Για τον Μουμία Αμπού Τζαμάλ

του Ζακ Ντεριντά

Το παρακάτω κείμενο αποτελεί μετάφραση προφορικής παρέμβασης του Ντερριντά σε συνέντευξη τύπου που είχε οργανώσει στο Παρίσι το Διεθνές Κοινοβούλιο των Συγγραφέων την 1η Αυγούστου 1995, στο πλαίσιο του διεθνούς κινήματος που είχε αναπτυχθεί διεθνώς εκείνη την εποχή με αίτημα την αναστολή της εκτέλεσης του μαύρου δημοσιογράφου και αγωνιστή Μουμία Αμπού Τζαμάλ -η οποία και επιτεύχθηκε τελικά με απόφαση του Ανώτατου Δικαστηρίου των ΗΠΑ.  Mετάφραση Α.Γ., με βάση την απομαγνητοφωνημένη εκδοχή που είχε δημοσιευθεί στην Monde. Πρώτη δημοσίευση της μετάφρασης στην Εποχή, 3 Σεπτεμβρίου 1995.

Πριν από εικοσιπέντε σχεδόν χρόνια –η ανάμνηση αυτή με αγχώνει και με απελπίζει ακόμα-, είχαμε κάνει μια ανάλογη κινητοποίηση, δυστυχώς μάταια, για να προσπαθήσουμε να γλιτώσουμε από έναν εφιαλτικό δικαστικο-σωφρονιστικό μηχανισμό κάποιον, ο οποίος τότε στις Ηνωμένες Πολιτείες αντιπροσώπευε, τα χρόνια εκείνα, μία από τις μορφές-πρότυπα για το νεαρό Μούμια Αμπού Τζαμάλ. Ο τελευταίος αγωνιζόταν ήδη  εδώ και κάποια χρόνια, από το 1968 και μετά : ήταν τότε μόλις δεκατεσσάρων χρονών ακριβώς την εποχή που είχαν αποχαλινωθεί οι υποστηρικτές και η αστυνομία του διαβόητου Ουάλας, κυβερνήτη της Αλαμπάμα και γνωστού υποστηρικτή των φυλετικών διακρίσεων, που πραγματοποιούσε προεκλογική συγκέντρωση στη Φιλαδέλφεια, την πόλη του Μούμια. Ο τελευταίος, όπως τόσοι άλλοι, έφαγε άγριο ξύλο από τις δυνάμεις της τάξης. Η μορφή-πρότυπο, πρότυπο και για τον Μούμια, εκείνου που δεν είχαμε μπορέσει να σώσουμε το 1971, ήταν ο Τζορτζ Τζάκσον. Μαζί με τον Ζαν Ζενέ και άλλους φίλους, είχαμε αποφασίσει να γράψουμε και να μιλήσουμε για τον Τζάκσον. Μερικοί από μας, όπως εγώ, είχαμε μόλις γράψει και κραυγάσει την αγανάκτησή μας, είχαμε μόλις καταγγείλει το επικείμενο έγκλημα, όταν μάθαμε ότι ήταν πια πολύ αργά: ο Τζορτζ Τζάκσον είχε δολοφονηθεί στη φυλακή υπό  ελεεινές συνθήκες.

Υπάρχει χρόνος να διακόψουμε την αποτρόπαιη διαδικασία που έχει ξεκινήσει; Θα βρούμε τα μέσα; Θα είναι άραγε ικανό το τεράστιο κίνημα που συνήγειρε, σε όλο τον κόσμο, τόσους άντρες και γυναίκες, τόσες οργανώσεις αποφασισμένες να μην αφήσουν να γίνει μια τόσο βάρβαρη αδικία;

Δεν πρέπει να αποθαρρυνθούμε, ασφαλώς, ποτέ, έστω και αν δυστυχώς ξέρουμε, από πείρα, ότι από αυτόν που υπέγραψε και όρισε την ημερομηνία (τις 17 Αυγούστου) για την εντολή εκτέλεσης με θανατηφόρα ένεση, τον κυβερνήτη Τομ Ριτζ, όπως και από τους ψηφοφόρους με τους οποίους έκλεισε έτσι μια σύμβαση (αφού είπε ότι θέλησε έτσι να «εκπληρώσει μια προεκλογική υπόσχεση» : «fulfill a campaign promise»), από αυτή την πολιτικο-αστυνομική βαναυσότητα λίγη μόνο προσοχή και ευαισθησία μπορούμε να αναμένουμε, λίγη επίσης κατανόηση για τις μαρτυρίες, τα επιχειρήματα, τις διαμαρτυρίες για δικαιοσύνη και ανθρωπιά που μπορούμε να τους απευθύνουμε. ΄Ολες μας οι κραυγές φτάνουν σε αυτούς αδυνατισμένες, από πολύ μακριά, σχεδόν από έναν άλλο κόσμο. Ελάχιστα προβληματίζουν αυτούς τους σκληρόπετσους και σκληρόκαρδους, που τώρα ξέρουμε, από χίλιες μαρτυρίες, ότι σκάζουν στα γέλια όταν προφέρουν μεταξύ τους, σαν ωραίο και χοντρό αστείο, την έκφραση «τεκμήριο αθωότητας». Σ’ αυτές τις συνθήκες, ο μόνος «υπολογισμός» στον οποίο είναι ίσως «εύλογο» να ποντάρουμε ακόμα θα ήταν εκείνος που θα μπορούσε να εμπνεύσει στον κυβερνήτη –και σε εκείνους που μπορούν να ασκήσουν κάποια πίεση επάνω του- την ανάμνηση και το φόβο των εκρήξεων που θα ακολουθούσαν τη θανάτωση του Αμπού Τζαμάλ, όπως πριν από λίγο καιρό στο Λος ΄Αντζελες, αλλά αυτή τη φορά σε τόσες άλλες πόλεις.

Δεν πρέπει όμως ούτε στιγμή να παραιτηθούμε. Πρέπει αντίθετα να επιταχύνουμε και να εντείνουμε τη δράση μας. Το καθήκον αυτό μας το υπαγορεύει αναμφίβολα και πριν απ’ όλα η μοναδικότητα μιας ιστορίας, η μοναδικότητα του Μουμία Αμπού Τζαμάλ του ίδιου. Η μοίρα του παραμένει μοναδική, ας μην το ξεχνάμε, όπως θα ήταν ο θάνατός του, όπως υπήρξε μια απερίγραπτη ταλαιπωρία. Κι ωστόσο, αυτή η αδικία αποκαλύπτει παραδειγματικά, στη μαζική γενικότητά της, μια ορισμένη κατάσταση της δικαιοσύνης και της ποινικής και σωφρονιστικής πολιτικής, της οποίας θύματα, στις Ηνωμένες Πολιτείες, είναι τόσοι και τόσοι κρατούμενοι, στη μεγάλη τους πλειοψηφία αφρο-αμερικανοί.

Ξέρουμε όλοι, ο κόσμος ξέρει σήμερα τι ήταν, εδώ και δεκατρία χρόνια, η κόλαση του death row, του γιγαντιαίου και χάι-τεκ «διαδρόμου του θανάτου» στον οποίο απομόνωσαν – στην πραγματικότητα βασάνισαν – τον Μουμία Αμπού Τζαμάλ μετά από μια κραυγαλέα ανέντιμη δίκη.

Πραγματικά, οι περισσότεροι μαύροι μάρτυρες εξαιρέθηκαν, τα αποδεικτικά μέσα στην ουσία απορρίφθηκαν, ένας συνήγορος διορίστηκε εξ επαγγέλματος και επιλέχθηκε για την ακαταλληλότητά του, ένας αστυνομικός που θα μπορούσε να καταθέσει υπέρ του κατηγορουμένου παραμερίστηκε, χωρίς να ξεχνάμε τις αναρίθμητες αντιφάσεις των μαρτύρων κατηγορίας …

Θα χρειάζονταν ώρες για να απαριθμήσουμε όλες τις ανωμαλίες που στιγμάτισαν αυτή την παρωδία δίκης, της οποίας όλα τα στοιχεία έχουν τώρα συγκεντρωθεί και είναι πολύ γνωστά σε όλο τον κόσμο. ΄Ολα δείχνουν ότι εξελίσσεται μια λυσσαλέα προσπάθεια κατά κάποιου που υπήρξε έναν καιρό μέλος των Μαύρων Πανθήρων, πριν γίνει ένας δημοσιογράφος θαρραλέος και ανεξάρτητος, και μάλιστα δημοφιλής, και πάρει σύντομα το όνομα «η Φωνή εκείνων που δεν έχουν φωνή» («the Voice of the voiceless»). Η φωνή αυτή έγινε ανυπόφορη, αυτήν θέλουν όχι μόνο να κάνουν να σωπάσει, όχι μόνο να την εμποδίσουν να υψωθεί, αλλά και να μην την αφήσουν να μιλήσει μέσα από άλλες, ζωντανές φωνές που θα έρχονταν να διαμαρτυρηθούν ενάντια στην ίδια καταστολή, στην ίδια φυλετική καταπίεση.

΄Οπως υπενθυμίζει ο Μουμία Αμπού Τζαμάλ στη δήλωσή του της 12ης Ιουλίου, ακριβώς τη στιγμή που η Νότια Αφρική πέταξε την ποινή του θανάτου στο σκουπιδοτενεκέ της ιστορίας, να που η Πενσυλβανία, όπως και άλλες αμερικανικές Πολιτείες που τείνουν σήμερα να την επαναφέρουν ή να επανεξετάσουν την προσωρινή αναστολή των εκτελέσεων, θέλει να προσφέρει κι άλλο «μαύρο αίμα» στη ρατσιστική μέθη της. Και αυτό σε μια Πολιτεία που καυχάται ότι είναι η Πολιτεία όπου συντάχθηκε το Σύνταγμα των Ηνωμένων Πολιτειών – του οποίου όμως παραβιάζει κάθε μέρα το πνεύμα και το γράμμα, καταστρέφοντας τις αποδείξεις της αθωότητας του Αμπού Τζαμάλ και αναθέτοντας την ανάκριση σε ένα συνταξιούχο μέλος της θλιβερής και, από δω και μπρος, διάσημης Αδελφικής Τάξης της Αστυνομίας, η οποία ουρλιάζει υπέρ του θανάτου και του λυντσαρίσματος.

Χωρίς ποτέ να ξεχνάμε την τρομερή ιστορία του Αμπού Τζαμάλ, χωρίς να εξαλείφουμε τη μοναδικότητά της υπό το πρόσχημα ότι η μορφή του αντιπροσωπεύει επίσης παραδειγματικά την κατάσταση τόσων αφρο-αμερικανών, θα πρέπει ωστόσο να υπογραμμίσουμε – θα το πω σύντομα, με δυο λέξεις – ότι όχι μόνο το σωφρονιστικό σύστημα στις Ηνωμένες Πολιτείες αναπτύσσεται με ένα ρυθμό ασύγκριτα ανώτερο με όλες τις άλλες χώρες του κόσμου, ότι σε αυτές περίπου 3.000 πρόσωπα περιμένουν το θάνατο με απαγχονισμό, ηλεκτροπληξία, θάλαμο αερίων, θανατηφόρα ένεση ή εκτελεστικό απόσπασμα, αλλά και ότι, όπως μας υπενθυμίζει η Διεθνής Αμνηστία, ορισμένες αμερικανικές φυλακές, για παράδειγμα στο Κολοράντο, είναι από τις πιο απάνθρωπες στον κόσμο: έχουν αυτοματοποιηθεί, χρησιμοποιούν ρομπότ, έχουν εξαλείψει κάθε ανθρώπινη επαφή, είναι μέρα και νύχτα υπό ηλεκτρονική παρακολούθηση και πρώτα απ’ όλα, ας μην το ξεχνάμε, προορίζονται για τους πολιτικούς κρατουμένους. πραγματικά στρατόπεδα θανάτου, τα οποία μερικές φορές ελέγχονται από ιδιωτικές επιχειρήσεις, με την πιο γαλήνια συνείδηση και την καλύτερη δυνατή διαχείριση στην αγορά του δικαίου.

 

Η «ΦΩΝΗ ΕΚΕΙΝΩΝ ΠΟΥ ΔΕΝ ΕΧΟΥΝ ΦΩΝΗ»

Μόνο στην Πολιτεία της Πενσυλβανίας, όπου περίπου 150 άντρες και γυναίκες περιμένουν την εκτέλεσή τους, 60% των καταδικασμένων είναι αφρο-αμερικανοί, ενώ αντιπροσωπεύουν μεταξύ του 6 και του 9 % του συνολικού πληθυσμού (σύμπτωμα που μαρτυρεί προφανώς μια γενική κοινωνική, οικονομική, πολιτική και συμβολική κατάσταση της χώρας την οποία δεν θα ήταν δυνατό να διαπραγματευτεί κανείς χωρίς αφαίρεση, μόνο στο επίπεδο της δημογραφικής, αστυνομικής ή δικαστικής στατιστικής).

Οι καταδικασμένοι αυτοί περνούν εικοσιδύο ή εικοσιτρείς ώρες τη μέρα στο κελλί σε συνθήκες βάρβαρες και ταπεινωτικές, στερημένοι από όλα εκείνα τα οποία θα έπρεπε να δικαιούνται, και οι συνθήκες αυτές γίνονται ακόμα σκληρότερες από το 1992 και μετά : είναι πια χωρίς βιβλία, χωρίς ραδιόφωνο, σχεδόν χωρίς επικοινωνία με τον έξω κόσμο. Ασφαλώς κανείς δεν μπορεί να μείνει αναίσθητος ή σιωπηλός και παθητικός μπροστά σε αυτό που υπενθυμίζω εδώ κάπως σύντομα και ξερά. Πέρα όμως από την αγανάκτηση και την εξέγερση την οποία οφείλουμε όλοι να δείξουμε, θα ήθελα να αναφέρω και μερικούς από τους λόγους για τους οποίους το Διεθνές Κοινοβούλιο των Συγγραφέων, ως τέτοιο, έκρινε αναγκαίο να αναλάβει το μέρος της πρωτοβουλίας που του αναλογεί σε αυτό το μεγάλο κίνημα.

 

ΑΝΤΙΘΕΣΗ ΑΡΧΗΣ

Ακόμη και αν δεν είχαμε πειστεί από χίλιες ενδείξεις ότι η δικαιοσύνη παραβιάζεται στην περίπτωση του Αμπού Τζαμάλ για πάνω από δεκατρία χρόνια και ότι επιβάλλεται τουλάχιστον η επανάληψη της δίκης του, το Διεθνές Κοινοβούλιο των Συγγραφέων είναι αντίθετο για λόγους αρχής, για λόγους που αποτελούν την ίδια την αρχή με βάση την οποία λειτουργεί, και στους αστυνομικούς βασανισμούς και στην ποινή του θανάτου, πράγμα που είναι αυτονόητο όταν ξεσηκωνόμαστε ενάντια σε όλες τις παραβιάσεις της ελευθερίας να μιλάς και να γράφεις, όλες τις παραβιάσεις και τα εμπόδια που επιβάλλουν κυβερνητικές ή μη δυνάμεις στην ελευθερία των διανοουμένων, συγγραφέων, επιστημόνων, δημοσιογράφων.

Από αυτή την άποψη, η απειλή θανάτου που βαραίνει πάνω στον Αμπού Τζαμάλ είναι ανάλογη με εκείνη που, λίγο-πολύ παντού σήμερα στον κόσμο, τείνει να επιβάλει τη σιωπή (δια της δολοφονίας, της φυλάκισης, της εξορίας, της λογοκρισίας σε όλες της τις μορφές) σε τόσους διανοουμένους ή συγγραφείς, τόσους δημοσιογράφους, τόσους άντρες και γυναίκες που διεκδικούν το δικαίωμά τους να μιλούν ελεύθερα και δημόσια.

Χωρίς να παύει να είναι ο ίδιος, ο Αμπού Τζαμάλ, η «Φωνή εκείνων που δεν έχουν φωνή», είναι πρώτα απ’ όλα πολιτικός κρατούμενος. Επειδή κινδυνεύει να πεθάνει, αντιπροσωπεύει έτσι για μας σήμερα όλες αυτές τις φωνές, τη φωνή, μια φωνή όλων των φωνών. Και δεν θα πάψουμε πια να την ακούμε.

Πριν καν μας το υπενθυμίσει ο ίδιος, στο συνταρακτικό γράμμα που μας απηύθυνε πρόσφατα, γνωρίζαμε ότι αυτός που θέλανε να εξαφανίσουνε, πέρα από τον διαυγή μάρτυρα και αγωνιστή, είναι ένας άνθρωπος του λόγου και ένας συγγραφέας.

Ο Αμπού Τζαμάλ δεν είναι μόνο ένας δημοφιλής δημοσιογράφος, αλλά και κάποιος που έχει ήδη τιμωρηθεί και υποβληθεί σε ιδιαίτερα αυστηρή μεταχείριση επειδή υπήρξε ο συγγραφέας του Live from the Death Row [=Σε ζωντανή μετάδοση από το Θάλαμο των Μελλοθανάτων – Σ.τ.μ.].

Image result for mumia abu jamal derrida

Ο συγγραφέας αυτός περιέγραψε μπροστά σε όλο τον κόσμο την κατάσταση που επικρατεί στους διαδρόμους του θανάτου. Μας το υπενθυμίζει με μία τρομερή και άψογη ειρωνεία : στην Πενσυλβανία, τόπο γέννησης της πρώτης τροποποίησης του Συντάγματος, «writing is a crime»: το να γράφεις είναι έγκλημα.

΄Οταν μας εξορκίζει, από το διάδρομο του θανάτου, να «write on», να συνεχίσουμε να γράφουμε, πηγαίνοντας κατευθείαν εκεί που πρέπει, αυτή η έκκληση και αυτή η υπόδειξη μας υπαγορεύουν το νόμο μας. Η προσταγή αυτή μας υπενθυμίζει τη χάρτα μας και την αλήθεια μας. Αυτό που παίζεται σε αυτή την ανεπιφύλακτη εμμονή στη γραφή πηγαίνει πολύ πιο πέρα από τα συμφέροντα μιας συντεχνίας συγγραφέων ή από την προστασία μιας εταιρίας ανθρώπων των γραμμάτων. Αυτό δεν συνέβαινε ποτέ, αλλά σήμερα, το ξέρουμε καλά, ακόμα λιγότερο.

Image result for mumia abu jamal derrida

«ΤΑΚΤΙΚΕΣ ΕΚΦΟΒΙΣΜΟΥ»

Και όταν οι λεγόμενες «μεγάλες δυτικές δημοκρατίες» αυτοκολακεύονται δίνοντας στο πεδίο αυτό μαθήματα στον κόσμο, σε όλα τα κράτη, σε όλα τα έθνη τα οποία παραβιάζουν πράγματι απαράγραπτα δικαιώματα, και το κάνουν όλο και περισσότερο σχεδόν παντού, με όλο και μεγαλύτερη αλαζονεία, ε, λοιπόν, οι δάσκαλοι θα έπρεπε να αρχίσουν με το να σέβονται στις χώρες τους, ναι, πρώτα στις χώρες τους, τις αρχές τις οποίες είναι τόσο πρόθυμες να εξαγάγουν ως διακηρύξεις. Αν δεν το κάνουν, αυτή η ευφράδεια της «καλής συνείδησης» θα είναι απλώς μια από τις «εκφοβιστικές τακτικές» για τις οποίες μιλάει ο Μουμία Αμπού Τζαμάλ – στον οποίο αφήνω την τελευταία λέξη για να αφήσει, ας το ελπίσουμε, ένα ανεξάλειπτο ίχνος και την υπογραφή του ζωντανού που χαιρετίζουμε :

«That I  write at all reveals the utter failure of their intimidation tactics –as does the fact that you read»

 «Και μόνο το γεγονός ότι γράφω αποκαλύπτει την πλήρη αποτυχία των εκφοβιστικών τακτικών τους –όπως και το γεγονός ότι εσείς διαβάζετε».

 

 

 

1 comment

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: