H γλώσσα και το παράδοξο της ελευθερίας

του Ντέιβιντ Γκρέιμπερ*

 

Έχω γράψει στο παρελθόν για την εισβολή της ρύθμισης, και της βίας, σε κάθε πτυχή της ζωής μας. Αυτό που θέλω να υποστηρίξω εδώ είναι ότι αυτή η επιταγή απορρέει σε τελευταία ανάλυση από μία σιωπηρή κοσμολογία στην οποία η αρχή του παιχνιδιού [play] (και, κατ’ επέκταση, η δημιουργικότητα) εμφανίζεται ως κάτι που προκαλεί φόβο, ενώ μια συμπεριφορά με όρους παιγνίου [game-like] δοξολογείται ως διαφανής και προβλέψιμη, και όπου κατά συνέπεια η θέση όλων αυτών των κανόνων και ρυθμίσεων βιώνεται η ίδια ως ένα είδος ελευθερίας.

(…)

Τέτοιου είδους μεταρρυθμίσεις [που εισάγουν κανόνες και «διαφάνεια»] μπορεί να αποβλέπουν να εξαλείψουν την αυθαίρετη προσωπική αυθεντία, αλλά φυσικά αυτό ποτέ δεν γίνεται. Απλώς η προσωπική αυθεντία ανεβαίνει ένα επίπεδο, και γίνεται η ικανότητα να παραμερίζεις τους κανόνες σε ειδικές περιπτώσεις (δηλαδή ένα είδος μικρογραφία της κυριαρχίας). Ωστόσο, πρακτικά, το γεγονός ότι οι μεταρρυθμίσεις δεν επιτυγχάνουν τον δηλωμένο στόχο τους δεν οδηγεί σε υπονόμευση της νομιμοποίησής τους. Αντιθέτως, το αποτέλεσμα είναι ακριβώς το αντίστροφο, διότι όποιος θέλει να αμφισβητήσει αυτή την προσωποποιημένη εξουσία μπορεί να το κάνει μόνο ζητώντας ακόμη περισσότερους κανόνες και ακόμη περισσότερη «διαφάνεια». Ξαφνικά, η ελευθερία και η δικαιοσύνη γίνονται ζήτημα αναγωγής των πάντων σε ένα ρυθμισμένο παίγνιο.

Αν το καλοσκεφτούμε, κάτι τέτοιο συμβαίνει κάθε τόσο –ακόμα και σε περιστάσεις που δεν έχουν τίποτε να κάνουν με αυθαίρετες προσωπικές αυθεντίες. Το πιο προφανές παράδειγμα είναι η γλώσσα. Ας το αποκαλέσουμε «φαινόμενο του εγχειριδίου γραμματικής». Οι άνθρωποι δεν επινοούν γλώσσες γράφοντας γραμματικές· γράφουν γραμματικές –τουλάχιστο τις πρώτες γραμματικές που γράφονται για κάθε συγκεκριμένη γλώσσα- παρατηρώντας τούς σιωπηρούς, ως επί το πλείστον ασυνείδητους, κανόνες που οι άνθρωποι φαίνεται να εφαρμόζουν όταν μιλούν. Όμως, από τη στιγμή που ένα βιβλίο υπάρχει, και ιδίως από τη στιγμή που χρησιμοποιείται σε σχολικές αίθουσες, οι άνθρωποι φαντάζονται ότι οι κανόνες δεν είναι απλώς περιγραφές τού πώς πράγματι μιλούν οι άνθρωποι, αλλά υποδείξεις για το πώς θα πρέπει να μιλούν.

 

Το φαινόμενο αυτό είναι εύκολο να το παρατηρήσουμε σε μέρη όπου γραμματικές γράφτηκαν μόλις πρόσφατα. Σε πολλά μέρη του κόσμου, οι πρώτες γραμματικές και λεξικά φτιάχτηκαν το δέκατο ένατο ή ακόμα και τον εικοστό αιώνα από χριστιανούς ιεραποστόλους, οι οποίοι ήθελαν να μεταφράσουν τη Βίβλο και άλλα ιερά κείμενα σε γλώσσες που μέχρι τότε δεν γράφονταν. Για παράδειγμα, η πρώτη γραμματική για τα μαλγασιανά, τη γλώσσα που μιλιέται στη Μαδαγασκάρη, γράφτηκε τις δεκαετίες του 1810 και 20. Φυσικά, η γλώσσα αλλάζει συνεχώς, και έτσι η ομιλούμενη μαλγασιανή –ακόμα και η γραμματική της- σήμερα είναι σε πολλά σημεία ουσιωδώς διαφορετική απ’ ό,τι ήταν πριν από διακόσια χρόνια. Ωστόσο, επειδή όλοι μαθαίνουν τη γραμματική στο σχολείο, αν τους το επισημάνεις αυτό θα σου πουν αυτόματα ότι στις μέρες μας οι ομιλητές απλώς κάνουν λάθη, δεν ακολουθούν σωστά τους κανόνες. Κανείς ποτέ δε φαίνεται να σκέφτεται –εκτός αν τους το πεις εσύ- ότι, αν οι ιεραπόστολοι είχαν έρθει και γράψει τα βιβλία τους διακόσια χρόνια αργότερα, οι τωρινές χρήσεις θα είχαν θεωρηθεί οι ορθές, και όσοι μιλούσαν όπως πριν από διακόσια χρόνια θα θεωρούνταν ότι αυτοί μιλάνε λάθος.

img29_3

Μάλιστα, βρήκα ότι η στάση αυτή με δυσκόλευε πάρα πολύ να μάθω να μιλάω καθημερινά μαλγασιανά. Ακόμη και όταν ζήτησα από ομιλητές που την είχαν μητρική γλώσσα, π.χ. φοιτητές, να μου κάνουν μαθήματα, εκείνοι μου δίδασκαν πώς να μιλάω μαλγασιανά του δέκατου ένατου αιώνα, όπως τα μάθαιναν στο σχολείο. Καθώς η γνώση μου βελτιωνόταν, άρχισα να παρατηρώ ότι ο τρόπος με τον οποίο μιλούσαν μεταξύ τους δεν έμοιαζε καθόλου με όσα μάθαιναν σε μένα. Όταν όμως τους ρωτούσα ποιους γραμματικούς τύπους χρησιμοποιούσαν που δεν υπήρχαν στα βιβλία, απλώς σήκωναν τους ώμους τους, λέγοντας «α, αυτό είναι απλώς ιδιωματισμός, μην το λες». Στο τέλος αποφάσισα ότι ο μόνος τρόπος να μάθω τα σύγχρονα μαλγασιανά όπως πραγματικά μιλιούνται ήταν να ηχογραφήσω συζητήσεις, να προσπαθήσω να τις μεταγράψω ο ίδιος και μετά να ζητώ από φίλους να μου τα εξηγούν κάθε φορά που συναντούσα μια άγνωστη σε μένα χρήση ή έκφραση. Τίποτε άλλο δεν έπιανε: απ’ τη στιγμή που είχαν αποφασίσει ότι αυτοί οι γραμματικοί τύποι ήταν σφάλματα, τους ήταν αδύνατο να μου τους περιγράψουν με γραμματικούς όρους.

(…)

Όταν ρώτησα τους φίλους μου γιατί οι άνθρωποι δεν μιλούν πια τη γλώσσα που περιγράφουν τα εγχειρίδια, η αναπόφευκτη απάντηση ήταν «ε, ξέρεις, είναι τεμπέληδες». Το πρόβλημα προφανώς ήταν ότι ολόκληρος ο πληθυσμός δεν κατάφερε να απομνημονεύσει σωστά το μάθημά του. Αλλά αυτό που στην ουσία αρνούνταν ήταν η νομιμότητα της συλλογικής δημιουργικότητας, το ελεύθερο παιχνίδι του συστήματος.

Αξίζει τον κόπο να σκεφτούμε μια στιγμή πάνω στη γλώσσα, διότι κάτι που αποκαλύπτει ίσως καλύτερα από κάθε άλλο παράδειγμα είναι ότι υπάρχει ένα βασικό παράδοξο στην ίδια την ιδέα μας περί ελευθερίας. Απ’ τη μια, οι κανόνες από τη φύση τους περιορίζουν. Ομιλιακοί κώδικες, κανόνες και πρωτόκολλα, καθώς και γραμματικοί κανόνες, έχουν όλα ως αποτέλεσμα να οριοθετούν όσα μπορούμε και όσα δεν μπορούμε να πούμε. Δεν είναι τυχαίο που, όταν ακούμε τη λέξη καταπίεση, η πρώτη εικόνα που μας έρχεται στο μυαλό είναι μια στρυφνή δασκάλα να χτυπά ένα παιδί στην παλάμη για κάποιο γραμματικό λάθος. Αλλά την ίδια στιγμή, αν δεν ακολουθούσαμε καμία κοινή σύμβαση –ούτε σημασιολογική, ούτε συντακτική, ούτε φωνηματική-, τότε απλώς θα βγάζαμε άναρθρους ήχους και δεν θα ήμασταν καν ικανοί να επικοινωνήσουμε μεταξύ μας. Προφανώς σε τέτοιες συνθήκες κανείς μας δεν θα ήταν ελεύθερος να κάνει και πολλά. Άρα κάποια στιγμή στην πορεία οι κανόνες που περιορίζουν μεταστρέφονται σε κανόνες που ενδυναμώνουν, έστω και αν είναι αδύνατο να πούμε πότε ακριβώς. Οπότε, η ελευθερία είναι πραγματικά η ένταση ανάμεσα στο ελεύθερο παιχνίδι της ανθρώπινης δημιουργικότητας και τους κανόνες που αυτή γεννά διαρκώς. Και αυτό το παρατηρούν πάντοτε οι γλωσσολόγοι. Δεν υπάρχει γλώσσα χωρίς γραμματική. Αλλά δεν υπάρχει και γλώσσα στην οποία να μην αλλάζουν διαρκώς τα πάντα, ακόμα και η γραμματική.

Σπανίως αναρωτιόμαστε γιατί αυτό συμβαίνει. Για ποιο λόγο αλλάζουν πάντοτε οι γλώσσες; Είναι αρκετά εύκολο να καταλάβουμε γιατί χρειαζόμαστε κοινές συμφωνίες περί γραμματικής και λεξιλογίου ώστε να είμαστε σε θέση να μιλάμε ο ένας στον άλλο. Αλλά αν χρειαζόμασταν τη γλώσσα μόνο γι’ αυτό, θα μπορούσε κανείς να σκεφτεί ότι, αφού ένα δεδομένο σύνολο ομιλητών βρήκε μια γραμματική και ένα λεξιλόγιο που εξυπηρετούσε τους σκοπούς του, απλούστατα θα έμενε σταθερό σε αυτά, αλλάζοντας ίσως κάπως το λεξιλόγιο όποτε χρειαζόταν να μιλήσει για κάποιο καινούριο πράγμα –μια νέα μόδα ή εφεύρεση, ένα εισαγόμενο λαχανικό- αλλά κατά τα λοιπά αφήνοντας τα πράγματα άθικτα. Όμως, αυτό ποτέ δεν συμβαίνει. Δεν υπάρχει καταγεγραμμένο ούτε ένα παράδειγμα γλώσσας η οποία, σε διάστημα ας πούμε ενός αιώνα, να μην άλλαξε τόσο ως προς τον ήχο όσο και ως προς τη δομή[1]. Αυτό ισχύει και για τις γλώσσες των πλέον «παραδοσιακών» κοινωνιών· συμβαίνει ακόμη και εκεί όπου έχουν δημιουργηθεί πολύπλοκες θεσμικές δομές –όπως σχολές γραμματικής ή η Académie Française- για να το εμποδίζουν να συμβεί. Αναμφίβολα αυτό εν μέρει οφείλεται καθαρά σε πνεύμα εξέγερσης (νέοι άνθρωποι επιδιώκουν να ξεχωρίσουν από τους ηλικιωμένους, για παράδειγμα) αλλά είναι αναπόφευκτο το συμπέρασμα ότι, σε τελευταία ανάλυση, αυτό με το οποίο βρισκόμαστε εδώ αντιμέτωποι είναι η αρχή του παιγνίου στην καθαρότερή της μορφή. Τα ανθρώπινα όντα, ασχέτως εάν μιλάνε Αραπές, Χόπι ή Νορβηγικά, βρίσκουν απλά βαρετό να λένε τα πράγματα συνεχώς με τον ίδιο τρόπο. Πάντοτε θα αυτοσχεδιάσουν, έστω και λίγο. Και αυτό το παιχνίδι πάντοτε θα έχει σωρευτικά αποτελέσματα.

Αυτό μας οδηγεί στη σκέψη ότι οι άνθρωποι, οπουδήποτε, είναι εκτεθειμένοι σε δύο απολύτως αντιτιθέμενες τάσεις: αφενός, σε μία τάση να είναι παιγνιωδώς δημιουργικοί χάριν της δημιουργικότητας και μόνο· αφετέρου, σε μία τάση να συμφωνούν με όποιον τους λέει ότι κανονικά δεν θα έπρεπε να ενεργούν έτσι. Χάρη σε αυτό το τελευταίο είναι δυνατό να μετατρέπεται σε παίγνιο η θεσμική ζωή. Διότι αν η δεύτερη αυτή τάση οδηγηθεί στη λογική της συνεπαγωγή, κάθε ελευθερία γίνεται αυθαιρεσία, και κάθε αυθαιρεσία γίνεται μια μορφή επικίνδυνης, ανατρεπτικής δύναμης. Από εδώ, μένει μόνο ένα βήμα μέχρι τον ισχυρισμό ότι η αληθινή ελευθερία είναι να ζεις σε έναν άκρως προβλέψιμο κόσμο που είναι ελεύθερος από μια τέτοια ελευθερία.

 

[1] Οι γλώσσες όχι μόνο αλλάζουν, αλλά τείνουν να αλλάζουν με σχετικά σταθερό ρυθμό, ασχέτως ιστορικών περιστάσεων. Υπάρχει μάλιστα ολόκληρη επιστήμη, η γλωττοχρονολογία, που εκκινεί από αυτή τη διαπίστωση.

 

* Ακόμα ένα απόσπασμα από το βιβλίο David Graeber, The Utopia of Rules. On Technology, Stupidity and the Secret Joys of Bureaucracy [Η ουτοπία των κανόνων. Περί τεχνολογίας, ανοησίας και των κρυφών χαρών της γραφειοκρατίας],  Melville House, Brooklyn-London 2015, σ. 196-201. Μετάφραση: Α.Γ. Ο τίτλος της ανάρτησης και οι σημειώσεις μέσα σε αγκύλες είναι του μεταφραστή.

5 comments

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: