Γλωττοφοβία

 

του Φιλίπ Μπλανσέ

Ο μύθος της «κατοχής» της κοινής γλώσσας

Πολλοί πιστεύουν ότι οι άνθρωποι θα καταλαβαίνονταν καλύτερα εάν μιλούσαν όλοι την ίδια γλώσσα με τον ίδιο τρόπο, κωδικοποιημένη με ακρίβεια. Αυτό επιχείρησαν να κάνουν πολλοί κρατικοί μηχανισμοί τουλάχιστο στο εσωτερικό του πολιτικού χώρου στον οποίο εκτείνεται η εξουσία του καθενός, τυποποιώντας μία και μόνο μία γλώσσα –όπως τα γαλλικά στη Γαλλία ή τα τουρκικά στην Τουρκία, για παράδειγμα. Το αξίωμα είναι ότι πρέπει «να κατέχουμε την κοινή γλώσσα» (στον ενικό) για να μπορούμε «να σχηματίζουμε κοινωνία», να συμβιώνουμε.

Όλα αυτά αποτελούν μύθο, προϊόν συνειδητής η ασύνειδης χειραγώγησης. Πρώτον διότι απλούστατα είναι παντελώς ανέφικτα, εκτός και αν κάνουμε τους ανθρώπους ρομπότ. Οι άνθρωποι παράγουν πάντοτε αυθορμήτως διαφορετικότητα και δεν μπορούν να ζήσουν σε έναν ομοιογενή κόσμο (που και αυτόν θα έπρεπε να καταφέρουμε να τον φτιάξουμε, αφού ο κόσμος προς το παρόν είναι ετερογενής). Κάθε φορά που μια γλώσσα την μοιράστηκαν περισσότεροι άνθρωποι, την μετασχημάτισαν και τη διαφοροποίησαν, όπως δείχνει περίτρανα το παράδειγμα της διάχυσης της γαλλικής στο νότο της Γαλλίας, στο Κεμπέκ, στο Μαγκρέμπ, στην υποσαχάρια Αφρική κ.λπ. Έπειτα, διότι μία γλώσσα δεν «κατέχεται»: είναι άπειρη, ποικίλλει και ανανεώνεται επ’ άπειρον, και κανένα ανθρώπινο ον δεν μπορεί να την ιδιοποιηθεί στην ολότητά της, όχι μόνο διότι αυτό ξεπερνά τις ανθρώπινες ικανότητες, αλλά κυρίως διότι η ολότητα αυτή δεν υπάρχει: μια γλώσσα δεν είναι ένα άγριο ζώο για να το υποτάξουμε και να το εξημερώσουμε (μία άλλη σημασία του ρήματος «κυριαρχώ» όπου βλέπουμε να αποτυπώνεται η γλωττοφοβία ενάντια σε πρακτικές αυθόρμητες, λαϊκές, ζωντανές, δημιουργικές, με μια λέξη: άγριες, και η θέληση για κοινωνικό έλεγχο αυτής της υποτιθέμενης αγριότητας). Τέλος, και ίσως κυρίως, διότι οι γλωσσικοί πόροι δεν λειτουργούν έτσι: μοιάζουν μεν με κώδικες, αλλά είναι πολύ πιο εύκαμπτοι και πολύπλοκοι από έναν κώδικα. «Επικοινωνώ» δεν σημαίνει κωδικοποιώ και αποκωδικοποιώ το νόημα σύμφωνα με τον κώδικα μιας γλώσσας τον οποίο θα περιγράφαμε υπό τη μορφή ενός λεξιλογίου και μιας γραμματικής, μιας φωνητικής και μιας ορθογραφίας.

Πώς λειτουργεί η αλληλοκατανόηση

Η θεμελιώδης αρχή της διαδικασίας παραγωγής σημασίας την οποία αποκαλούμε (προφορική) επικοινωνία είναι ότι η σημασία κατασκευάζεται από κοινού μέσα σε συμφραζόμενα από το συνδυασμό περισσότερων στοιχείων όπου το γλωσσικό δεν έχει, εν τέλει, τον πρωτεύοντα ρόλο. Οι προφορικές ανταλλαγές πάντοτε συντελούνται μεταξύ προσώπων που διαδρούν μέσω των γλωσσικών τους ρεπερτορίων και άλλων συναφών λεκτικών (κυρίως του διαύλου μίμηση/ στάση του σώματος/ χειρονομίες και των ομιλιακών συμβάσεων στον προφορικό λόγο, ή της γραφιστικής και των κειμενικών συμβάσεων στον γραπτό).

Βλέπουμε λοιπόν ότι η γλωσσική επικοινωνία δεν λειτουργεί στη βάση της «κατοχής» μιας ομογενοποιημένης «κοινής γλώσσας» και ότι, επομένως, η ετερογένεια ή ποικιλότητα των γλωσσικών πρακτικών δεν είναι καθαυτή εμπόδιο στην επικοινωνία, στις σχέσεις, στη συμβίωση. Αντιθέτως, είναι ένας εξαιρετικά πλούσιος πόρος, και αυτό που συνιστά εμπόδιο στην επικοινωνία, στις ανθρώπινες και κοινωνικές σχέσεις είναι η έλλειψή του –ή η έλλειψη της ικανότητας χρήσης του.

Μια ιδεολογική έννοια

Μπορούμε ως εκ τούτου αν αναρωτηθούμε γιατί η έννοια της κυριαρχίας επί της γλώσσας είναι τόσο διαδεδομένη, σε βαθμό που να έχει γίνει εδώ και δεκαετίες η καρδιά, η εστία, ο μείζων και διαρκής στόχος της εθνικής εκπαίδευσης στη Γαλλία, τόσο ως αντικείμενο όσο και ως μέσο διδασκαλίας-εκμάθησης. Η χρήση εκφράσεων όπως «αυτή κατέχει την αγγλική» μας οδηγεί να σκεφτόμαστε, εσφαλμένα, ότι «δίγλωσσος» είναι μόνο όποιος «κατέχει τέλεια» δύο γλώσσες υπό τις τυποποιημένες μορφές τους σαν «εκ γενετής ομιλητής» –εκφράσεις, όλες τους, που βρίσκονται σε μεγάλη αναντιστοιχία προς τις πρακτικές των προσώπων που πράγματι χρησιμοποιούν συνήθως ή/ και αποτελεσματικά περισσότερες γλώσσες. Τον ίδιο ιδεολογικό περιορισμό βρίσκουμε σε διατυπώσεις όπως «αυτό δεν το έχει το λεξικό» ή «αυτό δεν είναι γαλλικά», οι οποίες αφήνουν να νοηθεί ότι «η γαλλική» περιορίζεται σε έναν πεπερασμένο κατάλογο τύπων (εκείνους «του» λεξικού ή της σχολικής γραμματικής).

Ο μόνος τρόπος να κάνουμε μία γλώσσα επιδεκτική «κατοχής», είναι να την συρρικνώσουμε τεχνητά σε ένα μικρό, περιγεγραμμένο και επιλεκτικό μέρος των τύπων και των χρήσεών της. Εάν μία γλώσσα συρρικνωθεί σε έναν κώδικα περιορισμένο, αποπλαισιωμένο, ακοινώνητο, ασηπτικό, απανθρωπισμένο, μαθηματικοποιημένο, αποσυνδεμένο από όλους τους άλλους γλωσσικούς πόρους, εάν κονιορτοποιηθεί σε γραμματικά στοιχεία και κανόνες που υποτίθεται ότι συνιστούν αυτόν τον κώδικα, τότε γίνεται δεκτική εξουσίασης όπως οι πίνακες πολλαπλασιασμού, εξισώσεων ή γεωμετρικών διατάξεων. Για να επαναλάβουμε μία διάκριση του Μπεργκσόν, μεταμορφώνουμε τη ζωτική τάξη (που την εμφανίζουμε περιφρονητικά ως αρχική «αταξία», ως «αγριότητα») σε γεωμετρική (που την υπερτιμούμε ως ορθολογική επεξεργασία, ως «εξημέρωση»). Αυτή η συρρίκνωση γεννά μία πτώχευση της γλώσσας, μία απίσχναση των γλωσσικών πρακτικών, πόρων και δυναμικών, καθώς και μία ελάττωση των κοινωνιογλωσσικών δεξιοτήτων και των σχεσιακών ικανοτήτων από το σχολείο. Συνιστά όμως κομβικό στοιχείο στη γλωττοφοβική ιδεολογία και την πολιτική υλοποίησή της.

Γλωττομανία

Η γλωττοφοβία λοιπόν μπορεί να οριστεί ως:

«Η περιφρόνηση, το μίσος, η επιθετικότητα, η απόρριψη, ο αποκλεισμός προσώπων, αρνητικές διακρίσεις που βασίζονται πραγματικά ή καθ’ υπόθεσιν στο γεγονός ότι κρίνουμε εσφαλμένες, κατώτερες, κακές κάποιες γλωσσικές μορφές (θεωρούμενες ως γλώσσες, διαλέκτους ή χρήσεις γλωσσών) τις οποίες χρησιμοποιούν τα πρόσωπα αυτά, εστιάζοντας εν γένει στις γλωσσικές μορφές (χωρίς πάντοτε να έχουμε πλήρη επίγνωση του εύρους των επιπτώσεων που προκαλούμε στα πρόσωπα αυτά)».

Η ηγεμονία των γλωττοφοβικών ιδεολογιών είναι τόσο ισχυρά εμπεδωμένη σε πολλές κοινωνίες, ιδίως δυτικές, που οι γλωσσικές πρακτικές συνιστούν μια οιονεί μοναδική περίπτωση όπου η απόρριψη δεν γίνεται αντιληπτή ως ετεροφοβία κατά προσώπων, αλλά ως ένα είδος «καθαρά» γλωσσολογικής, δηλαδή αντικειμενικής και αναμφισβήτητης αξιολόγησης.

Η γλωττοφοβία συνεπιφέρει πάντοτε μία γλωττοφιλία (πολύ ισχυρή πρόσδεση σε μία ή ενίοτε περισσότερες γλωσσικές ποικιλίες) που οδηγεί συχνά σε μία πραγματική γλωττομανία: δηλαδή στην υπεραξίωση, αν όχι ιεροποίηση, μίας ή περισσότερων γλωσσικών ποικιλιών ή τρόπων ομιλίας σε σχέση με άλλες. Μία από τις συχνές μορφές γλωττομανίας είναι η καθαρολογία:

«Για τον καθαρολόγο που προσδένεται στη μορφή, η γλώσσα είναι μία κληρονομιά που πρέπει να προστατευθεί από εξωτερικές προσβολές. Ο γλωσσικά συντηρητικός αποζητά τη διατήρηση του Ίδιου διότι η ετερότητα τον τρομάζει. Ο καθαρολόγος πρέπει να γίνει τυφλός μπροστά στο αυθαίρετο των κανόνων αν δεν θέλει να χάσει το νόημά της η αποζήτηση του απόλυτου ελέγχου επί της γλώσσας»[1].

«Η γαλλική είναι η τελειότερη γλώσσα»

Αντιστρόφως, κάθε γλωττομανία συνεπιφέρει μια γλωττοφοβία: κάθε φορά που υπεραξιώνουμε, που λατρεύουμε με οιονεί θρησκευτικό τρόπο, μία γλώσσα ή έναν τρόπο ομιλίας, απαξιώνουμε ή μειώνουμε άλλες, έστω και άρρητα. Έτσι, οι συχνές αγορεύσεις περί της ανωτερότητας της γαλλικής γλώσσας, που υποτίθεται ότι είναι μια γλώσσα «σαφής», μια γλώσσα «κομψή», μια γλώσσα «του στοχασμού», μια γλώσσα «οικουμενική», είναι ισχυρά παραδείγματα μιας γλωττοφιλίας που εκτρέπεται σε γλωττομανία. Και που η άλλη της όψη είναι μια γλωττοφοβία απέναντι στις άλλες γλώσσες, που υποτίθενται ως κατώτερες καθότι λιγότερο σαφείς, λιγότερο κομψές, λιγότερο ικανές να εκφράσουν μια σκέψη ή έναν συλλογισμό καθολικής ισχύος (είτε πρόκειται για παράδειγμα για την αγγλική είτε για τις λεγόμενες «λαϊκές» γλώσσες, ή και για τις υποτιθέμενες τοπικές ή αφρικανικές κ.λπ. «διαλέκτους» οι οποίες δεν αξίζει καν να αποκαλούνται γλώσσες), ή πάλι ως απειλές κατά της ευκταίας υπεροχής της γαλλικής (είτε πρόκειται για άλλες γλώσσες που χρησιμοποιούνται στη Γαλλία, των «περιφερειών» ή των «μεταναστών», είτε για την αγγλική).

1321265_3_9800_les-membres-de-l-academie-francaise-en-mars

Αποκοινωνισμός και απανθρωπισμός της γλώσσας: η ευθύνη των γλωσσολόγων

Μεταξύ των γλωττοπολιτικών φορέων και βαθμίδων που συνέβαλαν ευρέως στη διάδοση γλωττοφοβικών ιδεολογιών, βρίσκουμε κυρίως τους γραμματικούς, τους γλωσσολόγους και τους ακαδημαϊκούς τους θεσμούς. Αυτοί διενεργούν μία αποσύνδεση μεταξύ γλώσσας και κοινωνίας, μεταξύ γλωσσικών πρακτικών και ομιλητών, μεταξύ γλωσσικών μορφών και μορφών ατομικής και συλλογικής ύπαρξης. Αυτή την αποσύνδεση την πραγματοποίησε μία μακρά διανοητική παράδοση της Δύσης, η οποία εννοιολόγησε φιλοσοφικά και επιστημονικά «τη γλώσσα» ως γνωσιακό εργαλείο. Έτσι, η γλώσσα εμφανίζεται εξωτερική προς το ανθρώπινο και θα μπορούσε να υποβληθεί σε αξιολόγηση, τροποποίηση, επικύρωση ή απόρριψη από αυστηρά τεχνική άποψη· ως σύνολο γνωσιακών λειτουργιών, εμφανίζεται εξωτερική προς το κοινωνικό και θα μπορούσε να υποβληθεί σε αξιολόγηση, επεξεργασία, υλοποίηση ή διόρθωση από αυστηρά νευροβιολογική και λογικο-μαθηματική άποψη. Αυτή η διαδικασία αποκοινωνισμού και απανθρωπισμού του γλωσσικού στοιχείου μέσα στη δυτική σκέψη έχει αρχαία θεμέλια: η δυτική γραμματική γεννήθηκε στην Ελλάδα μετά τη φιλοσοφία, από την οποία και προήλθε –εξ ού αυτή η ιδέα στον Πλάτωνα, και ακόμη περισσότερο στον Αριστοτέλη, ότι μία γλώσσα πρέπει να είναι ένα εξορθολογισμένο εργαλείο στην υπηρεσία μίας έλλογης σκέψης χωρίς διαθέσεις.

Στην ίδια ιδεολογική διαδικασία βασίζεται, επιπλέον, μεγάλο μέρος της «νεωτερικής» γλωσσολογικής παράδοσης, η οποία θεωρεί ότι ανέπτυξε ένα «επιστημονικό αντικειμενικό» βλέμμα πάνω στη Γλώσσα (στον ενικό) στη θέση της παλαιάς μη επιστημονικής γραμματικής. Αυτό ξεκινά από τα θεμέλια της δομικής γλωσσολογίας στον Φ. ντε Σωσσύρ (ο οποίος μελετά τη Γλώσσα «καθεαυτή και δι’ εαυτή» ως κώδικα αποσυνδεμένο από τις κοινωνικές χρήσεις τις οποίες παραπέμπει στην ομιλία), μέχρι την τωρινή γνωσιακή γλωσσολογία, περνώντας από τη γενετική γραμματική του Τσόμσκυ (ο οποίος μελετά, κατά την περίφημη σχετική διατύπωση, «την ιδεατή γλώσσα που μιλά ένας ιδεατός ομιλητής σε μια ιδεατά ομοιογενή κοινωνία», όπου ο ιδεατός αυτός ομιλητής είναι φυσικά όποιος χρησιμοποιεί απλώς μία στάνταρ κανονικοποιημένη γλώσσα, όπως δείχνουν όλα τα παραδείγματά του)[2]. Αυτή η μέθοδος της ενδοσκόπησης, που ακολουθείται ευρέως σε αυτά τα γλωσσολογικά ρεύματα για να επιλεγούν τα παραδείγματα με βάση τα οποία αναλύεται η γλώσσα, ανοίγει την πόρτα σε μια ασύνειδη επιλογή κανονιστικών μορφών, όπως έδειξε πρώτος ο Λάμποβ και πολλοί άλλοι κοινωνιογλωσσολόγοι μετά απ’ αυτόν. Εξ ορισμού, οι γλωσσολογίες αυτές λειτουργούν μόνο στη βάση γλωσσών τις οποίες νοούν (ή επινοούν) ως ομογενείς, και αποκλείουν την πολυμορφία των πραγματικών γλωσσικών πρακτικών. Η ετερόφοβη κυρίαρχη γλωσσολογία δίνει έναν ορισμό του δανεισμού και της ένταξης μιας λέξης σε μια άλλη γλώσσα ο οποίος απορρίπτει κάθε ανάμιξη, και στον οποίο, εάν αντικαθιστούσαμε τους γλωσσικούς όρους με κοινωνικούς, θα προέκυπτε ένα ξενόφοβο κείμενο για την αναγκαία «καθαρότητα» των εθνών.

Πράγματι, στη Δύση και ιδίως στη Γαλλία το 19ο και τον 20ό αιώνα, η σχέση με τις γλώσσες οικοδομήθηκε στο πλαίσιο μιας ιδεολογίας καθαρότητας και ομοιογένειας που εφαρμόστηκε στο σύνολο των κοινωνικών πρακτικών. Οι απαρχές αυτής της ιδεολογίας βυθίζονται βαθιά μέσα στις ιουδαιοχριστιανικές πεποιθήσεις και την επιδίωξη του Ενός. Οι ελάχιστοι γλωσσολόγοι που παρατηρούν τη γλωσσική ποικιλομορφία το 19ο αιώνα, το μόνο που επιδιώκουν είναι να την συρρικνώσουν όσο γίνεται ταξινομώντας την με μορφή δέντρου για να φανταστούν αφηρημένες ομαδοποιήσεις «διαλέκτων» σε «γλώσσες» και εν τέλει σε έναν μοναδικό πρόγονο, την ινδο-ευρωπαϊκή (επιστημονική εκδοχή του μύθου της Βαβέλ και της Εδέμ). Γνωρίζουμε σε ποιο βαθμό τα λατινικά ενσάρκωσαν ήδη από το μεσαίωνα το αρχέτυπο αυτής της πρωταρχικής γλώσσας (καθώς οι άλλες ευρωπαϊκές ποικιλίες δεν θεωρούνταν ακόμη τότε «αληθινές γλώσσες»), διότι ήταν η γλώσσα της Βίβλου και της πολιτικο-θρησκευτικής εξουσίας, ο ενιαίος πρόγονος των ρωμανικών γλωσσών, και ταυτόχρονα μία γλώσσα «νεκρή» με παγιωμένα γραπτά ίχνη των οποίων το σύστημα μπορούσε έτσι να εμφανιστεί εύκολα ως ομοιογενές.

Τυποποίηση, διγλωσσία και γλωσσική ανασφάλεια

Οι γλωσσικές πρακτικές συνιστούν πριν απ’ όλα ένα απείρως διαφοροποιημένο και ποικίλο συνεχές. Για λόγους κατ’ ουσίαν κοινωνικοπολιτικούς, τα ανθρώπινα όντα επιφέρουν κατατμήσεις σε αυτό το συνεχές, οι οποίες διαφέρουν και ποικίλλουν οι ίδιες, επιμερίζοντάς το σε διακριτές «ποικιλίες» τις οποίες αποκαλούν «γλώσσες» ή «διαλέκτους» ή με άλλες ονομασίες. Ακόμα και αφού μία συγκεκριμένη κατάτμηση επικρατήσει (κατά τρόπο πάντοτε προσωρινό), οι γλωσσικές πρακτικές εξακολουθούν να αποτελούνται από επαφές, συναντήσεις και αναμίξεις ανάμεσα σε αυτές τις φερόμενες ως λίγο-πολύ διακριτές «ποικιλίες»· και οι υφάνσεις αυτές –που διατηρούνται υπό μορφές ταξινομημένες ως «προσμίξεις, διασταυρώσεις, υβριδισμοί, αλλοιώσεις»- εξακολουθούν να συνιστούν την ουσία αυτών των πρακτικών, και όχι φαινόμενα περιθωριακά, ανεκδοτολογικά ή περιορισμένα.

Από αυτή λοιπόν την άποψη, η αντιστροφή είναι κοπερνίκεια: ο γλωσσικός κόσμος δεν νοείται πλέον ως συγκροτημένος από διακριτές γλώσσες, των οποίων οι διαφορές να είναι θεμελιωδώς δομικές (με την έννοια της κλασικής γλωσσολογίας) και οι οποίες να συναντώνται και να διαφοροποιούνται στο περιθώριο, αλλά από ετερογενείς πρακτικές μέσα σε ένα συνεχές, με βάση τις οποίες κατασκευάζονται γλώσσες που είναι πριν απ’ όλα κοινωνικοπολιτικές κατηγοριοποιήσεις (με σκοπιμότητες πρωτίστως κοινοτικές, είτε πρόκειται για «έθνη» είτε για «εθνότητες» ή κοινωνικές ομάδες). Στο πλαίσιο της δομικής κατηγοριοποίησης, οι γλώσσες είναι ομογενοποιητικές τεχνογλωσσικές κατασκευές, περιθωριακές σε σχέση με τις πραγματικές χρήσεις, συχνά επινοημένες από τους γραμματικούς και λοιπούς γλωσσολόγους. Οι κατασκευές αυτές παίρνουν τις περισσότερες φορές τη μορφή γλωσσών ημι-τεχνητών ή «μυθοπλαστικών», όπως λέει η Μπαλιμπάρ[3]: π.χ. η στάνταρ γαλλική, η στάνταρ αγγλική, η στάνταρ αραβική ή καταλανική κ.λπ., τις οποίες υπερεπενδύουμε ιδεολογικά για να τις ιεροποιήσουμε ως εθνικιστικά εμβλήματα συλλογικών ταυτοτήτων και να «προστατεύσουμε» την «καθαρότητά» τους ενάντια σε «μολύνσεις, παραμορφώσεις, διαλυτικές τάσεις» κ.λπ. –απειλές οι οποίες προκύπτουν από πληθυντικές γλωσσικές χρήσεις «μετοίκων, βαρβάρων, λαϊκών στρωμάτων» στις οποίες θέλουμε να θέσουμε φραγμό. Οι μορφές που προτιμώνται ως «ορθές» είναι αυθαίρετες (καθαυτές ποτέ δεν είναι ούτε καλύτερες ούτε ανώτερες σε σχέση με άλλες) και επιφέρουν κοινωνικές διακρίσεις (για να καλλιεργηθεί μία διάκριση, επιλέγουμε τις μορφές που είναι πιο σπάνιες και πιο απομακρυσμένες από τις λαϊκές/ πλειονοτικές χρήσεις, ή από τη χρήση «γλωσσών» των οποίων η γειτνίαση βιώνεται ως απειλή, μέχρι του βαθμού να δεχόμαστε μόνο δάνεια από άλλες γλώσσες «γοήτρου», ει δυνατόν άγνωστες στους κοινούς θνητούς, όπως τα λατινικά ή τα αρχαία ελληνικά στην περίπτωση της στάνταρ γαλλικής).

Η κοινωνιογλωσσική ιεράρχηση την οποία παράγει η γλωττοφοβική ιδεολογία υλοποιείται μέσω της διγλωσσίας που ευνοείται, αν όχι παράγεται, από την επεξεργασία μιας τυποποιημένης γλωσσικής νόρμας. Η διγλωσσία είναι μια κοινωνική ιεράρχηση των γλωσσικών πρακτικών που παράγει μία κατανομή, αν όχι ένα διαχωρισμό, των λειτουργιών επικοινωνίας και ταυτοποίησης αυτών των πρακτικών (που και αυτές ιεραρχούνται). Και αυτή η κατανομή ενισχύει, ή και δικαιολογεί, τη διγλωσσία. Έτσι, επιφυλάσσουμε για την επίσημη ή/ και στάνταρ γλώσσα τις περισσότερες, ή και όλες, από τις επίσημες περιστάσεις που συνδέονται με κοινωνικό γόητρο και με ταυτοτική πρόσδεση. Οι υπόλοιποι γλωσσικοί πόροι (άλλες γλώσσες ή άλλοι τρόποι ομιλίας ή γραφής της ίδιας γλώσσας) δεν γίνονται ιδιαίτερα ανεκτοί παρά μόνο σε ανεπίσημες, οικογενειακές, λαϊκές, ιδιαίτερες καταστάσεις, και ενίοτε φτάνουν να θεωρούνται όνειδος ακόμη και σε ιδιωτικές ή οικείες καταστάσεις. Εδώ βρίσκουμε μια διαδικασία μειονοτικοποίησης που προκαλεί στους ανθρώπους γλωσσική ανασφάλεια. Γλωσσική ανασφάλεια σημαίνει ότι οι ομιλητές συνειδητοποιούν την ύπαρξη μιας απόστασης ανάμεσα σε αυτό που μιλάνε και σε μια γλώσσα (ή ποικιλία γλώσσας) κοινωνικά νομιμοποιημένη επειδή είναι η γλώσσα των κυρίαρχων τάξεων, επειδή θεωρείται «καθαρή» (υποτίθεται χωρίς παρεμβολές κάποιου άλλου μη θεμιτού ιδιώματος) ή πάλι επειδή θεωρείται ως η γλώσσα των πλασματικών ομιλητών οι οποίοι κατέχουν ΤΗΝ νόρμα που υπαγορεύει ο σχολικός θεσμός. Κάθε τυποποιημένη γλώσσα, εκ μόνου του γεγονότος ότι έχει νόρμες, δεν μπορεί παρά να γεννά στους ομιλητές ένα έστω ελάχιστο ποσοστό γλωσσικής ανασφάλειας. Αυτό ισχύει ακόμα και για ομιλητές γενικώς «ασφαλείς» λόγω της κοινωνικο-πολιτιστικής ή οικονομικής τους θέσης, και μπορεί να οδηγεί σε προσωπικές και σχεσιακές δυσκολίες.

51VRaZAsvWL._SX313_BO1,204,203,200_

Το κείμενο αυτό αποτελεί συρραφή αποσπασμάτων από το βιβλίο: Philippe Blanchet, Discriminations : combattre la glottophobie, Paris, Textuel 2016, σελ. 45, 59-64, 73-77 και 83-85 (όχι πάντα με τη σειρά στην οποία απαντούν στο βιβλίο). Μετάφραση: Α.Γ. Οι ενδιάμεσοι τίτλοι άλλοτε υπάρχουν στο βιβλίο και άλλοτε προστέθηκαν. 

O Φιλίπ Μπλανσέ διδάσκει κοινωνιογλωσσολογία στο πανεπιστήμιο της Ρεν ΙΙ. Επίσης είναι ποιητής και πεζογράφος στην προβηγκιανή.

[1] Sorlin, S., Langue et autorité, Presses Universitaires de Rennes, 2012, σ. 221.

[2] Ας σημειώσουμε επ’ ευκαιρία ότι, αν ο Τσόμσκυ μπορεί ταυτόχρονα να είναι ο διάσημος αγωνιστής της άκρας αριστεράς και ο θεωρητικός μιας απάνθρωπης και ακοινώνητης γλωσσολογίας, αυτό συμβαίνει ακριβώς επειδή αποσυνδέει το κοινωνικό από το γλωσσικό.

[3] Renée Balibar, L’institution du français. Essai sur le colinguisme des Carolingiens à la République, Paris, PUF 1985.

1 comment

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: