Βλαχομπογδανία – Ιόνιος Πολιτεία, σημειώσατε 1Χ

του Άκη Γαβριηλίδη

Μετά τη συντριπτική ήττα του στην υπόθεση του «ρατσιστή» Ρίχτερ, ο ελληνικός μακαρθισμός δεν χρειάστηκε ούτε μία μέρα μέχρι να βρει τον επόμενο στόχο της αντεπίθεσής του, την επόμενη περίπτωση προσβολής των ιερών και των οσίων του έθνους: ο βέβηλος αυτή τη φορά ήταν ο τηλεπαρουσιαστής Κωνσταντίνος Μπογδάνος, ο οποίος, σε μια τρίλεπτη παρουσίαση της ζωής τού Διονύσιου Σολωμού με αφορμή κάποια επέτειο, ανέφερε ότι ο ποιητής του εθνικού ύμνου κατά πληροφορίες ήταν εβραϊκής καταγωγής, μασόνος, αλκοολικός και ομοφυλόφιλος. Η αναφορά αυτή του στοίχισε δριμύτατες επιθέσεις από ακροδεξιά σάιτ, καθώς και μία ανακοίνωση του δημάρχου Ζακύνθου η οποία τον κηρύσσει «ανεπιθύμητο πρόσωπο» στη Ζάκυνθο.

Το ότι οι επιθέσεις αυτές πηγάζουν από ό,τι το έθνος έχει μάθει να θεωρεί εθνικό και όχι από το αληθινό, προκύπτει μεταξύ άλλων από το εξής στοιχείο: η αναφορά του Μπογδάνου περιέχει πολλές κραυγαλέες ανακρίβειες και αστοχίες. Π.χ. ήδη από την πρώτη της πρόταση, αναφέρει ότι ο Σολωμός «έχει στιχουργήσει [sic] τον εθνικό μας ύμνο». Και συνεχίζει: «η τελευταία του στροφή είναι η 16. Δεν θυμάμαι ποια είναι η πρώτη, υπάρχουν και πολλές ανάμεσα, απλά βρήκανε δύο, κλαπ [sic] τις ενώσανε, τις μελοποίησε μετά ο Μάντζαρος». Φυσικά τίποτε απ’ όλα αυτά δεν ισχύει: ο εθνικός ύμνος αποτελείται από τις δύο πρώτες στροφές τού «Ύμνου εις την Ελευθερίαν», ο οποίος έχει πολύ περισσότερες από 16 στροφές. Αλλά και τίποτε από όλα αυτά δεν ενόχλησε τους αγανακτισμένους πολίτες (ή δημάρχους), οι οποίοι φαίνεται να είναι εξίσου άσχετοι με το έργο του ποιητή. Αυτό που τους απασχολεί είναι να μην «σπιλωθεί η μνήμη» του εθνικού τοτέμ με τέτοιες «επαίσχυντες» ιδιότητες. Στη σπουδή τους αυτή, πέφτουν και σε κωμικές αντιφάσεις ανάλογες με το ανέκδοτο της σπασμένης τσαγέρας. Π.χ. στο Youtube έχει ανεβεί το σχετικό κλιπ με τον τίτλο «ΣΟΚ ! EBΡΑΙΟΚΑΝΑΛΟ ΥΒΡΙΖΕΙ ΤΟΝ ΕΘΝΙΚΟ ΠΟΙΗΤΗ!». Ο άνθρωπος που το έγραψε δεν σκέφτηκε ότι, αν ένα «εβραιοκάναλο» αποκαλεί κάποιον «Εβραίο», τότε αν μη τι άλλο δεν είναι δυνατό να τον «υβρίζει».

Κάτω από την ανάρτηση ακολουθεί φυσικά ο γνωστός οχετός από σεξιστικές ύβρεις και απειλές δολοφονίας.

Αλλά και η κίνηση του δημάρχου, ο οποίος χαρακτηρίζει «ανεπιθύμητο πρόσωπο για τη Ζάκυνθο» τον Μπογδάνο (προαναγγέλλοντας μάλιστα και «απόφαση του Δημοτικού Συμβουλίου» με το ίδιο περιεχόμενο –χωρίς να περιμένει καν να γίνει η ψηφοφορία, προφανώς θεωρεί ότι την έχει στο τσεπάκι), εντάσσεται στην ίδια πρακτική λυντσαρίσματος. Σύμφωνα με το ελληνικό δίκαιο, ούτε οι δήμαρχοι, ούτε τα δημοτικά συμβούλια έχουν οποιοδήποτε δικαίωμα να απαγορεύουν σε Έλληνες πολίτες την πρόσβαση σε οποιοδήποτε σημείο της ελληνικής επικράτειας. Ακόμη και αν η Ζάκυνθος δεν ήταν τμήμα της ελληνικής επικράτειας, π.χ. αν υπήρχε σήμερα η Ιόνιος Πολιτεία ως χωριστό κράτος και ανήκε σε αυτή, πάλι δεν θα ενέπιπτε στην αρμοδιότητα ενός δημάρχου να κηρύξει «αναστολή της Συνθήκης Σένγκεν» ως προς συγκεκριμένο άτομο με απλή διοικητική απόφαση. Η κήρυξη λοιπόν αυτή δεν παράγει κανένα έννομο αποτέλεσμα. Προφανώς όμως παράγει πολλά πρακτικά αποτελέσματα: εμπεδώνει μία αίσθηση «Φαρ Ουέστ» και δίνει ένα ημιεπίσημο άλλοθι στους Χρυσαυγίτες που απειλούν να βιάσουν, να διαμελίσουν, και γενικώς να εκδικηθούν τον δημοσιογράφο με διάφορους ευφάνταστους τρόπους.

Αν όμως ο χώρος –οι πολλοί χώροι- του ριζοσπαστικού πατριωτισμού αντέδρασαν έτσι, μέχρι στιγμής δεν έχει βρεθεί εξ όσων γνωρίζω ούτε ένας να υπερασπιστεί δημόσια την ελευθερία της έκφρασης από αυτές τις απειλές. Αρκετοί εκδήλωσαν όχι απλώς αδιαφορία, αλλά έκδηλη –και χαιρέκακη- ικανοποίηση, με βάση το σκεπτικό ότι πρόκειται για «ενδοδεξιά διαμάχη» και ότι ο συγκεκριμένος δημοσιογράφος είναι αντιπαθής, αμόρφωτος, «νεοφιλελές», και «έπαθε ό,τι του άξιζε».

Το σκεπτικό αυτό φυσικά είναι άκυρο. Η ελευθερία του λόγου είναι ένα δημόσιο δικαίωμα και ισχύει τόσο για τους ευφυείς, όσο και για τους ανοήτους. Ο καθένας από μας μπορεί να ενταχθεί σε οποιαδήποτε εκ των κατηγοριών αυτών σε διαφορετικές στιγμές ή από διαφορετικούς ανθρώπους, και δεν μπορεί τα δημόσια δικαιώματά μας να εξαρτώνται από αυτή την κατάταξη.

Και εκεί που δεν υπήρξε πλειοδοσία, πάντως, υπήρξε τακτική Πόντιου Πιλάτου. Στη μόνη ανάρτηση –εξ όσων γνωρίζω- η οποία διαφοροποιείται από αυτό το κλίμα ηθικού πανικού, το όλο περιστατικό εισάγεται εξ αρχής υποτιμητικά ως «μια άνευ αντικειμένου διαμάχη στο ελληνικό διαδίκτυο». Το δημοσίευμα στη συνέχεια αναφέρει τις ιδιότητες που αποδόθηκαν στο Σολωμό και τις κηρύσσει αδιάφορες, με τέσσερα απανωτά «Και λοιπόν;».

Ισχυρίζομαι ότι αυτή η τακτική «ενεργητικής αδιαφορίας» είναι κακή συμβουλή. Είναι αποτέλεσμα φόβου, και έχει ως αποτέλεσμα να μας περιορίζει σε αμηχανία και αδράνεια. Κάποιοι φοβούνται να μιλήσουν «για να μην μας ταυτίσουν με τον Μπογδάνο», άλλοι φοβούνται να μιλήσουν για να μην «ασχοληθούν μαζί του και τον κάνουν μάγκα», εφόσον «αυτό επιδιώκει». Έτσι, τελικά οι μόνοι που μιλάν είναι οι εκφραστές διαφόρων εκδοχών της αυτο-αποικιοποίησης που συνεπάγεται η ευρωκεντρική συγκρότηση του ελληνικού έθνους. Διότι αυτό είναι το διακύβευμα αυτής της διαμάχης. Η οποία λοιπόν δεν είναι καθόλου «άνευ αντικειμένου» ούτε περιορίζεται στο διαδίκτυο, αλλά διεξαγόταν ήδη από την εποχή του Σολωμού, και παλιότερα.

Αν το θέσουμε σε αυτό το πλαίσιο, έχουμε αρκετά να πούμε χωρίς να κινδυνεύουμε να μας «καταπιεί» κανένας άλλος λόγος. Κατά πρώτον: μπορεί όντως κάποιος να λέει κάτι για να προκαλέσει, και μπορεί αυτό που λέει να μην έχει καθαυτό κάποια ιδιαίτερη σημασία. Αλλά το σημαντικό ερώτημα είναι: γιατί τόσοι πολλοί πράγματι προκαλούνται από κάτι «ασήμαντο»; Προφανώς επειδή για αυτούς έχει σημασία, και η σημασία αυτή είναι ένα κοινωνικό και όχι ιδιωτικό φαινόμενο. Παράγεται από μία κοινωνική μηχανή φαλλογοκεντρικής νοηματοδοσίας, κατά την οποία κάποιες ιδιότητες είναι απαράδεκτο να χαρακτηρίζουν τους πατέρες του έθνους.

Αλλά και ο «προκλητικός» λόγος του Μπογδάνου στις ίδιες ευρωκεντρικές προκείμενες βασίζεται. Αυτό αποτελεί έκφραση όχι κάποιας εγελιανής «διαλεκτικής αντιστροφής» και κάποιας κατοπτρικής σχέσης κυρίου και δούλου, αλλά του ανταγωνιστικού διχασμού, της διχογνωμίας (dissensus) που χαρακτηρίζει συστατικά το εθνικό υποκείμενο από κατασκευής του. Η απάντησή του στον δήμαρχο ξεχειλίζει από την ανωτερότητα του αυτοθεωρούμενου ως πολιτισμένου αποικιοκράτη απέναντι στους άξεστους ιθαγενείς. Δεν τους αποκαλεί βέβαια έτσι. Αλλά τους αποκαλεί αμόρφωτους, φυσικά λαϊκιστές (ο όρος-πασπαρτού εθνολαϊκιστής δεν υπάρχει ως τέτοιος, αλλά υπάρχει παντού το νόημά του), «πρόβατα», «τομάρια που παριστάνουν τις θιγμένες κορασίδες», «αγράμματους γκασμάδες» που είναι «ανίκανοι να συγκινηθούν από την τέχνη» κ.ο.κ. Όλη την γκάμα των χαρακτηρισμών δηλαδή από το οπλοστάσιο του μίσους για τη δημοκρατία που κατευθύνει το λόγο της αντιπολίτευσης στον λόγο-μη λόγο των μαζών, από την εποχή των Αγανακτισμένων και έπειτα. Το γεγονός δε ότι γράφει με σκοπό να προκαλέσει, τον οδηγεί να εκφράζει αυτή την αυτο-αποικιοποίηση με ανοιχτά ρατσιστικές διατυπώσεις, όπως μογγολικές ορδές (!) και οθωμανέλληνες.

Η αφ’ υψηλού αφωνία απέναντι στη διαμάχη αυτή οφείλεται μάλλον στο ότι κατά βάθος όλοι συμμερίζονται τη μία ή την άλλη εκδοχή της αυτο-αποικιοποίησης –ή διστάζουν να διαφοροποιηθούν ανοιχτά απ’ αυτή, ιδίως σε εποχές γενικευμένης ισλαμοφοβίας. Δεν υπάρχουν πολλοί που να μη συμμερίζονται το κοινό αξίωμα του Μπογδάνου και των –πράγματι φασιστών- επικριτών του ότι οι Μογγόλοι και οι Οθωμανοί είναι συνώνυμα της βαρβαρότητας και της καθυστέρησης.

Έτσι, οι μόνοι που είμαστε σε θέση να δούμε πόσο βάρβαρη και ανιστόρητη είναι αυτή η ομόθυμη αυτο-αποικιοποίηση, και να φρίξουμε με αυτή, μάλλον είμαστε εμείς οι έποικοι. Εμείς που υπήρξαμε πραγματικά Οθωμανέλληνες πριν από δυο γενιές, και δεν έχουμε κανένα λόγο να ντρεπόμαστε γι’ αυτό. Όπως επίσης, για διαφορετικούς λόγους, αυτοί που υπήρξαν –και εξακολουθούν να είναι- πραγματικά ιθαγενείς στα μέρη τα οποία εποικίσαμε, και που επίσης δεν έχουν κανένα λόγο να ντρέπονται για την ιθαγενικότητά τους. Ας πούμε, οι Μακεδόνες και οι Τούρκοι της Θράκης.

Ίσως λοιπόν αυτοί –και εμείς- να είναι καλύτερα σε θέση να επικοινωνήσουν με την ελευθεριά, ακόμη και αν αυτή δεν είναι με τη στενή έννοια βγαλμένη από τα κόκκαλα των Ελλήνων. Μια έννοια η οποία απουσιάζει κραυγαλέα από το λόγο τόσο των «γιδιών» όσο και του διαφωτισμένου επικριτή τους.

Tourkiko-mouseio-varvarothtas

3 comments
  1. aftercrisis said:

    Συζήτηση με πολύ λίγο νόημα όταν περιορίζεται σε καθαρές ιδεολογίες. Και άλλοι – γείτονες – υπήρξαν Οθωμανοβούλγαροι, Οθομανορουμάνοι, Οθομανοσέρβοι κοκ, (ίσως και «ερωτεύτηκαν» τη διαφορά τους ευρωκεντρικές ), αλλά δεν κάνουν έτσι.
    Κάποτε, εκτός από ιδεολογίες, πρέπει να μιλήσουμε για πιο υλικά και θεσμικά πράγματα. Π.χ. για δημόσια σφαίρα.
    Στην οποία πως συμμετέχουν άραγε, αυτές οι θεσμικές οντότητες που καταλαμβάνουν τον ρόλο της Δεξιάς, της Αριστεράς, Κέντρου στην Ελλάδα – και έτσι αποκαλούνται; Δεν το βλέπουμε;
    Δεν βλέπουμε, π.χ., πως ανατροφοδότησε την ανορθολογική «εθνική» έξαρση το απολιτικό «αντιμνημονιακό» ιδεολόγημα των σημερινών κυβερνώντων κομμάτων; Το πρόβλημα βέβαια, δεν εντοπίζεται μόνον στα σημερινά κόμματα σε καιρό κρίσης. Όλα αυτά έχουν ιστορία.
    Υπ’ αυτό το πρίσμα, θα χρειαστεί ίσως να ξεχάσουμε για λίγο τις ιδεολογίες περί «ευρωκεντρισμού» (υπεκφυγή είναι, άν όχι ψευδής συνείδηση) και να μιλήσουμε για αποτυχημένο κράτος (failed state). Αποτυχημένο όχι ως προς τη διάσταση του χώρου, όπως π.χ. είναι οι Υποσαχάριες «Δημοκρατίες». Αλλά ως προς τη διάσταση του χρόνου. Πολιτεία που δεν μπορεί να αναστοχαστει και να διαχειριστεί ορθολογικά τη διάρκειά της στο χρόνο ακόμη και πέρα από την (προφανή) αποτυχία ως οικονομία. Δηλαδή, ούτε καν ως ιστορία ενός αστικού εθνικού κράτους.

  2. aftercrisis said:

    Διόρθωση: …ίσως και οι Οθωμανοβούλγαροι, Οθομανορουμάνοι, Οθομανοσέρβοι κοκ «ερωτεύτηκαν» και αυτοί τη διαφορά τους από τους «ευρωκεντριστές».

    Για την έννοια του αποτυχημένου κράτους ως προς τη διάσταση του χρόνου, βλ. Claus Offe, Ακυβερνησία, ενδογενής θεσμική ανεπάρκεια, κράτη αποτυχημένα είτε στο χώρο, είτε στο χρόνο.
    http://aftercrisisblog.blogspot.gr/2015/10/blog-post_16.html

  3. A.Γ. said:

    Δεν ξέρω ποιους ακριβώς εννοείτε ως «Οθωμανοβούλγαρους, Οθομανορουμάνους, Οθομανοσέρβους κοκ». Στο παραπάνω κείμενο, η λέξη «Οθωμανοέλληνες» χρησιμοποιείται με μία πολύ συγκεκριμένη σημασία: δηλώνει τους απογόνους των Ρωμιών της Μικράς Ασίας που «ανταλλάχθηκαν» με τη συνθήκη της Λωζάνης. Όπως υπογραμμίζεται και από την παραπομπή στο βιβλίο μου.
    Δεν πρόκειται λοιπόν για ιδεολογία, είτε «καθαρή» είτε βρώμικη. Ούτε υπάρχει καμία αντιδιαστολή προς τους «ευρωκεντριστές».
    Εξ όσων γνωρίζω, παρόμοια ανταλλαγή δεν υπήρξε ούτε για τη Βουλγαρία, ούτε για τη Ρουμανία, ούτε για τη Σερβία.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: