Χθες στη γιόγκα πάτησα το χαλάκι μιας λευκής

της Αΐσα Μίρζα

 

Χθες στη γιόγκα πάτησα τυχαία πάνω στο χαλάκι μιας λευκής, και αυτή με κοίταξε λες και είχε μόλις ξυπνήσει και με είχε βρει να στέκομαι στα πόδια του κρεβατιού της, σαν να της είχα μόλις προτείνει να δολοφονήσουμε τον άντρα της και να το σκάσουμε μαζί. Με κοίταξε λες και είχα μόλις δραπετεύσει από κανέναν ζωολογικό κήπο, λες και ήμουν κάποιο γιγαντιαίο πάντα που είχε τρυπώσει μέσα στο ηλιόλουστο στούντιο της γιόγκα και σαν να μη συμβαίνει τίποτα περίμενε να αρχίσει το μάθημα της 8 π.μ. Φαινόταν τρομαγμένη, σαν να είχε μόλις ανακαλύψει ότι το 2012 είχε πράγματι έλθει το τέλος του κόσμου και ότι από τότε πήγαινε στη γιόγκα τρεις φορές την εβδομάδα χωρίς λόγο, απλώς επειδή ήταν ένα ωχρό φάντασμα. Με κοίταξε λες και δεν υπάρχω στον κόσμο της· να όμως που ήμουν εκεί, και εκείνη δεν ήξερε τι να με κάνει.

Μερικές φορές οι λευκοί μάς κοιτάζουν σαν να είναι πεινασμένοι. Μιλάμε για τους λευκούς που χρησιμοποιούν για μας κουβέντες όπως «σοκολάτα (ή καφές) με ή χωρίς γάλα», ή όπως «πριγκίπισσα Τζασμίν». Aυτό συχνά πηγαίνει μαζί με τα εξής: προσπαθούν να βγάλουν σέλφι μαζί μας· δείχνουν υπερδιογκωμένο ενδιαφέρον για μας (ιδίως όταν ανακαλύπτουν ότι έχουμε κληρονομιά από την Αίγυπτο ή άλλες εύπεπτες σκουρόχρωμες χώρες από τις οποίες έχουν κλέψει οι πρόγονοί τους)· μας ρωτάνε αν μιλάμε γλώσσες με τις οποίες δεν έχουμε καμία σχέση· σχολιάζουν επίμονα τα χαρακτηριστικά μας· και γλείφουν τα πρόσωπά μας όταν κοιτάμε αλλού.

5d627e4bb846ae043fdea0743e3bb3db--disney-jasmine-princess-jasmine

Μερικές φορές μας κοιτάζουν με αισθήματα θλίψης και οίκτου, λες και παρακολουθούν διαφήμιση της Γιούνισεφ και όχι κάποιον που χορεύει διακριτικά σε μουσική Μόμπυ σε μια στάση λεωφορείου. Το βλέμμα αυτό έρχεται από μία θέση αυθαίρετης παραδοχής, για παράδειγμα, «θα πρέπει να είναι δύσκολο να είσαι απελευθερωμένη Μουσουλμάνα», και μετά έκπληξης: για παράδειγμα, «ο λόγος σου είναι τόσο συγκροτημένος».

Μερικές φορές το βλέμμα τους μας διαπερνά με μια σκληρή, κενή προσήλωση όταν έχουμε πει κάτι αστείο ή έξυπνο ή όταν δείχνουμε ομορφότερες απ’ ό,τι συνήθως. Το βλέμμα αυτό χρησιμοποιείται επίσης όταν αρχίζει να μην είναι πλέον βολικό ή άνετο ή ασφαλές να συμμαχούν μαζί μας, και μπορεί να τεθεί σε λειτουργία πολύ γρήγορα και χωρίς προειδοποίηση. Λένε «Είσαι ΟΚ;» ενώ ξέρουν ότι ποτέ δεν ήμασταν καλύτερα.

Μερικές φορές, αφού τους έχουμε εξηγήσει τους τρόπους με τους οποίους μας πληγώνουν, οι λευκοί μάς κοιτάζουν με το πιο εύθραυστο βλέμμα. Τα μάτια τους κροταλίζουν στις κόγχες τους, λέγοντας, «Γιατί με τιμωρείς που έχω τόσο μεγάλη καρδιά;».

Είναι αστείο διότι φαντάσου να είναι τόσο άνετη η ζωή σου ώστε να προκαλείται μια αντίδραση καθαρού τρόμου όταν ένα καφετί άτομο στέκεται τόσο κοντά στα πράματά σου ακόμα και όταν είσαι μια λευκή που κάνει γιόγκα, και άρα κανένα απ’ όλα αυτά τα πράματα δεν είναι καν δικό σου. Δεν είναι αστείο διότι το βλέμμα αυτό γίνεται τηλεφώνημα προς την αστυνομία, γίνεται ακόμη ένα καφετί άτομο που κλείνεται σε φυλακή ή σε κελί ψυχιατρείου, ακόμη ένα μαύρο άτομο που δολοφονείται.

Το βλέμμα αυτό μου φάνηκε οικείο, σαν ένας παλιός συγγενής που δεν είχα δει για κάποιο καιρό και δεν ήθελα να δω. Όταν είμαι σε κατάθλιψη, δηλαδή συχνά, παρακολουθώ στη βρετανική τηλεόραση δράματα με καστ εξ ολοκλήρου λευκά και χαλαρώνω, ή παριστάνω ότι χαλαρώνω. Σκέφτομαι τον παιδικό μου εαυτό που δεν ήξερε γιατί με κοιτούσαν, αλλά ήξερε πώς είναι να νιώθεις ταπείνωση και ήξερε πώς είναι να νιώθεις πανικό, και ήξερε πώς είναι να νιώθεις σαν άγριο ζώο ή κατοικίδιο. Μολονότι στη ζωή μου έχω εισπράξει περισσότερη αγάπη απ’ όσο είναι εύλογο, και μολονότι μου λένε ότι είμαι όμορφη, για καθοδήγηση, από την αρχή, το βλέμμα αυτό είναι ο λόγος για τον οποίο πάντοτε ένιωθα βρώμικη, ή τουλάχιστον ποτέ τελείως καθαρή. Υπερβολικά σκουρόχρωμη για να είμαι καθαρή, υπερβολικά τριχωτή για να είμαι καθαρή, υπερβολικά ομοφυλόφιλη για να είμαι καθαρή, υπερβολικά μουσουλμάνα για να είμαι καθαρή, υπερβολικά τρελή για να είμαι καθαρή, υπερβολικά ευαίσθητη για να είμαι καθαρή.

Πριν από δύο χρόνια μπήκα σε κάποια εικαστική έκθεση στο κέντρο του Μανχάτταν, συνειδητοποίησα ότι ήμουν το μόνο έγχρωμο άτομο στο χώρο, και αμέσως βγήκα. Μάλλον ο διακοσμητικός μου ρόλος είχε τελειώσει. Στην πόλη αυτή όπου τα ασθενοφόρα ουρλιάζουν σαν μανάδες, σαν το χειρότερο να έχει κιόλας συμβεί, έμαθα πώς να μην ζω στη σκιά της λευκότητας. Έμαθα ότι εγώ είμαι ο ήλιος, το αντικείμενο και η σκιά, έμαθα να σκύβω, να κουνάω τον πισινό μου, μπήγω τα δάχτυλά μου αρκετά βαθιά μέσα μου ώστε, στα εικοσιεφτά μου χρόνια, να βάζω σωστά ένα ταμπόν. Η καθαριότητα είναι υπερτιμημένη.

Βύθισα το γυμνό μου πόδι στο μωβ χαλάκι της γιόγκα και δεν κατέβασα τα μάτια μου όταν με κοίταξε.

Η πρώτη μου κρίση πανικού ήταν σε ένα βαγόνι τής Northern Line στο μετρό του Λονδίνου το καλοκαίρι του 2011. Δεν ήξερα ακόμα τι ήταν το άγχος, αλλά ήμουν ψιλοχάλια και κάποια στιγμή με κατέλαβε ο έμμονος φόβος ότι θα πηδούσα μπροστά απ’ το τραίνο ή ότι θα ανατιναζόμουν εάν τα κατάφερνα να μπω σε κάποιο συρμό. Μολονότι δεν είχα ιδέα πώς δουλεύουν οι βόμβες οποιουδήποτε είδους, όποτε έμπαινα σε τραίνο ή λεωφορείο έλεγχα μεθοδικά τα χέρια όλων των επιβατών για να δω τι έκαναν. Αυτό ήταν το μυστικό μου επειδή ντρεπόμουν να σκέφτομαι ότι είχα γίνει η τρομοκρατημένη λευκή, αλλά όσο περισσότερο προσπαθούσα να το καταστείλω τόσο πιο αγχώδης γινόμουνα.

Δεν το περίμενα να βάλω τις φωνές στη λευκή εκείνη γυναίκα στη γιόγκα διότι δεν βάζω ποτέ τις φωνές. Κλαίω, μένω στο κρεβάτι για εβδομάδες, γράφω, κάνω πονηρές παρατηρήσεις σε ανθρώπους που αγαπώ, κόβομαι, βαράω δυνατά τους ανθρώπους στο μπράτσο όταν με κάνουν και γελάω, αλλά δεν φωνάζω. Αν φωνάξω, ίσως αποδείξω ότι είχαν δίκιο –«για δες, αυτό μιλάει».

Μόνο κάποια χρόνια αργότερα, κουβαλώντας ένα σακίδιο στην πλάτη μέσα σε ένα τεράστιο πλήθος λευκών σε κάποιο μουσικό φεστιβάλ, κατέγραψα ένα αίσθημα ευγνωμοσύνης που κανείς απ’ αυτούς δεν φαινόταν να με φοβάται. Μέχρι και ενοχής που τους είχα βάλει σε μια κατάσταση η οποία μπορούσε να γίνει αντιληπτή ως απειλή.

Σύντομα μετά, συνειδητοποίησα ότι εγώ είμαι η βόμβα. Δεν είχα γίνει η τρομοκρατημένη λευκή, αλλά ο πανικός, η απέχθεια και ο φόβος που ένιωθε εκείνη διαρκώς, με είχαν κατακλύσει. Έβλεπα παντού εκρήξεις επειδή εγώ ήμουν επιτέλους έτοιμη να εκραγώ.

«Άκου εδώ, ήταν ένα αθώο λάθος», κραύγασα στην τρομοκρατημένη λευκή γυναίκα. Θα μπορούσες να το πεις και «μια παρατήρηση εις επήκοον όλων». Αθώα. Είμαι αθώα. Πάντοτε ήμουν αθώα.

«Οπότε, αν τσακιστείς και χαλαρώσεις, θα το εκτιμούσα».

Απομακρύνθηκα, περιμένοντας να με επισκεφτούν οι τύψεις, η ντροπή ή το άγχος, όπως κάνουν συνήθως κάθε φορά που μπλέκομαι σε κάποιου είδους αντιπαράθεση μέσα σε δωμάτια λευκών. Τίποτε απ’ όλα αυτά δεν ήρθε, και στο διάστημα όπου συνήθως εγκαθίστανται ένιωσα κάτι σαν ειρήνη, ή πάντως επιτέλους ηρεμία.

Αργότερα ρώτησα τους φίλους μου, «Έτσι νιώθει κανείς όταν τους γράφει όλους στ’ αρχίδια του; Ήρθε μήπως επιτέλους ο καιρός μου;».

«Γλυκιά κυριάρχηση επί λευκού αισθήματος» απαντά μία. Ένας άλλος λέει, «Θέλω να πεθάνουν δημόσια. Θέλω να σκοτώσω την αναισθησία τους, τόσο που να φέρονται επιτέλους ανθρωπινά». Η συμβολή μιας άλλης: «Namaste[1], κουφάλα». Κοιταζόμαστε μεταξύ μας. Γελάμε.

Στη δουλειά την περασμένη βδομάδα η συνάδελφός μου με τράβηξε βιαστικά κατά μέρος και μου είπε, «Περνάω κάτι που πραγματικά προσπαθώ να το αντιμετωπίσω στην ψυχοθεραπεία, αλλά αν δεν μου βγει, σε προειδοποιώ ότι ίσως κάποια στιγμή σου ρίξω μια βόμβα στο κεφάλι, ΟΚ;». Είπα «ΟΚ» αλλά θα μπορούσα να είχα πει ακόμα, «Γιατί οι λευκοί πάντα θέλουν να ρίχνουν βόμβες;», ή «Λυπάμαι, η χωματερή αυτή γέμισε» ή «Εν έτει 2017, μπορούν τέλος πάντων να χαλαρώσουν οι λευκές;».

Το ζήτημα είναι ότι δεν ξέρω αν μου άρεσε να πλαγιάζω με λευκές επειδή είμαι queer ή επειδή μυρίζουν όλες τους τόσο ωραία. Σαν να ήταν δυνατό, αν πίεζα το κορμί μου πάνω στο δικό τους και έπαιρνα μια αρκετά βαθιά εισπνοή, ένα μέρος από την καθαριότητά τους να μπορούσε να τριφτεί κι αυτό πάνω μου. Ήθελα απλώς να αισθάνομαι καθαρή. Ήθελα να μυρίζω ωραία. Σήμερα μεταμφιέζω τη μυρωδιά μου με την οσμή των τριαντάφυλλων και ένα άρωμα Burberry που μου πέφτει πανάκριβο και όλοι λένε ότι μυρίζω ωραία, αλλά δεν έχω πια ανάγκη να πηδιέμαι με λευκές.

 

[1] Ινδική φράση που σημαίνει περίπου «σε χαιρετώ, τα σέβη μου» και χρησιμοποιείται συχνά στην αρχή ή/ και στο τέλος των μαθημάτων γιόγκα (σ.τ.μ).

images

H Aisha Mirza είναι συγγραφέας, καλλιτέχνις και ψυχολογική σύμβουλος από το ανατολικό Λονδίνο. Το διάστημα αυτό ζει στο Μπρούκλυν της Νέας Υόρκης. Κείμενά της έχουν δημοσιευθεί στα έντυπα The Guardian, Independent, Black Girl Dangerous, Media Diversified και openDemocracy. To παραπάνω κείμενο δημοσιεύτηκε στη συλλογή Don’t Panic, I’m Islamic. Words and Pictures on How to Stop Worrying and Learn to Love the Alien Next Door, επιμ. Lynn Gaspard, Saqi Books, Λονδίνο 2017, σ. 126-131. Πρωτότυπος τίτλος: «Yesterday I stepped on a white woman’s yoga mat». Μετάφραση: Α.Γ.

3 comments

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.

Αρέσει σε %d bloggers: