Η Ιταλία, εργαστήρι πειραμάτων φασιστικής κυριαρχίας

του Τόνι Nέγκρι[1]

 

Τίποτε δεν ήταν πιο προβλέψιμο από τη νίκη ης δεξιάς στις τελευταίες ιταλικές εκλογές. Ο Μπερλουσκόνι λοιπόν δεν είναι ο μόνος που νίκησε: η δεξιά είχε ήδη νικήσει πριν απ’ αυτόν. Είχαμε ήδη επιστήσει την προσοχή του μικρού κύκλου των αναγνωστών μας σε ένα σημείωμα της σύνταξης το καλοκαίρι του ’93: «Αυτή τη στιγμή, την κρίση του 1989 στην Ιταλία την κεφαλαιοποιεί η δεξιά, προς δικό της και μόνο όφελος (παρ’ όλο που το ΚΚ άλλαξε βιαστικά όνομα και διακήρυξε προς όλες τις κατευθύνσεις το ευχάριστο νέο ότι εδώ και πολύ καιρό δεν υφίστατο τίποτε το κομμουνιστικό στη συνείδησή του)». Αλλά, και αυτό είναι πολύ πιο σημαντικό, η δεξιά δεν κεφαλαιοποίησε μόνο την πτώση του Τείχους του Βερολίνου: νίκησε επειδή κατάφερε να ερμηνεύσει σωστά τους βαθείς μετασχηματισμούς του ιταλικού παραγωγικού ιστού και να κατανοήσει το ρόλο της επικοινωνίας στη σύγχρονη κοινωνία. Όταν, κατά τους τελευταίους μήνες της εκστρατείας, μπαίνει ξαφνικά στη σκηνή ο Μπερλουσκόνι, θέτει τη βιομηχανία της επικοινωνίας στην υπηρεσία της μερίδας των μικρομεσαίων διευθυντών επιχειρήσεων που τώρα μετατρέπουν την αντιδημοσιονομική, αντιγραφειοκρατική και αντικρατική εξέγερση των προηγουμένων ετών σε πολιτική νίκη.

Ο Μπερλουσκόνι μπορεί να το κάνει αυτό επειδή είναι ένας απ’ αυτούς. Και αυτός μετείχε στην περιπέτεια που οδήγησε στην απελευθέρωση νέων δυνάμεων στις περιοχές του Βορρά και στην ανάδειξη της Ιταλίας – με βάση την παραγωγικότητα των νέων μικρομεσαίων επιχειρήσεων – σε τέταρτη ή πέμπτη βιομηχανική δύναμη στον κόσμο. Ο Μπερλουσκόνι είναι στο χώρο της επικοινωνίας ό,τι είναι ο Μπενετόν στο χώρο του υφάσματος: κάποιος που είναι ικανός να συγκεντρώνει διάχυτη εργασία. Η επικοινωνία, όμως, δεν είναι ύφασμα. Στο μετα-φορντισμό, η πολιτική μορφή διεύθυνσης της παραγωγής είναι η επικοινωνία, ακριβώς όπως στην εποχή του φορντισμού ήταν το μεγάλο ταιηλορικό εργοστάσιο. Ο Μπερλουσκόνι λοιπόν πήρε τη θέση του Ανιέλι στις ιεραρχίες τις βιομηχανικής εξουσίας στην Ιταλία. Αυτή είναι η καινοτομία: ο Ανιέλι στη Γερουσία, ο Μπερλουσκόνι στην Κυβέρνηση. Ο Μπερλουσκόνι δίνει πρόσβαση προς την κυβέρνηση στα νέα δίκτυα παραγωγής και, μαζί με αυτά, στη νεο-φιλελεύθερη ασυδοσία των μικρών διευθυντών επιχειρήσεων οι οποίοι, ναρκισσιστές και αυταρχικοί, έχουν ενταχθεί οργανικά στην κουλτούρα της παραγωγικής επικοινωνίας και επιθυμούν να εκμεταλλευτούν ξέφρενα αυτό το νέο έδαφος.

Υπενθυμίζοντας αυτά τα πολύ απλά στοιχεία, αποφεύγουμε έτσι ορισμένες σχηματοποιήσεις και ψευδείς εικόνες που κυκλοφορούν στην Ευρώπη για το φαινόμενο Μπερλουσκόνι. γιατί πριν απ’ όλα ο Μπερλουσκόνι δεν κατέχει κάποια διαβολική λειτουργία μέσα σε μια τρομερή μηχανή τηλεοπτικής εξουσίας. Οι εσχατολογικές αυτές εικόνες αποτελούν χυδαία καρικατούρα της καταγγελίας, εκ μέρους των καταστασιακών, της «κοινωνίας του θεάματος» και δεν αποδίδουν κατά κανένα τρόπο την ειδική ισχύ και τη βία της νέας μορφής εξουσίας. ‘Οχι, μα την αλήθεια, ο Μπερλουσκόνι δεν είναι ένας τηλε-φασίστας: είναι ένα αφεντικό, μία μορφή συλλογικού κεφαλαιοκράτη, μια λειτουργία της κεφαλαιοκρατικής διεύθυνσης της κοινωνίας, καθότι σε αυτόν επικοινωνία και παραγωγή είναι το ίδιο πράγμα. Ο Μπερλουσκόνι, κατά δεύτερο λόγο, δεν είναι φασίστας, ακριβώς όπως δεν ήταν ούτε η Θάτσερ ούτε ο Ρέηγκαν, οι νονοί του. Ασφαλώς μπορεί κανείς, για να διασκεδάσει, να χρησιμοποιήσει τη μεταφορά του φασίστα σε σχέση με τον Μπερλουσκόνι, όπως έχει γίνει συχνά για όλα τα μεγάλα αφεντικά της βιομηχανίας και τους άπληστους για κέρδη κεφαλαιοκράτες. Εμείς, λέγω, οι παλιοί αδιόρθωτοι ανατροπείς, μπορούμε να το κάνουμε για να διασκεδάσουμε, χάριν της πρόκλησης. Πώς όμως μπορούν να επιτρέψουν στον εαυτό τους κάτι τέτοιο εκείνοι που, μέχρι χθες, κήρυσσαν τον εκσυγχρονισμό του καπιταλισμού και τη δυνατότητα να μπαρκάρουμε στο σκάφος του, εκείνοι που έχασαν τις εκλογές κατά του Μπερλουσκόνι, έχοντας συμμάχους τον Ανιέλι και τον ντε Μπενεντέτι; Μα, θα πει κανείς, οι νεοφασίστες είναι μέρος της πλειοψηφίας του Μπερλουσκόνι και η Ευρώπη αρνείται να αναγνωρίσει ό,τι της θυμίζει την εποχή του ολοκληρωτισμού … Τι υποκρισία! Ποιο φιλελεύθερο ευρωπαϊκό καθεστώς δεν ερωτοτρόπησε με τις μεγάλες μάζες των μητροπόλεων επιδιώκοντας να τις οργανώσει σε εθνικές-λαϊκιστικές βάσεις; Ποιος οικονομικός φιλελευθερισμός δεν αναζήτησε στήριγμα στον πολιτικό λαϊκισμό; ΄Οχι, ο Μπερλουσκόνι είναι πολύ απλά ένας νεο-φιλελεύθερος. Από την άλλη όμως είναι διασκεδαστικό να ακούς όλους εκείνους που, κατά τη διάρκεια των τελευταίων είκοσι χρόνων, βρέθηκαν ταυτόχρονα ηττημένοι από το νεο-φιλελευθερισμό και/ή γοητευμένοι από τα κηρύγματά του και μας επαναλάμβαναν εν χορώ ότι οι ιδιωτικοποιήσεις ήταν αναγκαίες, ότι το Welfare [το κράτος προνοίας – Σ.τ.μ.] κόστιζε υπερβολικά, ότι η μείωση των μισθών ήταν αποφασιστικής σημασίας για να αποκατασταθεί η παραγωγικότητα του συστήματος, να τον κατηγορούν για φασισμό … Πόσα ψέματα! Και τώρα επιδιώκουν να επανορθώσουν με μια πληθωριστική χρήση της λέξης «φασίστας». Προσοχή, δεν είπαμε και να χαλάσουμε τον κόσμο φωνάζοντας «λύκος» όταν ο λύκος δεν έχει ακόμα εμφανιστεί!

Και ο πραγματικός λύκος είναι εκεί και περιμένει τη σωστή στιγμή για να εμφανιστεί. Η «ανατροπή απ’ τα πάνω» του μετα-φορντικού καπιταλισμού μόλις τώρα αρχίζει στην Ιταλία. Η Ιταλία δεν γνωρίζει ακόμη αυτή την τερατώδη ιεραρχία της κοινωνικής εργασίας με την οποία πειραματίστηκε ήδη η δεξιά σε διάφορες χώρες της Ευρώπης. Μόλις που γνωρίζει την κοινωνία των δύο ταχυτήτων και την άβυσσο που τις χωρίζει: μέχρι τώρα έχει περιορισμένη και σχηματική μόνο εμπειρία της κεφαλαιοκρατικής μετα-νεωτερικότητας: ναρκωτικά και κραξισμός, «ιστορικός συμβιβασμός» και «αδύναμη σκέψη», δημόσια θεάματα και διαφθορά, μαφία και μεταμεληθέντες … Το καλύτερο αρχίζει τώρα.

Ο πραγματικός λύκος είναι εκεί και περιμένει. Ας μη συγχέουμε όμως ακόμη μια φορά αυτό που είναι φασιστικό με αυτό που δεν είναι. Η αναθεώρηση του αστικο-δημοκρατικού Συντάγματος του 1948 και η προσθήκη ενός προεδρικού μηχανισμού πάνω από το φιλελεύθερο-αντιπροσωπευτικό του σύστημα δεν είναι φασισμός, είναι απλώς γκωλισμός. Η διεύρυνση και η εμβάθυνση των περιφερειακών και των τοπικών αυτονομιών δεν είναι φασισμός: το πολύ πολύ μπορεί να ανάγεται σε εγωισμό. Το ότι η πλειοψηφία, μέσω και θεσμικών πιέσεων, εξαπολύει μια αντιδραστική επίθεση κατά της χειραφέτησης των δημοσίων ηθών (κατά της άμβλωσης, κατά της ομοφυλοφιλίας κ.λπ.), αυτό δεν είναι φασισμός, είναι απλώς κληρικαλισμός. Σίγουρα, όλα αυτά θα συμβούν υπό την Κυβέρνηση Μπερλουσκόνι: δεν είναι όμως φασισμός, είναι κοινωνική, οικονομική. πολιτιστική και πολιτική δεξιά. Ο Μπερλουσκόνι διερμηνεύει, οικοδομεί, ανανεώνει, εξυψώνει μια αντιδραστική κοινότητα, αναπτύσσει και τελειοποιεί τον νέο μεταμοντέρνο και επικοινωνιακό καπιταλισμό, δείχνοντας στην ιταλική κοινωνία πώς έχει ήδη γίνει κατά τη διάρκεια των τελευταίων είκοσι χρόνων: μια κοινωνία ευτελισμένη στην οποία έχει γίνει αδύνατο να διακρίνεις την αριστερά από τη δεξιά, στην οποία η σκέψη είτε είναι «αδύναμη», είτε καταλήγει στη φυλακή, είτε βρίσκεται με τον ένα ή τον άλλο τρόπο εξουδετερωμένη, στην οποία ο συνδικαλισμός των συμβουλίων μεταλλάχθηκε σε συντεχνιακό, όπως έγινε και με όλες τις κοινωνικές αντι-εξουσίες, μια κοινωνία, με δυο λόγια, όπου η τεράστια διαφθορά στην οποία είχαν εμπλακεί διευθυντές επιχειρήσεων και πολιτικοί δεν ήταν τίποτα μπροστά σε αυτή που είχε επικαλύψει τη σκέψη και την ηθική συνείδηση του πλήθους.

Η ιταλική «επανάσταση» δεν είναι λοιπόν παρά ένα αντιδραστικό (όχι φασιστικό, αλλά αντιδραστικό) εγχείρημα, στα πολιτικά περιεχόμενα και στις καταστατικές μορφές που παίρνει, το οποίο όμως άγεται σε πέρας στο επίπεδο της παρούσας ανάπτυξης του καπιταλισμού και συνάδει με το μετασχηματισμό της οργάνωσης της βιομηχανίας και της καθυπόταξης της εργασίας. Ο Μπερλουσκόνι είναι αφεντικό μιας βιομηχανίας της επικοινωνίας. έγινε πολιτικός αρχηγός μιας πολιτικής κοινωνίας (της επικοινωνίας). Κατ’ αυτή την έννοια, η αντιδραστική επανάσταση είναι επίσης, παραδόξως, ένα εγχείρημα αλήθειας.

121026073712-11-berlusconi-1026-horizontal-gallery

Την αλήθεια όμως αυτή η αριστερά δεν θέλει να την αποδεχθεί. Η αριστερά δεν θέλει να καταλάβει τις αιτίες της εκλογικής ήττας της, δεν θέλει να φέρει καμία ευθύνη γι’ αυτήν και αρκείται σε εφήμερες ρητορικές ασκήσεις και σε προειδοποιητικές κραυγές περί φασισμού. Ωστόσο, μόνο η αριστερά είναι υπεύθυνη για την ήττα της:

1) επειδή δεν μπόρεσε να κατανοήσει τους κοινωνικούς μετασχηματισμούς που έλαβαν χώρα στην Ιταλία και συνέχισε να θεωρεί τις συντεχνίες ως βαθμίδες εκπροσώπησης.

2) επειδή δεν ήλεγξε, και ούτε καν φαντάστηκε, τη νέα παραγωγική μορφή των επικοινωνιακών σχέσεων, και έτσι αφέθηκε να χρησιμοποιηθεί από τα μέσα ενημέρωσης, συμμετέχοντας κυνικά και κατά τρόπο ανεύθυνο στο αντιδραστικό τους εγχείρημα.

3) επειδή έχασε, κατά συνέπεια, κάθε ικανότητα αντιπροσώπευσης των (υλικών και άυλων) παραγωγικών τομέων της κοινωνίας.

Σήμερα, στην Ιταλία, υπάρχουν δύο παρασιτικές κοινωνίες: η μία είναι η μαφία και η άλλη είναι η αριστερά, με τον συρφετό των συνδικάτων και των συνεταιρισμών της … Αλλά το να μιλάμε έτσι είναι ίσως υπερβολικό: γιατί η αριστερά δεν προσεγγίζει ούτε καν την αξιοπρέπεια του εγκλήματος που χαρακτηρίζει τη μαφία, δεν είναι πλέον παρά ένα περιφερόμενο πτώμα … Όπως είδαμε, μπροστά στη νίκη της αντίδρασης, η ηρωική της απάντηση ήταν να κραυγάσει περί φασισμού. Στην πραγματικότητα η αριστερά μοιάζει με έναν υπνωτισμένο πυγμάχο, που βαδίζει υπνοβατώντας. Απ’ ό,τι φαίνεται, το μόνο χρήσιμο θα ήταν να βρεθεί κάποιος που να βάλει μια τρικλοποδιά σε αυτό το ζόμπι.

Το να ξετυλίγουμε όμως το κουβάρι των λαθών της πολιτικής της αριστεράς δεν αρκεί. Πρέπει να καταλάβουμε τι ήταν αυτό που επέτρεψε στην αντιδραστική «επανάσταση» να καταστήσει τόσο ριζική, τόσο αναπόφευκτη και τόσο αναντίστρεπτη την παραίτηση της αριστεράς.

 

Ήδη πριν τις εκλογές, γράφαμε:

Πριν μπούμε στη συζήτηση για τα πιθανά πολιτικά και νομοθετικά σενάρια που θα επακολουθήσουν μετά την εκλογική νίκη του ενός ή του άλλου στρατοπέδου, πρέπει να εξετάσουμε αυτά που η δεξιά έχει ήδη κατακτήσει, και τα οποία θα της επιτρέψουν να υπαγορεύσει τους όρους της ακόμη και σε περίπτωση νίκης του αντίπαλου στρατοπέδου. Μ’ αυτό εννοούμε τα εργαλεία, τις μεθοδεύσεις, τα λεκτικά των οποίων η εφεξής προφανής και γενικευμένη επιβεβαίωση επιτρέπει σήμερα στη δεξιά να διεκδικεί κατά τρόπο αξιόπιστο το ρόλο του πρωταγωνιστή της «δεύτερης δημοκρατίας», και τα οποία προσδίδουν ήδη από τώρα στον προοδευτικό πόλο έναν τρόπον τινά δευτερεύοντα χαρακτήρα.

Δεν πρόκειται επιπλέον να εξετάσουμε εδώ το άνευ ενδιαφέροντος ζήτημα του αν νομιμοποιείται η δεξιά να θεωρείται ως ένα φαινόμενο νέο σε σχέση με τα σαράντα χρόνια της χριστιανικής δημοκρατίας. Όπως είναι προφανές, μπορεί, και μπορεί επίσης κατά εξίσου προφανή τρόπο να περισυλλέγει την κληρονομιά της δεκαετίας του 80 και, γενικότερα, όσους καρπούς άφησε πίσω της η εξουσία της «πρώτης δημοκρατίας». Το ότι ο cavalier Μπερλουσκόνι οικοδόμησε την εμπορική και τηλεοπτική αυτοκρατορία του υπό την αιγίδα του Κράξι και του pentapartito [πεντακομματικού συνασπισμού – Σ.τ.μ.] είναι μάταιο επιχείρημα. Στο κάτω κάτω και ο ίδιος ο Γιέλτσιν γεννήθηκε  και μεγάλωσε μεταξύ των ανώτερων υπαλλήλων του ΚΚΣΕ.

Η δυσάρεστη αλήθεια είναι ότι η δεξιά οικειοποιήθηκε επιδέξια, διαστρέφοντάς τις, τις απαιτήσεις για αλλαγή, τις ανάγκες και τις ελπίδες οι οποίες ήταν ευρέως διαδεδομένες στο κοινωνικό σώμα και στις οποίες η αριστερά γυρνά την πλάτη από παλιά συνήθεια, συνδυάζοντας πολιτική ακινησία και ιστορική ρητορεία (οι «ιστορικές ισορροπίες και οι βαθιές αδυναμίες της Ιταλίας» που επικαλείται το πρόγραμμα του ΔΚΑ), δυσπιστία απέναντι σε κάθε απαίτηση ανανέωσης και διαθεσιμότητα προς συμβιβασμό, ακόμα και για το μέλλον, με τις κατεστημένες εξουσίες που προτείνουν μετασχηματισμούς «χωρίς τραυματικές αναταραχές» και «χωρίς ρήξεις που να διαλύουν τον κοινωνικό ιστό», που προτείνουν με δυο λόγια τη συνέχεια. Το σύνθημα της ριζικής αλλαγής αφέθηκε ολοκληρωτικά στον αντίπαλο, που ήταν ελεύθερος να το κάνει ό,τι θέλει.

Είτε κερδίσει είτε όχι την εκλογική μάχη, η δεξιά ήδη από τώρα υπαγορεύει τους κανόνες του παιχνιδιού σε όλους τους μετέχοντες, είτε πρόκειται για τη γλώσσα, για τις αναπαραστάσεις, για τις τονικότητες ή για τις τεχνικές επιχειρηματολογίας. Καλώς ή κακώς, ο χαρακτηρισμός του «νέου», της εγγύησης μιας ασυνέχειας, έχει χρεωθεί στη δεξιά. Όχι βεβαίως μέσω του περιεχομένου των προγραμμάτων της, που κυμαίνονται από τις παλιές νεο-φιλελεύθερες συνταγές ως μια γελοία επανέκδοση της ηθικής της εργασίας, από την κραξική λατρεία της αποτελεσματικότητας ως μια εξορθολογισμένη ξενοφοβία υπό τη μορφή της αξιοκρατίας και του ωφελιμισμού, από τον πιο χυδαίο οικονομισμό ως τον πατερναλισμό της επιχείρησης, αλλά μέσω του τρόπου χειρισμού τους, μέσω του προσανατολισμού τους σε μια κατεύθυνση περιορισμού της δημοκρατίας και ενίσχυσης των κοινωνικών ιεραρχιών.

Με όλους αυτούς τους μύθους, όταν ο μεγιστάνας του αιθέρα υπόσχεται χιλιάδες θέσεις εργασίας, εμφανίζεται τελικά πιο πιστευτός από τους αντιπάλους του της αριστεράς, οι οποίοι, για να μην ψεύδονται, το καλύτερο που θα είχαν να κάνουν είναι να καταστήσουν σαφέστερη σε όλο τον κόσμο την κοινότοπη εξίσωση της μετα-νεωτερικότητας: περισσότερες επενδύσεις = λιγότερη απασχόληση. Εφόσον δεν το έκαναν, βρίσκονται σήμερα αναγκασμένοι να αντιμετωπίσουν τις περισσότερο ή λιγότερο επιτηδευμένες επανεκδόσεις της κούφιας μυθολογίας για το «νέο» ιταλικό θαύμα.

 Πρέπει ακόμη να υπογραμμίσουμε ότι η αντιδραστική δεξιά πέτυχε, στην Ιταλία, να οικοδομήσει την ηγεμονία της απορροφώντας τις πιο πρωτότυπες πολιτικές μορφές και, ελλείψει οποιασδήποτε αντίδρασης της αριστεράς, να φενακίσει όχι μόνο την πολιτική γλώσσα αλλά και τα κινήματα.

Μέσω της Λέγκας και, υπό μορφή ακόμη περισσότερο πρωτοφανή, μέσω της «Forza Italia», η δεξιά προσέλαβε μία διάσταση απόλυτα κινηματική τόσο στις πιο εξωτερικές όσο και στις πιο ουσιαστικές πλευρές της. Αυτή η διάσταση κινήματος δεν της αναγνωριζόταν για πολύ καιρό, αν εξαιρέσουμε τις πιο ακραίες και αριθμητικά περιορισμένες ομάδες της. Οι διάφορες «σιωπηλές πλειοψηφίες» που κατά καιρούς εμφανίστηκαν στην ιταλική πολιτική σκηνή παρέμειναν πάντοτε περιστασιακές μάζες προς χειρισμό (χρησιμοποιήθηκαν κυρίως ως αντίδραση κατά των κινημάτων της αριστεράς) χωρίς να αναχθούν ποτέ στο επίπεδο της «συμμετοχής» και της συνέχειας που προσιδιάζει σε ένα κίνημα. Ποτέ δεν ανέπτυξαν, ακόμη και στις φάσεις της μέγιστης διάδοσής τους, το δικό τους φολκλόρ, τη δική τους εικονογραφία, ιδιαίτερους τρόπους συμπεριφοράς, το δικό τους συμβολικό σύμπαν.

Τα κινήματα είναι κάτι περισσότερο από μια μάζα προς χειρισμό. Έχουν την αξίωση να είναι πολιτικά, και να δρουν πολιτικά, τη στιγμή ακριβώς που αρνούνται τους ισχύοντες κανόνες της πολιτικής, ή, αντίστροφα, την υποκείμενη στους ισχύοντες κανόνες πολιτική. Κατά τούτο, σε αντίθεση προς τις ομάδες πίεσης και τις σιωπηλές πλειοψηφίες, εμφανίζουν πάντοτε μία «αντισυστημική» συνιστώσα, ακόμη και όταν ο ιδεολογικός τους ορίζοντας δεν περιλαμβάνει καμία προοπτική εξόδου από το πλαίσιο της κατεστημένης τάξης και περιορίζεται να καταγγέλλει απλώς την επιδείνωση των πολιτικάντικων χαρακτηριστικών της. Καταλαμβάνουν εξ ορισμού ένα χώρο που δεν είναι δεδομένος στο πλαίσιο της θεσμικής πολιτικής.

Οι ισχύοντες λοιπόν κανόνες σήμερα στην Ιταλία είναι οι κανόνες της αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας, οι κανόνες της αγοράς, οι κανόνες της της οργάνωσης του εργοστασίου. Αν όμως υπάρχει ένα κίνημα της δεξιάς που βάλλει κατά των κανόνων της αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας (εκμεταλλευόμενο την κάθετη μακροσκοπική κρίση του), δεν υπάρχει από την άλλη κανένα κίνημα που να αμφισβητεί τους κανόνες της αγοράς και της βιομηχανικής οργάνωσης. Κατά τη διάρκεια των τελευταίων είκοσι χρόνων, η αριστερά έδειξε σχεδόν πλήρη αδιαφορία για τις κοινωνικές συγκρούσεις, παλιές και νέες, και για τον επείγοντα χαρακτήρα τους, περιχαρακώνοντας και υπονομεύοντας την ίδια την κινηματική διάσταση ή περιορίζοντάς την σε ένα χαρακτήρα τελετουργικό και φτάνοντας στο σημείο να την εκδιώξει από τους κόλπους της και τις προοπτικές της. Οι περιπέτειες του συνδικαλισμού είναι τελείως χαρακτηριστικές ως προς αυτό το σημείο, με το πέρασμα από ένα κίνημα εργοστασιακών συμβουλίων σε ένα θεσμό ειδικά προορισμένο για την καταστολή των κινημάτων, ένα θεσμό προορισμένο να «επαναφέρει» και πάλι στο έδαφος των κυρίαρχων πολιτικών κανόνων τον ζωτικό αυτό χώρο που, από την ίδια τη φύση του, το υπερβαίνει.

Η αντιπροσωπευτική δημοκρατία γνωρίζει σήμερα μια κρίση που υπονόμευσε τις ρίζες της παραγωγικής ταυτότητας των πολιτών (παραγωγικός εργαζόμενος = υποκείμενο δικαίου) στην οποία βασιζόταν όλος ο μηχανισμός της αντιπροσώπευσης. Αυτό το προφανές όσο και αναντίστρεπτο γεγονός ανοίγει το δρόμο σε δύο πιθανές εξελίξεις: είτε θέτουμε υπό επανεξέταση την κοινωνία που υπόκειται στο νόμο της μισθωτής εργασίας και άρα απελευθερώνουμε την ιδέα της δημοκρατίας από την παράσταση της εργασίας, πηγαίνοντας με δυο λόγια πέρα από τη «βιομηχανική δημοκρατία» και επιτιθέμενοι τόσο κατά του νόμου της αγοράς όσο και εκείνου της βιομηχανικής οργάνωσης (πράγμα ακριβώς που δεν κάνει η αριστερά), είτε ταυτίζουμε την αντιπροσωπευτική δημοκρατία με τη δημοκρατία γενικά, παίρνοντας ως στόχο την πρώτη με τις φανερές δυσλειτουργίες της για να χτυπήσουμε τη δεύτερη (πράγμα που κάνει η δεξιά με την επιτυχία που γνωρίζουμε). Με άλλα λόγια, η δεξιά χρησιμοποιεί την κριτική κατά της αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας (κομματοκρατία, πελατειακές σχέσεις, αυτοαναφορικότητα) για να ανοίξει το δρόμο για την εξάλειψη της δημοκρατίας ως τέτοιας, εν ονόματι της βιομηχανικής κουλτούρας («επιχείρηση Ιταλία») που επιβάλλεται ως γενική αρχή οργάνωσης της κοινωνίας. και σ’ αυτή την κουλτούρα η αριστερά αποδεικνύεται σε μεγάλο βαθμό υποταγμένη.

Σε όλη αυτή τη διαδικασία, η θέση της δεξιάς συνίσταται στο να φορά, αφελώς και ανενδοίαστα, το ένδυμα του «απολίτικου» που διεκδικεί την πολιτική του διάσταση. Έτσι, ενσωματώνει και διαστρέφει τις διάχυτες ελπίδες για αλλαγή που διαπερνούν το κοινωνικό σώμα. Στην πολιτική δεν υπάρχει κενό. Κάποιος χτίζει πάντοτε κάποια μέρα στα εδάφη που αφέθηκαν ανεκμετάλλευτα.

 Συνοψίζοντας, μέσα στην προπαγάνδα και τα συνθήματα της δεξιάς μπορούμε να διακρίνουμε, φρικτά μετασχηματισμένες, τις ελπίδες και τις ιδέες όλων εκείνων που ηττήθηκαν στον αγώνα τους κατά της υπάρχουσας τάξης πραγμάτων. Ούτε αυτό όμως είναι αρκετό.

Κατά τη διάρκεια των τελευταίων είκοσι χρόνων, η καπιταλιστική επιχείρηση προοδευτικά απορρόφησε και πάλι μεγάλο μέρος των τεχνικών, των ικανοτήτων, των προνομίων που προσιδιάζουν στην πολιτική. Διατήρησε έναν άμεσο διάλογο με το λαό των «καταναλωτών» και μετέτρεψε σε εμπορεύματα ή προσέφερε υπό μορφή εμπορευμάτων επιθυμίες, ελπίδες, υποκειμενικότητες που ανήκαν στη συγκεκριμένη ζωή των ατόμων. ‘Εγινε σχεδόν απόλυτη κυρίαρχος του πεδίου της επικοινωνίας και τελικά το μετέβαλε σε κύρια παραγωγική δύναμη.

‘Ετσι η «επικοινωνιακή δράση», κλασικό καθήκον της πολιτικής, μετασχηματίστηκε σε «εργαλειακή δράση», συντρίβοντας την παραδοσιακή διχοτομία του Χάμπερμας. Ο λόγος δεν επιβιώνει πλέον παρά ως παραγωγική δύναμη και εμπορική τεχνική …

Δεν πρέπει λοιπόν να μας εκπλήσσει αν, έχοντας φτάσει στο τέρμα αυτής της μεγάλης διαδικασίας παραγωγικού μετασχηματισμού των τελευταίων είκοσι χρόνων, η εμπορική τεχνική εμφανίζεται σήμερα ως μορφή πολιτικής δράσης, και μάλιστα πρωτότυπη, αυτή ακριβώς που επιτρέπει τη ραγδαία ανάπτυξη της «Forza Italia».

Η οργανωτική αρχή των τρίχρωμων ταξιαρχιών του Μπερλουσκόνι είναι ακριβώς μία εμπορική τεχνική: η τεχνική τού franchising. O κεντρικός οίκος προσφέρει σε έναν επιχειρηματία, ενσάρκωση του περίφημου «επιχειρηματικού πνεύματος», την επωνυμία και το εμπόρευμά του: μία αύρα, μία ταυτότητα, μία πηγή κέρδους. Ο έμπορος δεν θα είναι πλέον στην πόλη του κάποιος ανώνυμος, αλλά η Στεφανέλ, η Μπενετόν. Σε αντάλλαγμα, θα αγοράζει αποκλειστικά ή κυρίως αυτό το εμπόρευμα, θα ακολουθεί τους ακριβείς κανόνες ύφους και συμπεριφοράς και θα πασχίζει να τιμήσει το όνομα που φέρει, επειδή αυτό το όνομα με το τεράστιο επικοινωνιακό του δυναμικό, και όχι βέβαια κάποια πακέτα ρούχα με ζωντανά χρώματα, αντιπροσωπεύει την πραγματική πηγή του πλούτου, την πραγματική βάση της ταυτότητας.

Το ίδιο ουσιαστικά ισχύει για τον επαρχιακό προύχοντα, για τον εμπορικό αντιπρόσωπο, για τον πρόεδρο αθλητικού συλλόγου που θέλει να τεθεί επικεφαλής μιας οργάνωσης της «Forza Italia»: όλη η κοινωνική του ταυτότητα, το γόητρό του, η αξία του στην πολιτική αγορά κρέμονται απ’ αυτό το όνομα, (ελλείψει οποιασδήποτε άλλης αρχής νομιμοποίησης, κοινωνικής ένταξης ή παράστασης), αλλά το όνομα αυτό θα του εγγυηθεί με τη σειρά του μια ευκαιρία κοινωνικής ανόδου και κάποια μερίσματα τοπικής χαρισματικότητας. Όπως ο έμπορος του franchising πωλεί το εμπόρευμα του κεντρικού οίκου, αλλά το πωλεί για ίδιο όφελος, έτσι και ο ιδρυτής της οργάνωσης της «Forza Italia» θα ασκεί την πολιτική της Fininvest, αλλά θα την ασκεί για ίδιο όφελος.

Ιδού λοιπόν η αξιοθαύμαστη σύζευξη της ατομικής πρωτοβουλίας και της απολυτότητας της επιβολής, το είδωλο της αυτονομίας και οι στέρεες αλυσίδες της εξάρτησης. Ιδού η σχέση που προτείνει η «ολοκαίνουργια» δεξιά μεταξύ ισχυρής εξουσίας και πειθήνιων ατόμων, μεταξύ εντολέων και αυτόνομων εργαζομένων. Ιδού τέλος μια μη αντιπροσωπευτική και μη δημοκρατική μορφή πολιτικής οργάνωσης, βασισμένη αποκλειστικά στο management της επιχείρησης και στο επικοινωνιακό της σύμπαν. Η «Forza Italia» αντιπροσωπεύει την πρώτη ιταλική πολιτική δύναμη που βασίστηκε με σχολαστικότητα στο πρότυπο της επιχείρησης, στις τεχνικές και στα διακυβεύματά της.

Πρόκειται για κάτι απολύτως καινούριο, τελείως αδιανόητο πριν τον μεγάλο παραγωγικό μετασχηματισμό των τελευταίων είκοσι χρόνων, και τελείως ακατανόητο αν δεν συλλάβουμε τη φύση και το εύρος του.

 

 Φτάσαμε λοιπόν στο κρίσιμο σημείο της ανάλυσής μας, στο σημείο όπου η διαπλοκή της «επανάστασης» της δεξιάς με τη πλήρη παραίτηση της αριστεράς προκαλεί τελικά την εμφάνιση του φασιστικού κινδύνου, όχι του φαντάσματός του το οποίο επικαλούνται αδιάκοπα μέσα στην αριστερά όσοι έχουν χάσει την ικανότητά τους να κρίνουν το πραγματικό, όσοι θέλουν να εκφοβίσουν τους αφελείς και να τους εκβιάσουν (σύμφωνα με τις πιο δοκιμασμένες σταλινικές τεχνικές) να αποδεχθούν μια ενότητα χωρίς αρχές, αλλά η αληθινή φασιστική απειλή – εκείνη που συνδέεται σήμερα με την πειθαρχία της επιχείρησης, με τη βία της βασισμένης στην εργασία αξιοκρατικής τάξης, με το ρατσιστικό μίσος προς όποιον δεν μπορεί ή δεν θέλει να υποταχθεί σε αυτή την τάξη.

Στη δεξιά προπαγάνδα της εργασίας, ο «μόχθος», η μορφή του παραγωγού συνεχίζουν να κατέχουν κεντρική θέση και να συνιστούν το κύριο μήνυμα της ιεραρχίας της αξίας. Οι σπατάλες, η ανικανότητα, η κοινωνική πρόνοια, η εξάντληση των δημοσιονομικών πόρων, η απονέκρωση της ιδιωτικής πρωτοβουλίας είναι κατ’ αυτήν που εμποδίζουν την πλήρη άνθηση της «εργατικής» ροπής των πολιτών.

Η αριστερά αποδεικνύεται ανίκανη να ξεσκεπάσει τις ψευδείς, εξοργιστικά ψευδείς υποσχέσεις για αύξηση της απασχόλησης μέσω περισσότερων επενδύσεων, επειδή δεν θέλει να αναγνωρίσει τον μη αντιστρέψιμο χαρακτήρα της περιστολής του όγκου της αναγκαίας για την παραγωγή του πλούτου εργασίας. Το να μιλάμε για «ένα διαφορετικό πρότυπο ανάπτυξης», ισχυριζόμενοι ότι η θέση και το βάρος της εργασίας (αν όχι ποσοτικά, τουλάχιστον ως αρχής που προσδίδει κοινωνική ταυτότητα) θα παραμείνουν αναλλοίωτα (αλλά και «κοινωνικά χρήσιμα» ή «στην υπηρεσία του περιβάλλοντος») και τελικά θα παράσχουν τη βάση της πολιτικής αντιπροσώπευσης, σημαίνει ότι κυνηγάμε φαντάσματα. Μ’ αυτό τον τρόπο, η ιταλική αριστερά παραμένει εγκλωβισμένη καταμεσής στο βάλτο, προχωρώντας ψηλαφητά μεταξύ ιδεαλισμού της βούλησης και ωφελιμισμού της επιχείρησης.

 

Η δεξιά παρουσιάζεται όχι ως πολιτική ιδεολογία της καλής διακυβέρνησης, όχι ως πρωτοπορία ή, ακόμα λιγότερο –σε αντίθεση με το παρελθόν- ως ερμηνευτής ενός «ιστορικού πεπρωμένου», αλλά ως κοινωνία των ιδιωτών, εργατική και επιχειρηματική, που διεκδικεί τα δικαιώματά της που δεν της αναγνωρίζει μια πολιτική σφαίρα χωριστή, απόμακρη, διεφθαρμένη από τους ίδιους τους νόμους της αυτοσυντήρησής της («η εξουσία διαφθείρει»). Αυτή η κοινωνία των ιδιωτών εννοούσε να αυτοκυβερνάται – και να αυτοκυβερνάται στη βάση των σχέσεων δύναμης, των σχέσεων διεύθυνσης και εξάρτησης, που ισχύουν εκεί. Πρόκειται για τις  σχέσεις που εγκαθιδρύθηκαν στη διάρκεια της δεκαετίας του 80 και που μπορούμε να τις αποδώσουμε συνοπτικά με τη διατύπωση «κεντρικότητα της επιχείρησης».

 

 Η αριστερά συμφωνεί με όλα αυτά. Ιδού λοιπόν ο νέος φασισμός, τον προτείνει η δεξιά, κραυγάζει για το σκάνδαλο το ζόμπι της αριστεράς –για να μοιραστεί ατιμώρητα τη ζεστασιά του κρεβατιού. Τα πράγματα είναι χειρότερα και από κωμωδία του Βοκάκιου!

 Τι να κάνουμε; Δεν είναι εδώ ο τόπος για να αρχίσουμε ή να ξαναρχίσουμε να το συζητάμε. Αρκεί που φωτίσαμε εδώ ορισμένες πλευρές αυτού που συμβαίνει στην Ιταλία –πιθανό εργαστήρι νέων πειραμάτων φασιστικής κυριαρχίας, χωρίς να πέσουμε σε εσφαλμένες ιστορικές αναφορές, αποκαλύπτοντας τον πραγματικό κίνδυνο … Και την πρωτοτυπία του: τα ιδεολογικά περιεχόμενα είναι νέα, οι μορφές επικοινωνίας και κινητοποίησης είναι νέες, το σχέδιο κυριαρχίας είναι νέο. Μεταμοντέρνος φασισμός.

 

Μετάφραση: Α.Γ.

[1] Το κείμενο που ακολουθεί δημοσιεύτηκε στο τεύχος 22 (1994/2) του γαλλικού περιοδικού Futur Anterieur. Η μετάφραση που ακολουθεί είχε δημοσιευθεί στην Εποχή λίγο αργότερα (δεν μπορώ όμως να δώσω ακριβή ημερομηνία διότι δεν κράτησα λεπτομέρειες), με τον τίτλο «Μεταμοντέρνος φασισμός». Σκέφτηκα να το αναδημοσιεύσω εδώ για να δούμε τι άλλαξε, τι έμεινε ίδιο και τι στέκει ακόμα από αυτές τις αναλύσεις μετά από εικοσιτέσσερα χρόνια.

Πρωτότυπος τίτλος: La «revolution» italienne et la «devolution» de la gauche.

5 comments

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.

Αρέσει σε %d bloggers: