Έκανε όντως λάθος η Ραχήλ Μακρή για τον ELA;

του Άκη Γαβριηλίδη

 

Και αν έκανε, ήταν το λάθος αυτό τόσο ολέθριο ώστε να χρειάζεται τόση –και τέτοια- παραγωγή λόγου για να διορθωθεί;

Στην ατέλειωτη σειρά των απορριπτικών και συχνά –ακριβώς- ειρωνικών εις βάρος της σχολίων ιδίως στα κοινωνικά μέσα, είναι πολύ ορατό ένα στοιχείο απόλαυσης, μια ηδονή της εκμηδένισης την οποία δεν είναι από μόνη της ικανή να κινητοποιήσει η απλή διάκριση αλήθειας/ σφάλματος. Οι αντιδράσεις αυτές θα πρέπει να αποτελούν εκδήλωση όχι της μέριμνας για επιστημονική ακρίβεια, αλλά ενός πάθους.

Το πάθος αυτό είναι φυσικά το μίσος για τις πλατείες.

Και όταν μιλάω για τις πλατείες, προφανώς δεν εννοώ τα τσιμέντα και τα παγκάκια: εννοώ το πλήθος που ήταν μαζεμένο εκεί πριν από δυο-τρία χρόνια, και το πλήθος γενικά. Πρόκειται για συνεκδοχή, όπως λένε οι φιλόλογοι (το περιέχον αντί του περιεχομένου).

Μόλις πριν λίγες μέρες γράφαμε ότι η στιγμή των «πλατειών» (με την παραπάνω έννοια) προκαλεί μια δυσανεξία στην οποία συμπίπτουν όλοι οι εκφραστές του αντιδραστικού μοντερνισμού στην Ελλάδα, καθότι σηματοδότησε ένα ρήγμα στο Συμβολικό, στην κυρίαρχη (εκσυγχρονιστική) αφήγηση με την οποία συνήθως σκεφτόμαστε και εξηγούμε την πολιτική στην Ελλάδα και (τη σχέση της με) την Ευρώπη· γι’ αυτό συνιστά έκτοτε την «κρυμμένη αιτία», τη μηχανή που παράγει ουσιαστικά όλους τους λόγους περί πολιτικής μολονότι δεν εμφανίζεται ρητά στο περιεχόμενό τους.

Η Ραχήλ Μακρή λοιπόν, ή μάλλον η δήλωσή της ότι «είναι δυνατό να τυπωθούν 100 δις ευρώ μέσω προσφυγής στον ELA», χρησίμευσε ως ακόμη μια ευκαιρία για την τελετουργική εκτύλιξη αυτών των λόγων που προσπαθούν διαρκώς –και ανεπιτυχώς- να συμβολοποιήσουν και έτσι να κλείσουν το τραύμα των πλατειών. Και αυτό διότι προσφέρεται ως ιδανικό υλικό για άλλη μια συνεκδοχή-προσωποποίηση της ενοχλητικής ανάδυσης του πλήθους, του «μέρους εκείνων που δεν έχουν κανένα μέρος»· και μάλιστα κατά δύο τουλάχιστον τρόπους: α) καθόσον ενσαρκώνει την ίδια την αστάθεια, τη μετακίνηση, τη ρευστότητα[1] και έτσι διαταράσσει την αστυνομική σταθερότητα των πολιτικών ταυτοτήτων· β) καθόσον εκδηλώνει «φλυαρία και περιέργεια»: ενσαρκώνει το θράσος του αδαούς να θέλει να μιλήσει για κάτι που «δεν ξέρει» και για το οποίο καλά θα κάνει να το βουλώνει, ή τουλάχιστο να «πάει να ανοίξει κανένα βιβλίο».

safe_image

 

Τι όμως θα διάβαζε η Μακρή αν πήγαινε και άνοιγε το υποθετικό αυτό βιβλίο που της υποδεικνύεται από νυν και πρώην φίλους και εχθρούς; Ποια είναι η γνώση που θα αποκόμιζε και την οποία τώρα στερείται;

Είναι η γνώση ότι οι κανόνες της οικονομίας, του διεθνούς δικαίου και της διοίκησης είναι δεδομένοι, είναι απλώς έτσι, και εμείς δεν έχουμε παρά να κόψουμε το λαιμό μας και να προσαρμοστούμε· δεν μπορούμε να λέμε και να κάνουμε ό,τι μας καπνίσει. Ιt’s the economy, stupid, και αφού είναι η οικονομία, εμείς οι υπόλοιποι που δεν είμαστε η οικονομία πρέπει να σιωπούμε.

Μήπως όμως είμαστε η οικονομία και δεν το ξέρουμε;

Ίσως η δήλωση της Μακρή να «ξέρει» περισσότερα απ’ όσα εκείνοι που μιλούν ως «υποκείμενα που υποτίθεται ότι γνωρίζουν» [sujets présumés savoir] και την εγκαλούν για άγνοια. Ή μάλλον, ίσως να ξέρει ότι δεν υπάρχει τίποτε να γνωρίζει κανείς, διότι η πολιτική δεν είναι ζήτημα «αλήθειας», όπως λέει και το Podemos, δηλαδή αντιστοίχισης των λεγομένων μας με κάποια ανεξάρτητη εξωτερική νομοτέλεια, αλλά ζήτημα επιτελεστικότητας. Και η οικονομία επίσης, στο βαθμό που είναι και αυτή πολιτική.

Αυτό λοιπόν που δεν λαμβάνουν υπόψη τους τα υποκείμενα που υποτίθεται ότι γνωρίζουν είναι η αυτόνομη παραγωγικότητα της γλώσσας, η οποία δεν είναι μόνο ένα εργαλείο περιγραφής τής «οικονομίας» ως συνόλου απαρέγκλιτων κανονικοτήτων, αλλά και προϋπόθεσή της. Πράγμα που σημαίνει, όχι βέβαια ότι στην οικονομία «μπορούμε να λέμε και να κάνουμε ό,τι θέλουμε» ανά πάσα στιγμή, αλλά ότι, ορισμένες τουλάχιστον στιγμές, εάν πούμε ορισμένα πράγματα μπορούμε με αυτό και μόνο να τα επιφέρουμε ως υλικά αποτελέσματα –ή ίσως όχι αυτά ακριβώς, αλλά πάντως να επιφέρουμε αποτελέσματα. Επειδή ό,τι λέμε επηρεάζει τη συμπεριφορά των άλλων δρώντων, και άρα μεταβάλλει την υποτιθέμενη «αντικειμενική πραγματικότητα»[2].

Για παράδειγμα, πριν από πέντε-έξι μήνες, εάν κάποιος έλεγε ότι «το ελληνικό χρέος είναι αδύνατο να ξεπληρωθεί», θα αντιμετωπιζόταν με την ίδια ομοβροντία απόρριψης και διακωμώδησης. Σήμερα όμως αυτό το γράφουν οι Νιου Γιορκ Τάιμς, το Σπήγκελ και η Λιμπερασιόν. Όχι επειδή άλλαξαν τα «απαράκαμπτα δεδομένα της οικονομίας», αλλά επειδή προέκυψε μια ενδεχομενική εξέλιξη στην πολιτική –η πιθανότητα μιας κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ- η οποία κατέστη εξίσου απαράκαμπτη και ανάγκασε όλους τους παραπάνω, και πολλούς άλλους, να αναπροσαρμόσουν το λόγο τους.

 

Αυτός ο γλωσσικός-επιτελεστικός χαρακτήρας ισχύει επίσης, αν όχι κυρίως, όσον αφορά το χρήμα και τη διαχείρισή του.

Τεχνικά μιλώντας, ο ισχυρισμός περί «εκτύπωσης ευρώ» είναι πράγματι ανακριβής, διότι όντως κανείς δεν πρόκειται κατά κυριολεξία να «τυπώσει» χρήμα με κάποια πρέσα πάνω σε ένα κομμάτι χαρτί.

Ακριβώς όμως γι’ αυτό, δηλαδή ακριβώς επειδή το χρήμα δεν είναι μέταλλα ή χαρτιά αλλά εμπιστοσύνη, αυτή η έστω εσφαλμένη –ή μήπως απλώς μεταφορική;- διατύπωση, πέρα από την όποια σχέση της με την «αλήθεια», θα μπορούσε και θα άξιζε να εξεταστεί από την οπτική της σχέσης της με τη φαντασία. Κάθε πολιτική (και η οικονομία ως πολιτική) αντιστοιχεί σε μία φαντασίωση, προκύπτει από από μία επιθυμία (ή περισσότερες), και όχι από μία ουδέτερη έκθεση περί του πώς έχουν τα πράγματα.

Η υπενθύμιση λοιπόν για τη δυνατότητα έκδοσης νέου χρήματος, έστω και αν δεν εκφράζει την «αλήθεια», ωστόσο εκφράζει ένα θετικό πάθος, μια σκέψη/ επιθυμία που διανοίγει την πολιτική φαντασία. Μας επιτρέπει να σκεφτούμε την οικονομία όχι ως αόρατο χέρι, αλλά ως επίδικο ζήτημα ανοιχτό στην ενδεχομενικότητα, τη διαβούλευση και το μετασχηματισμό. Με τον τρόπο αυτό, διευρύνει ταυτόχρονα τον κύκλο όσων δικαιούνται να μιλάνε (και να ακούν) γι’ αυτήν, ώστε να περιλαμβάνει όλους και όλες, όχι μόνο όσους ήδη συμμερίζονται ένα συνολικό πολιτικό/ θεωρητικό πρόταγμα και μια αντίστοιχη εδραιωμένη πολιτική ταυτότητα.

 

Είναι λοιπόν αδικαιολόγητος ο φόβος ότι με τέτοιες δηλώσεις η Μακρή μεταφέρει στο κόμμα που την «πήρε» μια νοοτροπία ψεκασμένη, συνωμοσιολογική, νοσταλγική για το παρελθόν, και έτσι απειλεί να μολύνει την καθαρότητά του. Η αναφορά, ακριβώς, στο μηχανισμό ELA, ακόμη –επαναλαμβάνω- και αν τεχνικά δεν ευσταθεί, πάντως φαντασιωσικά δεν εκφράζει καμία νοσταλγία για κάποια απόλαυση που είχαμε στο παρελθόν και χάσαμε. Ούτε άλλωστε αναφέρεται σε κανέναν αρχαίο πρόγονο ή σε κάποιον εθνικό απομονωτισμό και εξαίρεση: αναφέρεται σε μηχανισμούς τής ΕΕ, αυτούς που χρησιμοποιούν όλοι, και εκφράζει την επιθυμία να τους χρησιμοποιήσουμε και εμείς μεταστρέφοντάς τους σε μια άλλη κατεύθυνση για επινοήσουμε κάτι νέο, που πριν δεν υπήρχε.

Ο επιθυμητικός αυτός προσανατολισμός είναι απολύτως έγκυρος, υγιής και χρήσιμος· διευκολύνει τη φαντασία των ανθρώπων να λειτουργήσει με βάση τα θετικά πάθη, με βάση όσα αυτοί μπορούν από κοινού και όχι με βάση την αδυναμία τους, και έτσι ενδεχομένως να οδηγηθούν στις κοινές έννοιες. Όσοι κρίνουν –θεμιτά- ότι η συγκεκριμένη επινόηση δεν είναι πρόσφορη από πρακτική άποψη, θα ήταν χρησιμότερο να προτείνουν εναλλακτικά –ή παράλληλα- τη δική τους καλύτερη επινόηση, και όχι να λογοκρίνουν ή να διασύρουν την πρώτη.

[1] Από αυτή την άποψη, είναι χαρακτηριστικό το σχετικό σχόλιο του Καμμένου: «θα έπρεπε να σκεφτούνε πριν την πάρουν την κυρία Μακρή, με αυτές τις υπερβολές τις οποίες (…) έλεγε και στο παρελθόν». Στο οποίο αποτυπώνεται καθαρά η ενόχληση για το γεγονός ότι ένα κοινοβουλευτικό κόμμα «πήρε» την Μακρή (δηλαδή, συνεκδοχικά, επέτρεψε στο πλήθος ως άστατο και ρευστό, «θηλυκό» στοιχείο να εισβάλει στο πεδίο της αντιπροσώπευσης), καθώς επίσης και για τη διάσταση της υπερβολής, της υπερχείλισης, της παρέκκλισης που χαρακτηρίζει τους εισβολείς, για το οποίο διαρκώς θα «πρέπει να απολογείται» κανείς.

[2] Μερικές τουλάχιστον από τις επικρίσεις είναι διατυπωμένες κατά τέτοιο τρόπο που με κάνουν να υποψιάζομαι ότι οι ενδιαφερόμενοι αντιδρούν έτσι ακριβώς επειδή λαμβάνουν υπόψη αυτή την επιτελεστική δράση, και όχι επειδή την αγνοούν. Δεν εννοούν δηλαδή «μην το λες αυτό γιατί είναι άκυρο», αλλά εννοούν «μην το λες αυτό γιατί είναι άκαιρο, θα ήταν καλύτερα να ειπωθεί αργότερα για να έχει μεγαλύτερη αποτελεσματικότητα· αν το πούμε από τώρα το ‘καίμε’». Εκτός βέβαια και αν εκφράζουν απλώς φόβο (διότι η δική τους πολιτική επιθυμία είναι η συνέχιση της παρούσας κατάστασης και όχι ο μετασχηματισμός της).

2 comments
  1. Omadeon said:

    Τελευταία δίνεις ρέστα Ακη…

    ΤΙ να πω?

    Αν κανείς μούλεγε ότι έγραψες τέτοιο άρθρο πριν μερικά χρόνια θάλεγα «αποκλείεται»…
    Αντίθετα, θα περίμενε κανείς να έγραφες σχεδόν τα αντίθετα.

  2. Α.Γ. said:

    Ε! πριν μερικά χρόνια, αν μας λέγανε ότι το ΠΑΣΟΚ παλεύει να μπει στη βουλή και ο ΣΥΡΙΖΑ πάει για αυτοδυναμία, το ίδιο θα λέγαμε …

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: