελιά. Όσα έχουν γίνει είναι μεγάλη ιστορία. Η ανάπτυξη του πεδίου αυτού υπήρξε μια περιπέτεια –κάποιοι ίσως έλεγαν, μια διαδρομή με τραίνο του λούνα παρκ- αλλά παραμένει τρομερά γοητευτική, αφού η συμπεριφορά, όπως το έθεσε ο Αυστριακός ηθολόγος Κόνραντ Λόρεντς, είναι η πιο ζωντανή πτυχή σε ό,τι ζει.

de-Waal

Ο Frans de Waal γεννήθηκε στο ‘σ Χερτόχενμπος της Ολλανδίας το 1948. Είναι καθηγητής στο τμήμα ψυχολογίας του πανεπιστημίου Emory στην Aτλάντα της Τζόρτζια και διευθυντής του Living Links Center στο Yerkes National Primate Research Center. Έχει γράψει πολλά βιβλία, μεταξύ των οποίων το Chimpanzee Politics, Our Inner Ape και το Primates and Philosophers το οποίο κυκλοφορεί και στα ελληνικά από τις εκδόσεις Αλεξάνδρεια.

2 comments

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

w

Σύνδεση με %s

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.

Αρέσει σε %d bloggers: