Οι «Έλληνες ράστα» και η εθνοκάθαρση του Μέτοικου από τον Μουστακί στον Νταλάρα

του Άκη Γαβριηλίδη

Πρόσφατα, άκουσα τυχαία μια διασκευή του παλαίμαχου Αφρικανού τραγουδιστή της ρέγκε Άλφα Μπλόντυ στο τραγούδι Le Métèque του Ζωρζ Μουστακί. Η διασκευή αφορούσε όχι μόνο τη μουσική, αλλά και τους στίχους: σε ένα σημείο –ή μάλλον σε αρκετά σημεία, γιατί ο στίχος επαναλαμβάνεται- ακούγεται η φράση «de rasta Grec».

Ο ασυνήθιστος αυτός συνδυασμός ουσιαστικού και επιθέτου, που κανείς Έλληνας καλλιτέχνης δεν τόλμησε, με παρακίνησε να ψάξω το πρωτότυπο. Προσωπικά, ήξερα το τραγούδι αυτό μόνο από την ελληνική του διασκευή της δεκαετίας του 70, που είχε τραγουδήσει ο Γιώργος Νταλάρας. Στη διασκευή αυτή, τους στίχους είχε γράψει ο ποιητής Δημήτρης Χριστοδούλου, ο οποίος ως στιχουργός είχε αξιόλογη συμβολή σε αυτό που αποκλήθηκε «έντεχνο λαϊκό τραγούδι» (συνεργασίες με Θεοδωράκη, Λοΐζο, Πλέσσα, Κόκκοτο) αλλά και στο καθαυτό λαϊκό, εφόσον έγραψε στίχους και για τον Γιώργο Ζαμπέτα. Ο Χριστοδούλου λοιπόν είχε αναλάβει σχεδόν αποκλειστικά και τις διασκευές των τραγουδιών του Μουστακί στα ελληνικά, (είχε βγει και ολόκληρος δίσκος με τέτοιες διασκευές, όπου τραγουδούσε ο Αντώνης Καλογιάννης), και σε αυτές κατέβαλλε ιδιαίτερη μέριμνα ώστε οι ελληνικοί στίχοι να είναι όσο το δυνατόν πιστή απόδοση των γαλλικών, αν όχι στο γράμμα τουλάχιστο στο πνεύμα. Π.χ.: La Méditerranée – Η Μεσόγειος, Ma Solitude – Μοναξιά, La mer m’ a donné – Η θάλασσα μου ‘πε …

Ακριβώς γι’ αυτό, διαβάζοντας σήμερα τους γαλλικούς στίχους του «Μετοίκου» μου έκανε εντύπωση η απόσταση που χωρίζει τη γαλλική από την ελληνική εκδοχή.

Την απόσταση αυτή δεν θα ήταν νομίζω άστοχο να την χαρακτηρίζαμε ως μια μικρή γλωσσική εθνοκάθαρση.

Πρώτα απ’ όλα, η ίδια η επιλογή του τίτλου έχει ένα σημασιολογικό βάρος το οποίο έχει τελείως εξαφανιστεί στην ελληνική εκδοχή.

Οι μέτοικοι, στην αρχαία Αθήνα, ήταν νομικοπολιτική κατηγορία η οποία χονδρικά ήταν λίγο κάτω από τους ελεύθερους πολίτες και λίγο πάνω από τους δούλους. Ο αιγυπτιοελληνοεβραίος μέτοικος στη Γαλλία Ζωρζ Μουστακί, επιλέγοντας το συγκεκριμένο αυτοχαρακτηρισμό στην μορφή με την οποία όντως υπάρχει και χρησιμοποιείται σήμερα στη γαλλική γλώσσα, κάνει μια σαφή δήλωση (αυτή άλλωστε προφανώς συγκίνησε μετά από τόσες δεκαετίες τον καλλιτέχνη από την Côte d’Ivoire/ Ακτή Ελεφαντοστού ώστε να επιλέξει να διασκευάσει το συγκεκριμένο τραγούδι). Έτσι, στο πρωτότυπο ο τραγουδοποιός μπορεί να μην μιλούσε βέβαια για Έλληνες ράστα, μιλούσε όμως για Έλληνες βοσκούς (pâtre)· για την ακρίβεια, απέδιδε στον εαυτό του, και στη «μούρη» του (gueule), χαρακτηριστικά «Έλληνα βοσκού». Όχι όμως μόνο αυτού: επίσης χαρακτηριστικά περιπλανώμενου Ιουδαίου (de Juif errant).

Στην εκδοχή τού Χριστοδούλου, τόσο η νομικοπολιτική όσο και η εθνοτική αναφορά παραλείπεται τελείως. Μαζί μ’ αυτές, όμως, έχουν «διορθωθεί» και μια σειρά από άλλες αναφορές σε πρακτικές του υποκειμένου που μιλάει και «αυτοβιογραφείται» μέσα στο τραγούδι, σε τέτοιο βαθμό που να πρόκειται πλέον για ένα άλλο υποκείμενο, και ο ίδιος ο τίτλος του τραγουδιού να ηχεί κενό γράμμα στην ελληνική εκδοχή· ένα γράμμα που επιλέχθηκε απλώς για να αντιστοιχεί στο πρωτότυπο, και ενδεχομένως να κλείνει το μάτι στη νεοελληνική αυταρέσκεια για την επίδραση της «τελειότερης γλώσσας του κόσμου» στις άλλες ευρωπαϊκές, αλλά να μην έχει ιδιαίτερη σχέση με το περιεχόμενο των στίχων.

Ασφαλώς, δεν αποτελεί παράπτωμα για έναν καλλιτέχνη να μην παραμείνει πιστός σε κάποιο πρωτότυπο (ακόμη και όταν ο ίδιος αφήνει να νοηθεί ότι παρέμεινε). Είναι όμως θεμιτό, και ενδέχεται να προσφέρεται για εξαγωγή ενδιαφερόντων συμπερασμάτων, να εξετάσουμε σε τι, πώς και γιατί απομακρύνθηκε απ’ αυτό.

Ούτε είναι εν προκειμένω στις προθέσεις μου να θεοποιήσω την εκδοχή του Μουστακί. Η υποκειμενικότητα που αναδύεται από την οιονεί βιογραφική του αφήγηση αντιστοιχεί στην ρομαντικής καταγωγής εικόνα του «καταραμένου καλλιτέχνη», φορέα μιας αδέσμευτης αρρενωπότητας που περιπλανιέται εδώ κι εκεί χωρίς να γνωρίζει φραγμούς. Παρόλα αυτά, όμως, ή γι’ αυτό ακριβώς, το υποκείμενο αυτό τουλάχιστον αναλαμβάνει το βάρος της επιθετικότητάς του, αναγνωρίζει ότι έβλαψε άλλους ανθρώπους, προκάλεσε πόνο («mon cœur, qui a su faire souffrir autant qu’il a souffert …»). Εκτός από το métèque, το υποκείμενο που μιλάει σε πρώτο πρόσωπο στους στίχους αποδίδει στον εαυτό του τουλάχιστον τέσσερις άλλους όρους οι οποίοι συνδέονται με την αρπαγή, την κλοπή (maraudeur, rôdeur, voleur και vagabond), παραδέχεται ότι τα χέρια του «λεηλάτησαν πολλούς κήπους», το στόμα του «φίλησε όσο και δάγκωσε» και ότι γενικά η ψυχή του «δεν έχει πλέον καμία ελπίδα να αποφύγει το καθαρτήριο».

Αντιθέτως, ο πρωταγωνιστής στην εκτέλεση του Νταλάρα είναι κάτι σαν τον Ιησού Χριστό. Ή σαν τον Καζαντζίδη, που είναι περίπου το ίδιο (χωρίς την εβραϊκή καταγωγή). Πρόκειται για ένα άκακο αρνάκι, το οποίο υποφέρει χωρίς να έχει πειράξει κανέναν και χωρίς να φταίει σε τίποτα. Η περιπλάνησή του είναι μόνο δυστυχία, κατάρα θα έλεγε κανείς· δεν έχει κανένα στοιχείο αυτονομίας και ίδϊας επιθυμίας. Είναι μια μοναχική πορεία στην οποία δεν συνδέεται με κανέναν άλλο άνθρωπο, είτε αρνητικά είτε θετικά –παρά μόνο με τα στοιχεία της φύσης («τη βροχή στους ώμους», «τον ήλιο το σκληρό», «πάλεψα με το κύμα» … εξάλλου και ο ίδιος παραλληλίζει τον εαυτό του με σύννεφο ήδη στον πρώτο στίχο). Το «σύννεφο» αυτό ούτε λεηλατεί, ούτε δαγκώνει, ούτε φιλάει, ούτε φυσικά –κατά μείζονα λόγο- «κυνηγάει οτιδήποτε φοράει φούστα [tout ce qui portait jupon]». Η καρδιά του είναι «μια πληγή», και το μόνο του όνειρο είναι η αποκατάσταση του ρομαντικού έρωτα, φυσικά σε πλαίσια μονογαμικότητας· ένα όνειρο το οποίο του το στέρησαν, άγνωστο ποιοι και γιατί («μου τα πήρανε μαζί/ το όνειρο και την αυγή»).

Αυτό που αλλάζει λοιπόν από τη γαλλική στην ελληνική εκδοχή, είναι ότι απομακρύνονται σχολαστικά, ένα προς ένα, όλα τα στοιχεία που παραπέμπουν σε αταξία, σε ανυπακοή, σε έξοδο από την ετερο/ελληνοκανονιστικότητα, σε απεδαφικοποίηση. Ο «Μέτοικος» του Νταλάρα δεν είναι ουσιαστικά μέτοικος, είναι απλώς ένας δυστυχισμένος «μετανάστης» (με την αποκλειστικά αρνητική έννοια που νοούνταν τότε, και νοείται και τώρα, ο όρος αυτός στην ελληνική κοινωνία και στο ελληνικό τραγούδι ειδικότερα –πρβλ. το τραγούδι με αυτόν τον τίλο, «Μετανάστης», που έγραψε ακριβώς ο Χριστοδούλου μαζί με τον Θεοδωράκη, και στο οποίο ο πρωταγωνιστής μετράει βράχο βράχο τον καημό του και πονεί).

Από αυτή την άποψη, μία άμεση καταγωγή για αυτόν τον τύπο κοινωνικο-ποιητικο-τραγουδιστικής υποκειμενικότητας είναι φυσικά το μοντέλο τού «Άξιον Εστί» των Ελύτη-Θεοδωράκη, και ειδικότερα το πρόσωπο που κατασκευάζει εκεί ο ποιητής-προφήτης υπό την ονομασία «ο λαός μου»: ένα πρόσωπο το οποίο είναι πλήρως αθώο, τα κάνει όλα όπως επιβάλλουν οι αρχές της πίστης, της ιθαγένειας, του αίματος και του χώματος, αλλά παρόλα αυτά πάντα του κλέβουν την απόλαυση. Ένα μοντέλο του οποίου η γοητεία και η απήχηση δεν εξαντλείται στη δεκαετία του 60, ούτε του 70 …

gueule de rasta Grec?

gueule de rasta Grec?

1 comment

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: