Η χούντα* των φιλο/αρχαιο/λόγων

του Άκη Γαβριηλίδη

Όπως έλεγα στο προηγούμενο σημείωμα, στην εξελισσόμενη προσπάθεια ηθικής εξόντωσης του Δημήτρη Παπανικολάου, το θέμα της (μη) δημοσιοποίησης του Αρχείου Καβάφη χρησιμεύει μόνο ως πρόσχημα.

Στο παρόν θα εξηγήσω γιατί.

Δεν έχει ποτέ χρειασθεί να συμβουλευθώ το Αρχείο· δεν είμαι μελετητής του Καβάφη, ούτως ή άλλως δεν μένω στην Αθήνα, και για όλους αυτούς τους λόγους δεν έχω προσωπική εικόνα για το αν, πότε, σε ποιους και υπό ποιες προϋποθέσεις είναι προσβάσιμο το Αρχείο Καβάφη. Στην ερώτηση εάν προτιμώ να είναι ανοιχτό σε όλους ή όχι, προφανώς θα απαντήσω το πρώτο, όπως φαντάζομαι κάθε λογικός άνθρωπος. Απ’ ό,τι κατάλαβα, όμως, ούτε το Ίδρυμα Ωνάση αμφισβητεί αυτή την αρχή, και μάλιστα έχει εξαγγείλει ότι αυτή είναι η πρόθεσή του. Εάν μέχρι τώρα δεν την έχει υλοποιήσει, κακώς· κάκιστα. Είναι ασυνεπές και θα πρέπει να την υλοποιήσει το συντομότερο.

Πλην όμως:

Εάν κανείς διαβάσει όχι «μέσα από τις γραμμές», αλλά τις ίδιες τις γραμμές των λιβέλων που εξαπολύουν τα μέλη της φιλολογικής συντεχνίας –καθώς και διάφοροι άλλοι ερασιτέχνες εισαγγελείς, απροσδιόριστου επαγγέλματος και ιδιότητας, που τους σιγοντάρουν-, θα δει πολύ καθαρά ότι αυτό που προτείνουν για το Αρχείο δεν είναι να δοθεί στο κοινό, αλλά να δοθεί στους «ειδικούς», στους «επιστήμονες», τους «αρμόδιους». Δηλαδή στους ίδιους.

Ο λόγος τους, όπως είδαμε στο προηγούμενο, χαρακτηρίζεται από μία πολύ σαφή φαντασιωσική δομή· η δομή αυτή προβλέπει τη μεταχείριση του Καβάφη ως «πολιτιστικής περιουσίας της Ελλάδας». Για να γίνει αυτό, όμως, απαιτούνται ακριβώς κάποιες εμπειρογνώμονες· από αυτών τα χέρια θα πρέπει να περάσει πρώτα το μνημείο, πριν φτάσει η ώρα να εκτεθεί στο κοινό. Διότι δεν μπορεί το υλικό να δοθεί έτσι, γιούργια, στον οποιονδήποτε, στους αδαείς· πρέπει προηγουμένως να το διαμορφώσουν καταλλήλως όσοι ξέρουν. Η διάθεση «σε όλους» είναι ο μακροπρόθεσμος στρατηγικός στόχος· το ενδιάμεσο και απαραίτητο «τακτικό» βήμα για την επίτευξή του, όμως, είναι η εκδίωξη των «αναρμόδιων» και η ανάθεση της επιμέλειας του αρχείου Καβάφη, και του ίδιου του Καβάφη, στους ενδεδειγμένους φιλολόγους/ αρχαιολόγους, ειδικούς της συντήρησης (με όλες τις έννοιες του όρου) οι οποίοι θα το αναστηλώσουν όπως πρέπει και θα το βάλουν στο μουσείο. Εκεί πλέον θα μπορούν οι «όλοι» να το θαυμάζουν με ανοιχτό το στόμα, προς δόξαν της «Ελλάδας». Αλλά να μην το αγγίζουν βεβαίως· διότι στα μουσεία δεν αγγίζουμε τίποτε.

 

Ποιος Καβάφης; Οι φιλόλογοι

Υπάρχει ένα απόσπασμα από ομιλία του Αμερικανού φιλολόγου και μεταφραστή Ντάνιελ Μέντελσον, το οποίο παραθέτουν –το ίδιο ακριβώς απόσπασμα, ακόμα και με τις ίδιες ενδιάμεσες παραλείψεις- δύο διαφορετικοί αρθρογράφοι από το τεύχος της ARB, η Νταϊάνα Χάας και ο Νάσος Βαγενάς, σε δική της απόδοση η καθεμιά. Οι λόγοι για τον ενθουσιασμό των φιλολόγων μας με αυτό το απόσπασμα είναι ευεξήγητοι, και άλλωστε δηλώνονται απερίφραστα από τον δεύτερο εξ αυτών: θεωρούν –χωρίς να εξηγούν γιατί- ότι ο Μέντελσον είναι «υπεράνω πάσης ομοφοβικής υποψίας». Το απόσπασμα πάντως αυτό εκφράζει πέραν πάσης αμφιβολίας και ξεδιάντροπα τον πιο σκληρό και ιεραρχικό ελιτισμό.

Είναι το εξής[1]:

το Αρχείο [σ.σ.: προφανώς εννοεί «Το Ίδρυμα»] να οργανώσει και να καταλογογραφήσει, και να δημοσιεύσει, όλα με τον κατάλληλο τρόπο, το Αρχείο. Αυτή θα πρέπει να είναι η ύψιστη προτεραιότητα του Αρχείου Καβάφη. Θα πρέπει αυτό το έργο να το αναλάβουν σοβαροί άνθρωποι, σοβαροί επιστήμονες […]

Αφήστε τους επιστήμονες να κάνουν τη δουλειά τους, διότι δεν μπορείς να μιλήσεις καν για τον Καβάφη χωρίς τη δική τους δουλειά –έτσι δεν είναι;

Ε, λοιπόν, όχι, κύριοι και κυρίες, δεν είναι έτσι. Καιρός να κατεβείτε από το καλάμι. Να αφήσουμε ποιον, να κάνει ποια «δουλειά»; Δεν αναγνωρίζουμε σε κανέναν καραγκιόζη την εξουσία να μας απαγορεύει να μιλάμε για τον Καβάφη πριν «δουλέψει» εκείνος. Είναι αντίληψη «ανοιχτότητας» και δημοσιοποίησης αυτή; Δεν μπορούμε λέει να μιλήσουμε καν για την ποίηση, χωρίς τη δουλειά των «επιστημόνων»! Από πού κι ως πού; Εδώ, ούτε λίγο ούτε πολύ, υποστηρίζεται ότι η φιλολογία προηγείται της ποίησης, τόσο χρονικά όσο και (αξιο)λογικά! Δηλαδή ότι η (υποτιθέμενη) επιστημονική γνώση ενός αντικειμένου προηγείται του ίδιου του αντικειμένου, ή πάντως της δυνατότητας να μιλήσουμε γι’ αυτό.

Ο ισχυρισμός αυτός είναι πραγματικά πρωτοφανής. Η φιλολογία ως «επιστήμη» υπάρχει εδώ και μόλις δυο-τρεις αιώνες· θεσπίστηκε και συγκροτήθηκε στη βορειοδυτική Ευρώπη, και ιδίως στη Γερμανία, το 18ο και 19ο αιώνα. Η ποίηση, αντίθετα, υπήρχε και υπάρχει σε όλες τις εποχές και σε όλες τις κοινωνίες. Στις κοινωνίες αυτές, μη προς κακοφανισμό των κ.κ. Μέντελσον, Χάας, Βαγενά και συντροφίας, οι άνθρωποι μίλησαν και μιλάνε για την ποίηση και τους ποιητές, χωρίς να περιμένουν κανέναν «επιστήμονα» να «δουλέψει» πρώτα. Γιατί θα έπρεπε να είναι διαφορετικά εδώ;

 

… που «είναι σε θέση να διακρίνουν»

Αυτό λοιπόν που ενοχλεί τις λιβελλογράφους δεν είναι ότι η διαχείριση του (αρχείου τού) Καβάφη ανατέθηκε σε λίγους και όχι σε όλους· είναι ότι αυτοί οι λίγοι είναι άλλοι και όχι οι ίδιες.

Aντί άλλης σχετικής επιχειρηματολογίας, θα παραθέσω απλώς παρακάτω μία σταχυολόγηση φράσεων από σχεδόν όλα τα σχετικά άρθρα, στις οποίες είναι απερίφραστα αποτυπωμένη η μνησικακία, ο φθόνος και η ενόχληση των επιθεωρητών για το γεγονός ότι αυτός που (φαντάζονται ότι) έχει υπό τον έλεγχό του το Αρχείο είναι κατώτερός τους· είναι μη φιλόλογος και μη επιστήμονας.

Οι προσθήκες εντός αγκυλών και οι υπογραμμίσεις είναι δικές μου[2].

– … δεν είναι κατάλληλος να αποφανθεί για την «αξία» μελλοντικών καβαφικών εκδόσεων […] όποιος εκλαμβάνει την επιστημονική –εν προκειμένω φιλολογική- μέθοδο όχι μόνο ως υποδεέστερη προσέγγιση αλλά και ως κρυφή ατζέντα …

– … μιλούμε για ζητήματα αισθητικής (στα οποία θα μπορούσε να περιληφθεί η […] καρικατούρα-καρτούν του Καβάφη που αποσκοπεί στην «pop» πρόσληψη του ποιητή και στην προβολή ενός «brand» …

– … δεν διακρίνει το ευτελές από το σπάνιο …

τι είδους παιδεία προϋποθέτουν αυτοί που διαχειρίζονται αυτή τη στιγμή την τύχη του Αρχείου; (και αναφέρομαι στην ομάδα των «ειδικών» …)

– … δεν είναι σε θέση να διακρίνουν … δεν είναι σε θέση να κατανοήσουν …

– κατασκευάζουν καβαφιστές (ή Cavafistas) … αναγορεύουν σε «Κορυφαίους ερευνητές» διάφορους αυτόκλητους ψευδο-«ειδήμονες»[3].

– Καθώς οι ιθύνοντες του Ιδρύματος Ωνάση δεν γνωρίζουν τι σημαίνει αρχείο, επέλεξαν ως «Επιστημονικό Σύμβουλο» […] έναν άνθρωπο ακατάλληλο [=και όχι εμένα τον κατάλληλο] …

[έναν] καταπιεσμένο περιθωριακό συγγραφέα [που] διαβάζει τα καβαφικά ποιήματα αποκλειστικά μέσα από τη δική του ερωτική εμπειρία, [με] αρρωστημένη προσωπική φιλοδοξία, έπαρση, αλαζονεία και εμπάθεια, […] επιδειξιομανία και αισθήματα ενοχής για τον δικό του ερωτικό προσανατολισμό,

– δεν εξηγείται ο ουσιαστικός αποκλεισμός από την πρόσβαση στο Αρχείο των καβαφιστών που δούλεψαν συστηματικά σε αυτό κατά τη διάρκεια της προωνάσειας περιόδου [=ημών των ιδίων] …

– Είναι φανερό ότι το Ίδρυμα δεν ήθελε τη συνεργασία του με τους τρεις καταξιωμένους μελετητές του Καβάφη [=εμάς]…

– Το έργο αυτό έπρεπε να ανατεθεί σε έμπειρους ειδικούς και σοβαρούς ανθρώπους –όχι «Cavafistas» …

– να πάει το Αρχείο Καβάφη σε καταξιωμένους και αποδεδειγμένα ειδικούς

κ.λπ. κ.λπ.

 

Ποιος έχει τίτλο να μιλάει;

Στα ιδιαίτερα φορτισμένα αυτά αποσπάσματα, κυριαρχούν σημαίνοντα αυθεντικότητας, και (δηλαδή) αυθεντίας. Το «κοινό» δεν υπάρχει πουθενά. Υπάρχουν μόνο οι επαΐοντες, οι άξιοι να διακρίνουν το υψηλό, το αισθητικό, το σπάνιο, από τη λαϊκάντζα, το φαύλο, το ευτελές. Το πούστικο δηλαδή. Αυτοί δεν είναι περιθωριακοί· είναι γνήσιοι. Έχουν αρχίδια ρε παιδί μου, πώς το λένε.

Με όρους Ρανσιέρ, ο λόγος των φιλολόγων/ αρχαιολόγων σαφώς εντάσσεται στο μίσος κατά της δημοκρατίας. Και αυτό διότι αρνούνται να δεχθούν ότι στην επικράτειά τους μπορεί να έχει λόγο ο «οποιοσδήποτε», όποιος δεν έχει κανέναν τίτλο για να μιλάει. Με την παρέμβασή τους επιτελούν λειτουργία αστυνόμευσης, εφόσον διαρκώς ζητούν μετ’ επιτάσεως να δουν και να ελέγξουν τους τίτλους όποιου θέλει να πάρει το λόγο, πριν τον αφήσουν να διαβεί τα σύνορα. «Έξω οι ξένοι που μας παίρνουν τις δουλειές», είναι μια φράση η οποία θα μπορούσε να συνοψίσει το περιεχόμενο του τεύχους τής ARB.

Αλλά επίσης και: Ήρθαν οι κομμουνιστές και μας παίρνουν την ιδιωτική πρωτοβουλία.

1381566_622325774480982_551985619_n

 

Παράρτημα: ο ψευδεπίγραφος φιλελευθερισμός των Reviews

Τα έντυπα τα οποία εξαπέλυσαν αυτή την επίθεση, έχουν μία αρκετά σαφή πολιτικοϊδεολογική ταυτότητα και πρόγραμμα: ανήκουν στο χώρο του ακραίου κέντρου.

Αυτός βεβαίως είναι εξωτερικός χαρακτηρισμός. Με τα δικά τους λόγια, ανήκουν στον φιλελεύθερο-ευρωπαϊστικό χώρο.

Εδώ και αρκετό καιρό, έχω υποστηρίξει επανειλημμένα ότι αυτές οι αυτοπεριγραφές είναι ψευδεπίγραφες και ανειλικρινείς· δεν αντιστοιχούν σε όσα οι ενδιαφερόμενοι πραγματικά λένε και πράττουν.

Η διαμάχη γύρω από το Αρχείο Καβάφη αποτελεί μία επιπλέον, ίσως ακόμη πιο εύγλωττη, απόδειξη για τον ισχυρισμό μου.

Όλα αυτά τα χρόνια, οι Έλληνες (αυτοπροβαλλόμενοι ως) φιλελεύθεροι δεν παύουν να επικρίνουν την «καθυστερημένη ελληνική κοινωνία» ότι κυριαρχείται από «εσωστρεφείς συντεχνίες κρατικοδίαιτων» οι οποίες «θορυβούν γιατί δεν θέλουν να χάσουν τα προνόμιά τους απέναντι στο άνοιγμα και την αριστεία των ξένων πανεπιστημίων», εχθρεύονται την ιδιωτική πρωτοβουλία, την παγκοσμιοποίηση, την αξιοκρατία, και δε συμμαζεύεται.

Εάν όμως οι ακροκεντρώοι θέλουν να είναι συνεπείς με το δικό τους σχήμα, θα έπρεπε να παραδεχθούν ότι, στη διαμάχη αυτή, η πλευρά που αντιστοιχεί επακριβώς στην περιγραφή τους περί «οπισθοδρομικότητας» είναι φυσικά οι διαμαρτυρόμενοι φιλόλογοι. Και όλες τις αξίες στις οποίες δηλώνουν πίστη, τις ενσαρκώνει το Ίδρυμα Ωνάση και ο τρόπος με τον οποίο διαχειρίζεται το Αρχείο. Αυτός που «μένει στην Ευρώπη», όχι μόνο κυριολεκτικά αλλά κυρίως μεταφορικά, είναι ο «περιθωριακός και καταπιεσμένος» σύμβουλος του Ιδρύματος. Ίσως ούτε καν στην Ευρώπη· στον κόσμο (διότι η Ευρώπη δεν αποτελεί το αντίθετο του τοπικισμού· υπάρχει και ένας τοπικισμός της Ευρώπης). Και αυτοί που μένουν στην «φοβική και επαρχιωτική Ελλάδα» (με την μενουμευρωπαϊκή έννοια του όρου) είναι οι φιλόλογοι/ αρχαιολόγοι/ μπάτσοι, ακόμη και αν γεωγραφικά κατοικούν στην Ιταλία.

Το πρόβλημα όμως που έχουν οι Δοξιάδης και λοιποί με τον «νάνο» δεν είναι ότι «δεν γνωρίζουν ποια επιστήμη διακονεί». Αν δεν το γνωρίζουν, θα μπορούσαν εύκολα να το μάθουν. Το πρόβλημά τους είναι ότι όχι μόνο είναι πούστης, αλλά είναι και κομμουνιστής. (Δεν μένει παρά να αποκαλυφθεί ότι είναι και χασικλής, για να συμπληρώσει το τζακ-ποτ των ιδιοτήτων που παραδοσιακά προκαλούν λιποθυμία σε κάθε συντηρητή/-ικό γυμνασιάρχη). Και αυτό όχι μόνο δεν το κρύβει, αλλά το προβάλλει προκλητικά. Ε, αυτό δεν μπορούν να του το συγχωρέσουν.

Πράγμα που δείχνει την υποκρισία τους. Αλλά και τον ετεροκαθορισμό τους: η στάση τους δεν υπαγορεύεται από την αγάπη προς κάποια θετικό αντικείμενο επένδυσης, π.χ. την ελευθερία, τον εκσυγχρονισμό, την Ευρώπη· υπαγορεύεται από το μίσος προς τον εξισωτισμό και την αριστερά –ενίοτε και προς τον εαυτό τους ως πρώην αριστερό. Όταν πέφτουν πάνω σε κάποιον ο οποίος, με τα δικά τους κριτήρια, είναι «μοντέρνος», «Ευρωπαίος» και «άριστος», αλλά είναι και αριστερός, τότε η ιδιότητα που βαρύνει περισσότερο στην κρίση τους είναι η τελευταία· οι πρώτες τρεις δεν αρκούν για να τον απαλλάξουν από το στίγμα.

 

* Όπως είχα εξηγήσει και σε παλαιότερο σημείωμα, η λέξη junta είναι ισπανική, εκ του λατινικού iunctus, μετοχή παρακειμένου τού ρ. iungō [ενώνω] = ομάδα, ένωση προσώπων η οποία κινείται δημόσια ή μυστικά για την προώθηση συγκεκριμένων στόχων και συμφερόντων.

[1] Εδώ το παραθέτω στην απόδοση της πρώτης, η οποία δηλώνει ότι «διορθώνει και συμπληρώνει σιωπηρά». Δεν υπάρχουν διαφορές ουσίας ανάμεσα στις δύο αποδόσεις.

[2] Θεωρώ περιττό να αναφέρω από ποιο άρθρο είναι το καθένα, διότι η διάκριση μεταξύ άρθρων έχει περιορισμένη αξία: όλα χαρακτηρίζονται από μεγάλη ενότητα ύφους και περιεχομένου, και ουσιαστικά μοιάζουν να συναποτελούν ένα ενιαίο κείμενο· συχνά οι συγγραφείς αναφέρονται ρητά και επιδοκιμαστικά η μία στον άλλο (ή στα ίδια τρίτα κείμενα· βλ. παραπάνω) σε βαθμό που να μπορούν να αποδοθούν όλα σε όλες.

[3] Εδώ θα κάνουμε μία παρέκκλιση από την επιλογή μη ατομικών αναφορών: το απόσπασμα αυτό το έγραψε Κύπριος συγγραφέας, ο οποίος  ως εκ της καταγωγής του ευλόγως διαθέτει βλέμμα ιδιαιτέρως προπονημένο στο να διακρίνει τα ψευδο- (… οτιδήποτε) από τα γνήσια.

1 comment
  1. Thanassis Rentzis said:

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: