Χρέος, χρόνος, κληρονομία: το δώρο στον Τεντέν και στον Ντερριντά

 του Tom McCarthy[i]

Αντιγραφή, απομίμηση, «μετάδοση»: τα θέματα αυτά, που αφορούν τον Ερζέ εξίσου όσο και τον Μπαλζάκ, έρχονται στο επίκεντρο μόλις τεθεί το ερώτημα της προέλευσης του χρήματος. Και η προέλευση αυτή, και για τους δύο, συνδέεται με διακεκομμένες ή συσκοτισμένες οικογενειακές δομές. Για τον Ερζέ αυτό αναπτύσσεται αργά, μέσα από αρκετούς τόμους. Στη Ρωσία έχουμε ψεύτικα εργοστάσια και κρατική ιδιοποίηση του πλούτου (αυτό που φυλάνε τα «φαντάσματα» του γραμμοφώνου είναι ένα μυστικό καταφύγιο γεμάτο με τους θησαυρούς που ο Λένιν, ο Τρότσκι και ο Στάλιν έχουν κλέψει από το λαό), στην Αμερική ψεύτικους αστυνομικούς, απομιμήσεις κάστρων και τράπεζες που ξεπηδάνε σε μια νύχτα καθώς ο πλούτος αναβλύζει από το έδαφος για να τον ιδιοποιηθούν οι μεγάλες επιχειρήσεις (οι εταιρίες πετρελαίου που πετάνε τους Ινδιάνους έξω από τα εδάφη τους για να τα εκμεταλλευτούν). Αν στο Σπασμένο Αυτί η πράξη της πλαστογράφησης φέρνει χρήμα φαινομενικά στον κλέφτη –και σε αυτούς που λήστεψαν τον κλέφτη- και στην πραγματικότητα στον αδελφό του, στο επόμενο άλμπουμ, την Μαύρη Νήσο (το οποίο ο Ερζέ αρχικά σκόπευε να τιτλοφορήσει Les Faux-Monnayeurs, «Οι παραχαράκτες»], το ίδιο το χρήμα είναι πλαστό, τυπωμένο παράνομα με μια μυστική πρέσα στη Σκοτία. Στο επόμενο, το Σκήπτρο του Οττοκάρ, είναι ψεύτικος ο αδελφός, ο οποίος κλέβει την ταυτότητα του δίδυμου αδελφού του, του Εκτόρ Αλαμπίκ, στο πλαίσιο μιας συνωμοσίας που αποσκοπεί να διακόψει τη γραμμή της διαδοχής στο θρόνο της Συλδαβίας, η οποία, όπως μας πληροφορεί το τουριστικό φυλλάδιο, είναι ήδη διακεκομμένη. Έπειτα, καθώς βρίσκεται επί τα ίχνη ψεύτικου χρήματος στο Καβούρι με τις Χρυσές Δαγκάνες, ο Τεντέν συναντά τον Χάντοκ, ο οποίος έχει μπερδεμένη καταγωγή· σύντομα, παραμερίζοντας ένα τσούρμο ψευδών απογόνων του Κόκκινου Ράκαμ που συνωστίζονται στο κατώφλι του καπετάνιου κραδαίνοντας αμφίβολης αξίας πίνακες με γενεαλογικά δέντρα, ξεκινάνε και οι δύο να ανακαλύψουν κλεμμένα χρήματα και καταλήγουν να ανακαλύψουν στην πορεία μια χαμένη περιουσία.

Ας κοιτάξουμε από πιο κοντά αυτά τα χρήματα, και γενικά το χρήμα –και το πλαστό χρήμα. Ο φιλόσοφος Ζακ Ντερριντά, στο βιβλίο του Given Time: 1. Counterfeit Money [πρωτότυπος τίτλος: Donner le temps. 1. La fausse monnaie], στρέφεται στην ετυμολογική ρίζα της λέξης οικονομία και βρίσκει ότι έχει δύο μέρη: οἶκος, που σημαίνει «σπίτι» στα ελληνικά, και νόμος, που σημαίνει νόμος. Αυτό το δεύτερο μέρος, τώρα, ο νόμος, χωρίζεται στους νόμους της διανομής (νέμειν) και της κατανομής (μοῖρα, το οποίο σημαίνει επίσης «μερίδιο» ή «πεπρωμένο»). Πέρα από τις αξίες του νόμου και του σπιτιού, της διανομής και της κατανομής, η οικονομία επίσης παραπέμπει στην «ιδέα της ανταλλαγής, της κυκλοφορίας, της επιστροφής». Αγαθά και προϊόντα ανταλλάσσονται και κυκλοφορούν, όπως και το ίδιο το χρήμα, και ρισκάροντας τα χρήματά τους οι άνθρωποι ελπίζουν ότι θα πάρουν πίσω άλλα τόσα, αν όχι περισσότερα. Σταθμίζοντας όλα αυτά, ο Ντερριντά αρχίζει να υποψιάζεται ότι «ο νόμος της οικονομίας είναι η –κυκλική- επιστροφή στο σημείο αναχώρησης, στην προέλευση, και επίσης στο σπίτι». Προσθέτοντας μια μυθική πινελιά, μιλάει για την «οδύσσεια» φύση της οικονομίας, αφήνοντας να νοηθεί ότι «η οἰκονομία θα ακολουθεί πάντα το μονοπάτι του Οδυσσέα» –του ομηρικού ήρωα που το πεπρωμένο ή η μοῖρα του υπαγόρευσε να ξεκινήσει μια περιπέτεια διάρκειας είκοσι χρόνων που θα έληγε με την επιστροφή του στο ίδιο του το παλάτι.

To κύκλωμα της Οδύσσειας, η ατραπός του Οδυσσέα: αυτή ακριβώς είναι και η ατραπός του Χάντοκ, ο βρόγχος τον οποίο ακολουθεί, το πεπρωμένο του. Γεννημένος αρκετές γενεές αργότερα από τότε που έγινε η μοιρασιά και κληροδοτήθηκαν τα μερίδια (ένα πλοίο σε κάθε γιο), και άλλες τόσες –συν μία- γενεές από τότε που έγινε μια άλλη, άκαρδη μοιρασιά –μια μοιρασιά που όμως άφησε τον πρόγονό του πλουσιότερο κατά ένα αρχοντικό σπιτικό-, ο Χάντοκ ξεκινά το γύρο του κόσμου μόνο και μόνο για να επιστρέψει στην αφετηρία, η οποία είναι η ίδια το σπιτικό. Το σπιτικό στο οποίο επιστρέφει δεν ήταν το ίδιο με αυτό που εκείνος είχε αφήσει, αλλά αυτό που είχαν αφήσει στον ιππότη Φρανσουά ντε Αντόκ –και που είχε αφήσει κι αυτός με τη σειρά του: το κύκλωμά του είναι δια-γενεακό. Και αυτό που τον στέλνει σε αυτή την ατραπό η οποία οδηγεί ξανά στο σπίτι είναι το χρήμα, ο θησαυρός (ένα σπίτι, μάλιστα, του οποίου ο θαλαμηπόλος έχει ένα όνομα βγαλμένο κατευθείαν μέσα από την Οδύσσεια του Ομήρου: Νέστωρ).

Για τον Ντερριντά, η οικονομία εγείρει ένα άλλο ερώτημα: το δώρο. Ως φαινόμενο που επίσης συνδέεται με την ανταλλαγή και την κυκλοφορία, το δώρο είναι δεμένο με τα οικονομικά συστήματα και ταυτόχρονα συνιστά μια αντίθεση προς αυτά τα συστήματα: το να δίνεις είναι αντίθετο προς το να πουλάς και να αγοράζεις –είναι «δωρεάν». Επιπλέον, η γλώσσα του δώρου βρίσκεται στην καρδιά των φιλοσοφικών και γενικών ιδεών μας, τόσο πολύ που το θεωρούμε πλέον δεδομένο και σχεδόν ποτέ δεν το προσέχουμε. Στα γερμανικά, για να πούμε ότι κάτι υπάρχει λέμε Es gibt, «αυτό δίνει»: Es gibt ein Mann, «υπάρχει ένας άνδρας», ή, για να παραθέσουμε τον μεγάλο φιλόσοφο Μάρτιν Χάιντεγκερ, Es gibt Sein, «το Είναι υπάρχει». Στα αγγλικά λέμε ότι κάτι ή κάποιος είναι «present», και ο ορίζοντας μέσα στον οποίο υπάρχουν είναι «the present»[1]. Η δομή τού δίδειν υποβαστάζει τόσο θεμελιωδώς τις κατηγορίες της σκέψης και της ύπαρξής μας, συμπεραίνει ο Ντερριντά, που δεν μπορούμε καν να πούμε κυριολεκτικά ότι ένα πρόσωπο ή υποκείμενο δίνει ένα δώρο σε ένα άλλο υποκείμενο: θα ήταν ορθότερο να πούμε ότι «υποκείμενο και αντικείμενο είναι σταματημένα αποτελέσματα, παγωμένες εικόνες του δώρου» –φιξ καρέ, ούτως ειπείν, παρμένα από τη θεμελιώδη κίνηση του δώρου, από την «μηδενική ή άπειρη ταχύτητα του κύκλου».

Τι δίνει το δώρο; Χρόνο. Στρεφόμενος προς τον ανθρωπολόγο Μαρσέλ Μως, ο οποίος μελέτησε φυλές της Μελανησίας και της Πολυνησίας και αυτό αποτέλεσε τη βάση για το βιβλίο του Το δώρο: μορφή και αιτία της ανταλλαγής σε αρχαϊκές κοινωνίες, ο Ντερριντά σημειώνει την παρατήρηση του Μως ότι «σε κάθε δυνατή μορφή κοινωνίας, είναι στη φύση ενός δώρου να επιβάλλει ένα υποχρεωτικό χρονικό όριο ή προθεσμία». Το δώρο, λέει ο Μως, υποχρεώνει, και αφού την υποχρέωση δεν μπορούμε να την εξοφλήσουμε ή να την ανταποδώσουμε αμέσως (εάν το κάναμε, το δώρο δεν θα ήταν δώρο αλλά απλώς θα αποτελούσε μέρος μιας κανονικής οικονομικής ανταλλαγής), εγκαθίσταται έτσι μία καθυστέρηση, μεσολαβεί ένα διάστημα οφειλής. Οφείλεται ευγνωμοσύνη, και το χρέος αυτό δεν πρέπει να ξεχαστεί: πρέπει να ξεπληρωθεί πριν περάσει πολύς καιρός. Έτσι, ο παρελθοντικός και ο μελλοντικός χρόνος ανοίγουν γύρω από το «παρόν» του δώρου.

Ο χρόνος του Χάντοκ ανοίγει με το δώρο: το château που δίνει ως δώρο ο Λουδοβίκος ο 16ος στον ιππότη Φρανσουά και το μοντέλο του πλοίου που δίνει ως δώρο ο Τεντέν στον καπετάνιο, και που τον βάζει στα ίχνη του πρώτου: ένα διπλό, κλιμακωτό δώρο, ένα δώρο μέσα στο δώρο. Από το δώρο του Τεντέν αρχίζει να ξεδιπλώνεται μια ολόκληρη περασμένη εποχή, και οι ήρωες αφιερώνουν το άμεσο μέλλον σε μία κυκλική διαδρομή για να προλάβουν το παρελθόν, να το ξεθάψουν και να το εντάξουν ξανά μέσα στο παρόν. Στην Καραϊβική, ο Χάντοκ διαπιστώνει ότι τον έχουν ξεβράσει μέσα στον ίδιο το χρόνο – το χρόνο του εικοστού αιώνα με τον μεσημβρινό του ορισμένο στο Γκρήνουιτς, το χρόνο του δέκατου έβδομου αιώνα με τον μεσημβρινό του στο Παρίσι: το μεσημέρι και η ώρα δύο αλληλοεπικαλύπτονται ακόμη και όταν ο Χάντοκ και το περιβάλλον του, για να δανειστούμε ξανά την έκφραση του Μπωντλαίρ, ψάχνουν για το μεσημέρι στις δύο η ώρα.

Για τον Ντερριντά, όμως, ούτε το δώρο του Χάντοκ ούτε εκείνο του Μως είναι κυριολεκτικά δώρα. Κατ’ αυτόν, το πραγματικό δώρο δεν θα έπρεπε να επιβάλλει όρους και χρέωση· θα έπρεπε να είναι αυθεντικά «δωρεάν». Αλλά προκειμένου να λειτουργήσει κατ’ αυτό τον τρόπο, το δώρο θα έπρεπε να μην είναι αναγνωρίσιμο ως δώρο, δηλαδή θα έπρεπε να αναιρέσει ή να ακυρώσει τον εαυτό του, να υποστεί «ριζική λήθη» –όχι απλώς παράβλεψη αλλά μια απόλυτη διαγραφή που να το τοποθετεί εκτός του ίδιου του χρόνου. Αλλιώς, είναι μόνο μερικό δώρο, ένα δώρο το οποίο, καθώς υποχρεώνει τον λήπτη και τον κάνει να χρωστάει, παίρνει περισσότερα απ’ όσα δίνει. Τα κανονικά δώρα είναι «κακά» δώρα, λέει ο Ντερριντά· δεν είναι υγιή. Όπως επισημαίνει ο ίδιος ο Μως, η λατινική λέξη για το δώρο, dosis, είναι μεταγραφή του αρχαιοελληνικού δόσις, «δόση δηλητηρίου», ακριβώς όπως η γερμανική λέξη για το δηλητήριο είναι (το μαντέψατε;) Gift –ετυμολογικές και διαγλωσσικές συνδέσεις που οδηγούν τον Ντερριντά να γράψει για το «δηλητηριασμένο δώρο από το οποίο είναι φτιαγμένες οι κληρονομιές».

Τα άλμπουμ του Τεντέν είναι γεμάτα από κακά δώρα, δώρα που φέρνουν λύπη στους παραλήπτες, δώρα που είναι δηλητηριασμένα. Το φετίχ που δωρίζουν οι Αρουμπάγια στην αποστολή του Ουώκερ στο Σπασμένο Αυτί φέρνει την καταστροφή πάνω στα κεφάλια των ανθρωπολόγων: καθώς είχε χρησιμοποιηθεί για να κρύβει ένα πετράδι για προστασία ενάντια στο δηλητήριο (από δάγκωμα φιδιών), καταλήγει στο να δηλητηριαστεί όλη η αποστολή από το θανατηφόρο υγρό στο οποίο η φυλή αυτή εμβαπτίζει τα βέλη της πριν τα εκτοξεύσει φυσώντας μέσα από ένα καλάμι. Όταν ο Μιτσουχιράτο μαθαίνει ότι ένας αγγελιοφόρος έχει ξεκινήσει για να ενημερώσει τον Τεντέν σχετικά με τις δραστηριότητές του στον Μπλε Λωτό, του δίνει κάτι το οποίο στο γαλλικό πρωτότυπο ο Ουάγκ-Τσεν-γιε περιγράφει ως ένα «present» από το χυμό Raijajah, το δηλητήριο της τρέλας. Κάτι που επίσης χάνεται στην αγγλική μετάφραση είναι η περιγραφή του Ρασταπόπουλου για το δυναμίτη με το οποίο σκοπεύει να ανατινάξει τους αυτονομιστές αντάρτες στην Πτήση 714: le plastic que je réservais comme cadeau aux Sondonésiens –«το πλαστικό που φυλούσα για δώρο στους Σονδονήσιους». «Ένα δώρο! Κάτι ειδικά για μένα, που έφερε από τη χώρα του, φαντάζομαι. Τι γλυκό παιδάκι!» μονολογεί συγκινημένος ο Χάντοκ καθώς ο Αμπντουλλάχ τρέχει να του φέρει ένα πακέτο στους Καρχαρίες της Ερυθράς Θάλασσας: ένα ρολόι τοίχου, ένα δώρο χρόνου. «Ω! είναι πανέμορφο, Αμπντουλλάχ!» αναφωνεί ο καπετάνιος καθώς το κρατά μπροστά στο πρόσωπό του. «Και για να το κουρδίσεις … κάνεις αυτό!» γρυλίζει ο Αμπντουλλάχ, τραβώντας την αλυσίδα για να κάνει τον κούκο να πεταχτεί έξω και να περιλούσει τον Χάντοκ με νερό.

abd

Τα δώρα αυτά είναι όλα δηλητηριασμένα, παγιδευμένα. Αλλά το χειρότερο απ’ όλα είναι το δώρο του Λουδοβίκου του 16ου στον ιππότη Φρανσουά: ο πύργος της Μουλενσάρ. Γιατί; Διότι, καθώς αποτελεί υποκατάστατο για την αναγνώριση εκμέρους του Λουδοβίκου ότι ο Φρανσουά είναι γιος του, κρατά μυστικό το πραγματικό όνομα του τελευταίου, την ταυτότητά του, τις συγγενικές του σχέσεις, τη θέση και την εξουσία του. Τι άλλη διέξοδο έχει ο Φρανσουά, πέρα από το να συσσωρεύει φανταστικά υβρεολόγια ενάντια στον κόσμο γενικώς; Μία μόνο: να πάρει μία μικρή μορφή εκδίκησης μέσα από μία δική του πράξη απόκρυψης. Το δέκατο έβδομο αιώνα, οι αξιωματούχοι του ναυτικού των εμπόλεμων εθνών της Ευρώπης όχι μόνο δικαιούνταν, αλλά και ενθαρρύνονταν να λεηλατούν εχθρικά πλοία. Ήταν, όπως ο Κόκκινος Ράκαμ, πειρατές –αλλά «εξουσιοδοτημένοι», «νόμιμοι». Η πειρατεία τους όμως ασκούνταν με μία αδιαπραγμάτευτη προϋπόθεση: έπρεπε να παραδώσεις τη λεία σου στο βασιλιά. Ο ιππότης Φρανσουά δεν την παρέδωσε. Κατά μία εντυπωσιακή σύμπτωση, μετά την έκδοση του διπλού άλμπουμ Το Μυστικό του Μονόκερου – Ο θησαυρός ο Κόκκινος Ράκαμ προέκυψε ότι, εν αγνοία τού Ερζέ, όντως υπήρξε ένας πλοίαρχος ονόματι Haddock ο οποίος πέρασε στρατοδικείο το 1674 για μη απόδοση κερδών που είχε αποκομίσει ενώ βρισκόταν σε κρατική αποστολή στη Μάλαγα –με άλλα λόγια, για φοροδιαφυγή.

Αυτό ακριβώς είναι το έγκλημα του ιππότη Φρανσουά: η φοροδιαφυγή. Αυτός τη γλίτωσε, αλλά το φάντασμά της θα στοιχειώνει τους απογόνους του επί γενεές ολόκληρες. «Έχετε τίποτε να δηλώσετε, καπετάνιε;» ρωτά ο Τεντέν καθώς περνάνε το τελωνείο της Συλδαβίας στην Αποστολή στη Σελήνη. «Εγώ; απολύτως τίποτε!» απαντά ο Χάντοκ· αλλά όταν ο τελωνειακός ανακαλύπτει ατέλειωτα μπουκάλια ουίσκυ κρυμμένα στη βαλίτσα του, αλλάζει τροπάριο, και αναγκάζεται να καταβάλει πρόστιμο 875 Khors. Ο Τουρνεσόλ είναι σε ανάλογο μήκος κύματος: καθώς φεύγει από τη Μουλενσάρ στο τέλος του άλμπουμ Τα Σμαράγδια της Κασταφιόρε, ακούει λάθος τη λέξη emeraude ως fraude και λέει στον καπετάνιο: «Ασφαλώς όχι … ποτέ δεν το κάνω αυτό … θεωρώ ζήτημα τιμής να δηλώνω τα πάντα στο τελωνείο», αφήνοντας τον Χάντοκ να τρέμει και να δαγκώνει τα δάχτυλά του από οργή.

Αν ακόμα και η κατά λάθος αναφορά του θέματος τον ταράζει τόσο, είναι επειδή του θυμίζει με κάποιο τρόπο από πού έρχεται το δικό του χρήμα. Είναι ανέντιμο, ένοχο χρήμα. Μάλιστα, και οι δύο πηγές του χρήματος είναι ένοχες: η επίσημη κληρονομιά που αφήνει ο βασιλιάς στον ιππότη Φρανσουά επειδή κρύβει ένα ένοχο μυστικό ατίμωσης, εξωσυζυγικής αποπλάνησης και εν συνεχεία μη αναγνώρισης, και το αθέμιτο κληροδότημα του ίδιου του Φρανσουά (που προοριζόταν για τους γιους του αλλά παραλαμβάνεται από τον δισ-δισ-δισέγγονό του) επειδή αποκτήθηκε λαθραία και παράνομα. Και οι δύο πηγές χρήματος είναι βαμμένες με αίμα. Και αποκτούν και οι δύο ένα παρόμοιο καθεστώς μόλις σκεφτούμε ότι, αν η γαλλική επωνυμία για τον Λουδοβίκο το 16ο ήταν Roi-Soleil (Βασιλιάς Ήλιος), οι Γερμανοί, πολύ λιγότερο κολακευτικά, τον αποκαλούσαν Rauberkönig, δηλ. Βασιλιά-Ληστή, δηλαδή κάτι σαν τον Κόκκινο Ράκαμ.

 

Μετάφραση: Άκης Γαβριηλίδης

 

[1] Η λέξη σημαίνει ταυτόχρονα «δώρο» αλλά και «παρόν».

[i] Απόσπασμα από το βιβλίο του Tintin and the Secret of Literature, Granta, London 2007, σ. 121-128. Ο τίτλος και οι σημειώσεις σε αγκύλες είναι του μεταφραστή.

Tom-McCarthy-Tintin-and-the-Secret-Art-of-Literature

2 comments

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: