Θα επιστρέψει η Ελλάδα τις αφροασιατικές αρχαιότητες που κατέχει στις χώρες καταγωγής τους;

του Άκη Γαβριηλίδη

 

Τις μέρες αυτές, επισκέφθηκε την Αθήνα η βρετανίδα νομικός (με μεσανατολική καταγωγή) Αμάλ Αλαμουντίν, από την οποία η ελληνική κυβέρνηση έχει ζητήσει να την συμβουλέψει ποιες νομικές δυνατότητες υπάρχουν για την επιστροφή των γλυπτών του Παρθενώνα από το Βρετανικό Μουσείο στην Αθήνα.

Κατά το διάστημα αυτό, η κα Αλαμουντίν επισκέφθηκε –τι άλλο- το Μουσείο της Ακρόπολης, όπου μάλιστα φαίνεται ότι στιγμιαία αποσταθεροποίησε τη μονόδρομη δυική σχέση θεάματος/ θεατή που διέπει τα μουσεία, εφόσον, σύμφωνα τουλάχιστον με ένα δημοσίευμα, η παρουσία της προκάλεσε «παραλήρημα στους τουρίστες».

Από την ειδησεογραφία δεν προκύπτει να επισκέφθηκε και το Αρχαιολογικό Μουσείο. Εάν το είχε κάνει, ίσως, λόγω τόσο της εντολής όσο και της καταγωγής της, να πρόσεχε μία πτέρυγα του μουσείου αυτού που στεγάζει συλλογή αιγυπτιακών αρχαιοτήτων. Η οποία μάλιστα, σύμφωνα με την ιστοσελίδα του, «κατέχει σημαντική θέση παγκοσμίως λόγω του πλούτου, της ποιότητας και της σπανιότητας των αντικειμένων της».

Σύμφωνα πάντα με την ιστοσελίδα αυτή, «τον πυρήνα της Συλλογής αποτελούν οι μεγάλες δωρεές δύο φιλότεχνων ομογενών από την Αίγυπτο, του Ιωάννη Δημητρίου και του Αλέξανδρου Ρόστοβιτς, που δωρίθηκαν [sic] στο Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο το 1880 και το 1904 αντίστοιχα».

Eάν λοιπόν, για να συνεχίσουμε το υποθετικό σενάριο, η κα Αλαμουντίν είχε πληροφορηθεί την ύπαρξη αυτής της συλλογής, και μια που η εμπειρογνωμοσύνη της, όπως αναφέρεται, «αφορά –με την ευρεία έννοια- το δικαίωμα στην ιδιοκτησία», θα είχε ίσως ενδιαφέρον να την ρωτήσουμε αν νομίμως ή όχι βρίσκεται η πλούσια, ποιοτική και σπάνια αυτή συλλογή στην Αθήνα.

Τη στιγμή που οι αρχαιότητες αυτές αποκτήθηκαν, από άποψη διεθνούς δικαίου η Αίγυπτος ήταν προτεκτοράτο της Βρετανικής Αυτοκρατορίας.

Οι ιδιώτες που αγόρασαν τις αρχαιότητες, («ομογενείς» με εμάς –έστω και με σλαβικό επώνυμο ο ένας- αλλά ετερογενείς προς τη χώρα και τον πολιτισμό προέλευσης των αρχαιοτήτων), δεν έχω λόγους να αμφιβάλλω ότι ακολούθησαν τους νόμους που ίσχυαν τότε και δεν τέλεσαν αρχαιοκαπηλία. Πλην όμως, ούτε και ο 7ος κόμης του Έλγκιν παραβίασε το θετό δίκαιο: είχε την άδεια των τότε αρχών του τόπου από τον οποίο απομάκρυνε τις αρχαιότητες.

Δεν γνωρίζω ποια ακριβώς τακτική θα υποδείξει στην ελληνική κυβέρνηση η νέα της σύμβουλος· πάντως, το μέχρι τώρα βασικό επιχείρημα είναι ότι «το νόμιμο δεν είναι και ηθικό». Πιθανόν. Αν όμως αυτή η αρχή ισχύει για την αθηναϊκή συλλογή του Βρετανικού Μουσείου, θα πρέπει για την ισότητα του λόγου να ισχύει και για την αιγυπτιακή συλλογή του Αθηναϊκού.

 

Όχι όμως μόνο γι’ αυτή. Στο Αρχαιολογικό Μουσείο της Αθήνας εκτίθενται και κάποιοι πολιτιστικοί θησαυροί οι οποίοι αποσπάστηκαν από ξένη χώρα κατόπιν εισβολής και κατοχής από τον ελληνικό στρατό.

Την ιστορία ενός τέτοιου εκθέματος –μεταξύ πολλών άλλων- μπορούμε να διαβάσουμε στο πρόσφατο Εις το όνομα του πολιτισμού. Η ιδεολογία των ανασκαφών στη Μικρά Ασία κατά την μικρασιατικήν κατοχήν υπό της Ελλάδος (1919-22) της Καλλιόπης Παυλή (Ισνάφι, Ιωάννινα 2014). Στο 7ο κεφάλαιο του βιβλίου, εξιστορείται η «περιήγηση του τμηματάρχη του Αρχαιολογικού τμήματος Κωνσταντίνου Κουρουνιώτη στο βιλαέτι της Προύσας και της Άγκυρας» (σ. 76) και ειδικότερα η επίσκεψή του στη Νύσσα, τις τελευταίες μέρες πριν από την κατάρρευση του μετώπου. Μια μικρή «εκστρατεία μέσα στην εκστρατεία» του ελληνικού ιμπεριαλισμού σε εδάφη στα οποία, όσο και αν το τραβήξουμε απ’ τα μαλλιά, δεν μπορούσε να εγείρει κάποιες νόμιμες αξιώσεις (πέρα απ’ αυτές που, ακριβώς, ήλπιζε να ανακαλύψει με αυτές τις αρχαιολογικές έρευνες, σύμφωνα με το επίσημα διακηρυγμένο ανασκαφικό πρόγραμμα).

Κατά την αποστολή του αυτή, την οποία επιτέλεσε με βάση την τελευταία λέξη της αποικιοκρατικής επιστήμης και ακολουθώντας πιστά την ευρωπαϊκή ρατσιστική αρχή περί ιεραρχίας των πολιτισμών, ο κ. τμηματάρχης ανακάλυψε μεταξύ άλλων «αγαλματίδιον παριστάνον όχι πλήρως διετή παίδα, κρατούντα όχι άνευ κόπου σφικτά επί του στήθους μικρόν Μελιταίον κύνα» (ό.π. σ. 93· βλ. εικόνα).

kywnΤο εύρημα προκάλεσε ταλαντεύσεις, οι οποίες κατά διασκεδαστικό τρόπο θυμίζουν αυτές που προκύπτουν σήμερα, μετά σχεδόν έναν αιώνα, γύρω από τα ευρήματα της Αμφίπολης. Του πότε είναι το αγαλματίδιο; Η αρχική εντύπωση του ίδιου του εθνικού αρχαιολόγου που το ανακάλυψε, (αντίστροφα απ’ ό,τι στη σημερινή περίπτωση), ήταν ότι πρόκειται μάλλον για ρωμαϊκό εύρημα. Κατά τρόπο όμως αρκετά ανάλογο με τη σημερινή περίπτωση, η θεμελίωση αυτής της χρονολόγησης είχε ως βασικό κριτήριο όχι την εσωτερική λογική της ίδιας της (αυτοπροβαλλόμενης ως) επιστημονικής αρχαιολογίας, αλλά το πόσο τεχνικά άρτιο/ εντυπωσιακό ήταν το εύρημα: ο Κουρουνιώτης συμπέρανε ότι «η τραχύτητα στην έκφραση και ο αδέξιος σχηματισμός ‘της εμφανιζομένης επί του μετώπου υπό την κουκούλαν κόμης’ μαρτυρούσε ρωμαϊκή κατασκευή». Για την «κουκούλαν» αυτή, ο ίδιος ο αρχαιολόγος σημειώνει ότι «επεχωρίαζε ως σύνηθες κάλυμμα εν Φρυγία» (ό.π. σ. 94).

Τελικά βέβαια, όπως παρατηρεί με διακριτική ειρωνεία η συγγραφέας,

 

καλλιτεχνικές ‘μετριότητες’ φαίνεται σημειώνονταν και κατά την ‘ιδανική’ εποχή: στην Αθήνα το ειδώλιο χρονολογήθηκε στον πρώτο αι. π.Κ.Ε. Στην αίθουσα 30 του Εθνικού Αρχαιολογικού Μουσείου της Αθήνας αποτελεί μέχρι σήμερα μια μεταφορά του μικρασιάτη πρόσφυγα που νοσταλγεί την πατρίδα ή, αν το δούμε στο αυστηρό επιστημονικό πλαίσιο, ένα ακόμη εύρημα που απάχθηκε από τον φυσικό του χώρο, όπου μόνο μπορούσε να εννοιολογηθεί (ό.π.)

 

Η εσφαλμένη αρχική διάγνωση θα μπορούσε ίσως να δώσει λαβή σε όποιον ήθελε να κάνει σήμερα ειρωνικά σχόλια εις βάρος του τότε εθνικού αρχαιολόγου. Το κυριότερο όμως είναι το εξής: ότι, όπως προκύπτει, ο ελληνικός στρατός εισβολής και κατοχής, και ο επίδοξος απολογητής του, απέσπασαν από ένα μη ελληνικό έδαφος ένα μη ελληνικό (σύμφωνα με τα ίδια τα δικά τους κριτήρια) τέχνεργο, πραγματοποιώντας ανασκαφές για τις οποίες δεν είχαν πάρει άδεια από καμία αρχή που να ασκεί νομίμως κυριαρχία τότε –ή οποιαδήποτε άλλη στιγμή- στα εδάφη εκείνα, και το απέστειλαν στην πρωτεύουσα των δυνάμεων κατοχής, όπου και βρίσκεται μέχρι σήμερα.

 

Για τις δύο αυτές κατηγορίες αρχαιοτήτων, πέρα από την καθαρά νομική διάσταση, (η οποία εξάλλου καλύπτει –εάν καλύπτει- μόνο την πρώτη), δεν νομίζω ότι μπορούμε να βρούμε κάποιο ηθικού ή πολιτιστικού τύπου επιχείρημα που να δικαιολογεί την κατοχή τους από το ελληνικό κράτος. (Εκτός βέβαια και αν δεχθούμε τη θεωρία τού Μάρτιν Μπερνάλ ότι ο αρχαιοελληνικός πολιτισμός έχει αφροασιατικές ρίζες. Απ’ ό,τι ξέρω όμως η θεωρία αυτή αποτελεί ανάθεμα για το ελληνικό κράτος και τους διανοουμένους του).

 

Μήπως λοιπόν, για να είναι πιο πειστικό όταν ζητά να του επιστρέψουν τα «Ελγίνεια», το ελληνικό κράτος θα πρέπει να επιστρέψει τα «Κουρουνιώτεια», τα «Δημητρίεια» και τα «Ροστοβίτσεια»;

 

12 comments
  1. γιάννης said:

    Τί σημαίνει π.Κ.Ε.;

    • Όπως επεξηγεί σχετικός πίνακας στην αρχή του βιβλίου τής Κ. Παυλή, σημαίνει «προ Κοινής Εποχής».

  2. χαρη said:

    συμφωνώ απόλυτα με το γενικό πνεύμα τής ανάρτησης
    θα ήθελα μόνο να προσθέσω ότι εάν υπάρχει μια δικαιολογία για τό αίτημα τής επιστροφής τών γλυπτών τού (εργαστηριού τού) φειδία από το βρετανικό μουσείο προς τον παρθενώνα (ή το μουσείο του) είναι επειδή δεν βρέθηκαν σε ανασκαφή, ούτε σπασμένα ούτε ολόκληρα ούτε θαμμένα στο έδαφος ( : όπου, κατά την αποικιοκρατική λογική που αναφέρετε «finder keeper») αλλά γκρεμοτσακίστηκαν ξηλώθηκαν και ξεκολλήθηκαν επιτούτου από ένα ολόκληρο, ώς τότε, συμπαγές μνημείο
    είναι και ο λόγος για τον οποίο (αν εξαιρέσουμε την γενική αποικιοκρατική λογική κτλ) δεν νομίζω ότι θα έστεκε ένα αίτημα για επιστροφή τής «αφροδίτης» λόγου χάριν από το λούβρο, αφού βρέθηκε σε ανασκαφή (αν θυμάμαι καλά) από γάλλους, χωμένη στο έδαφος και κομματιασμένη (και, κάπου είχαν διαβάσει, τό πώς οι γάλλοι την «συνένωσαν’)
    επίσης θυμάμαι στις αρχές κάποια άλλα μουσεία είχαν ανησυχήσει (στην ισπανία εν προκειμένω) ότι με τό γκεζί που ανοίγει «η ελλάδα» θα ζητηθεί και ο γκρέκο ( : αυτά είναι βλακείες βέβαια καθότι ο γκρέκο ούτε βρέθηκε θαμμένος πουθενά ούτε ξεκολλήθηκε : με τη θέλησή του πήρε τά ποδαράκια του και πήγε στο τολέδο – κι από αυτή την άποψη κι αφού τό κυρίως έργο του τό’κανε εκεί, ισπανός ζωγράφος είναι ο άνθρωπος) (ευτυχώς η τελευταία ανησυχία δεν ακούγεται πλέον…)
    από τήν άλλη, είναι σαφές ότι θα’πρεπε κάποτε όλα όσα έχουν αρπαχτεί να επιστραφούν (η γερμανία ας πούμε ξέρετε (ξέρετε!) πόσα αιγυπτιακά (πέραν τών διάσημων ελληνικών και μικρασιατικών) έχει ; )
    (πολυλόγησα λίγο, αλλά ήταν καλή η ανάρτηση και με τσίγκλισε 🙂 )

    • Omadeon said:

      Προσυπογράφω όσα είπες, Χάρη…

      Πάντως θα διατύπωνα την ίδια μικρή ένσταση λίγο διαφορετικά…

      Ο κύριος λόγος που (κι εγώ) θεωρώ προτιμότερη την επιστροφή των Ελγίνειων (χωρίς να είμαι και φανατικά υπέρ της) είναι διότι, από την άποψη του θεατή, είναι προτιμότερο να βλέπει ένα μνημείο στην _ολότητά_του_, κατά το δυνατόν.

      Δηλαδή, δεν είναι σωστό, όταν βλέπεις κομμάτια του Παρθενώνα στο Λονδίνο, να πρέπει να πας… ταξείδι ΚΑΙ στην Ελλάδα για να δεις τα _υπόλοιπα_ κομμάτια του.

      • Α.Γ. said:

        Το επιχείρημα ότι πρέπει να μπορεί κανείς να «δει το μνημείο στην ολότητά του» το γνωρίζω βεβαίως.
        Πώς θα ήταν δυνατό να μην το γνωρίζω; Το ακούμε κάθε μέρα. Αυτή είναι η βασική υπερασπιστική γραμμή του ελληνικού κράτους.
        Δεν νομίζω ότι μπορούμε να θεωρήσουμε τελειωτικό και καταλυτικό το επιχείρημα αυτό.
        Δηλαδή, πρώτα απ’ όλα ας συνεννοηθούμε για το τι συζητάμε. Όταν αυτό το διατυπώνει ένας (κατά τεκμήριο) Έλληνας πολίτης προς άλλους Έλληνες στην ελληνική γλώσσα, τι ακριβώς αναμένει να πετύχει με την προβολή του; Θεωρεί ότι έτσι πείθεται η ελληνική κοινωνία ότι πρέπει να επιστρέψουν τα Ελγίνεια, (και να επιστρέψουν μόνο τα Ελγίνεια και όχι η Αφροδίτη της Μήλου ή άλλα μνημεία), ενώ αλλιώς δεν είχε πειστεί;
        Προφανώς όχι. Διότι ούτε το ένα ισχύει, ούτε το άλλο: η συντριπτική πλειοψηφία της ελληνικής κοινωνίας ήδη και χωρίς το επιχείρημα αυτό ήταν πεισμένη ότι πρέπει να επιστρέψουν τα Ελγίνεια, αλλά και η Αφροδίτη της Μήλου και όλα τα άλλα μνημεία.
        Το επιχείρημα λοιπόν αυτό προορίζεται για διεθνές ακροατήριο. Ως γνωστόν, το επινόησε εδώ και λίγα χρόνια, από τότε που ανέλαβε ΥΠΠΟ, ο (και διαπρεπής δικηγόρος) Βενιζέλος, όταν διαπίστωσε ότι το αίτημα «δώστε μας πίσω τα μάρμαρα» σκέτο, έτσι όπως είχε διατυπωθεί από τη Μερκούρη, ήταν αδύνατο να γίνει ποτέ δεκτό από το Βρετανικό Μουσείο -διότι αν το δέχονταν εδώ θα έπρεπε να το δεχτούν παντού.
        Ο ισχυρισμός αυτός περί «διασπασμένης ολότητας» προβλήθηκε λοιπόν για να κατασιγάσει τους φόβους τού ΒΜ -και άλλων ευρωπαϊκών μουσείων- ότι, αν γίνει δεκτό αυτό το αίτημα, θα δημιουργηθεί προηγούμενο που μετά θα χρησιμοποιηθεί και για άπειρες άλλες αρχαιότητες που διαθέτουν. Το κρίσιμο στοιχείο, άρα, δεν είναι τόσο ότι «τα Ελγίνεια είναι μία ενότητα», αλλά ότι «οι άλλες αρχαιότητες δεν είναι μία ενότητα» (και άρα το προηγούμενο που τυχόν θα δημιουργηθεί εδώ δεν θα μπορεί να μεταφερθεί αλλού).
        Είναι όμως έτσι; Πράγμα που φυσικά μεταφράζεται (με βάση τα παραπάνω), μπορεί να πειστεί το Βρετανικό Μουσείο ότι είναι έτσι;
        Εγώ απαντώ: όχι, δεν μπορεί.
        Πρώτα απ’ όλα, το τι αποτελεί και τι δεν αποτελεί «μια ενότητα», εξαρτάται από ένα κριτήριο που θα ορίσουμε προηγουμένως εμείς. Δεν υπάρχει κάποιο master narrative αρχαιολογικό, νομικό ή άλλου τύπου που να μας καθορίζει με επιστημονική ακρίβεια τι είναι «ενιαίο σύνολο» και τι όχι. Σχεδόν κάθε σύνολο αρχαιολογικών ευρημάτων μπορεί να θεωρηθεί «αδιάσπαστο» από μια οπτική γωνία και «διασπάσιμο» από μία άλλη.
        Αυτό ακριβώς νομίζω ότι υπονοεί και η συγγραφέας του αποσπάσματος που παραθέτω, στην τελευταία του φράση: και το «προσφυγάκι» της Φρυγίας δεν έπεσε από τον ουρανό, αλλά όταν φτιάχτηκε αποτελούσε και αυτό μέρος ενός όλου, μέσα στο οποίο μπορεί να γίνει καλύτερα κατανοητό.
        Το ίδιο ισχύει και ουσιαστικά για οποιοδήποτε αρχαιολογικό εύρημα. Η θέση ότι ένα άγαλμα ή αρχιτεκτόνημα δεν έχει νόημα να το δει κανείς «μόνο του» αλλά μόνο αν περιστοιχίζεται κατά το δυνατόν από ό,τι ακριβώς υπήρχε γύρω του την «πρωταρχική» στιγμή, όταν πρωτοφτιάχτηκε, είναι πρώτα απ’ όλα ουτοπική. Αυτή η επιστροφή στην αρχική παρθενικότητα είναι αδύνατη, διότι πάνω στα μνημεία έχει ήδη αποτυπωθεί μια ιστορία και τα έχει αλλοιώσει. Το να επιδιώξουμε να τα εκθέσουμε τώρα σε αυτή τη μορφή και όχι στην άλλη, συνιστά μία πολιτική επιλογή. Π.χ. ακόμη και αν τα μάρμαρα τοποθετηθούν στον Παρθενώνα, αυτό που θα βλέπουμε δεν θα αποτελεί το «πρωταρχικό αδιάσπαστο σύνολο» αλλά και πάλι ένα τέχνεργο το οποίο έχει παραχθεί από μια σειρά προσθήκες, αφαιρέσεις, μετασχηματισμούς που επέφεραν όλες οι ενδιάμεσες κοινωνίες, για λόγους ιδεολογικούς, χρησιμοθηρικούς ή ποιος ξέρει τι άλλους.
        Η απόφαση λοιπόν για το ποιο σύνολο αρχαιολογικών ευρημάτων είναι «αδιάσπαστο» και ποιο όχι είναι πολιτική και ιδεολογική, άρα αστάθμητη. Και αυτό σχετικοποιεί την πειστικότητα του επιχειρήματος.

      • χαρη said:

        εννοείται, Ομαδεώνα, συμφωνώ κι εγώ με αυτό : πολύ περισσότερο που μιλάμε για ένα μνημείο τού οποίου τα δεδομένα κομμάτια δεν έσπασαν και δεν έπεσαν κάτω από λοιμό σεισμό και καταποντισμό, αλλά ο κύριος έβαλε σκάλα, ανέβασε εργάτες, και τό διέλυσαν επιτούτου, για να μπορέσει να τα πάρει μαζί του στη σκωτία ή όπου αλλού…

        υπάρχει όμως κι ένα θέμα που θέτει, όπως βλέπω τώρα, παρακάτω ο Α.Γ., και που είναι επίσης σημαντικό (και συνήθως δεν «τίθεται») : το μνημείο (τον παρθενώνα) δεν το έχουμε σήμερα σε καμία από τις προηγούμενες (ανά τους αιώνες) μορφή του : αυτό που έχουμε σήμερα είναι το αποτέλεσμα μιας «εθνικής» προσπάθειας κάθαρσης από τα «ενδιάμεσα στάδια»
        πολλές φορές έχω σκεφτεί αν δεν θα ήταν σωστότερο να έχουμε διατηρήσει και τις βυζαντινές και τουρκικές επεμβάσεις που είχαν γίνει πάνω του – και που βλέποντάς τις από παλιά χαρακτικά περιηγητών διακρίνει κανείς ένα «μνημείο» «πλήρες ιστορίας», εξαιρετικά ζωντανό, για να μην πω και πολύ όμορφο : αυτό που βλέπει αντιθέτως κανείς σήμερα είναι ένα «σβήσιμο» όλων τών ενδιάμεσων σταδίων ιστορίας μας, σβήσιμο που αντιστοιχεί «εικονογραφικά» και στο αντίστοιχο «ιδεολογικό» σβήσιμο που γίνεται στην ελλάδα, όπου από τον περικλή θέλουμε να πηδήξουμε κατευθείαν σε μας, «αποκαθαρμένοι»

        όλ’ αυτά είναι πολιτική φυσικά : καμιά σχέση δεν έχουν με την «αισθητική» ή την «αλήθεια» ή την ιστορία. Και με την ευκαιρία να πω και κάτι που βλέπω να αποσιωπείται σεμνώς : τα «ελλείποντα τμήματα» ούτως ή άλλως δεν πρόκειται πια να πάνε πάνω στον παρθενώνα – γι’ αυτό τονίζουμε και την ύπαρξη τού (νέου) μουσείου : σε μουσείο θα πάνε κι αυτά, όπως και σε μουσείο είναι – Έχουμε να κάνουμε μ’ ένα «εθνικό» αίτημα απλώς (έχει τούς λόγους του όπως είναι σαφές και είπαμε ( : κυρίως πρόκειται για την τσαντίλα μας που κάποιοι «δυτικοί» εκμεταλλεύτηκαν την τουρκική κατοχή εδώ για να ασκήσουν αρχαιολατρεία εκεί), αλλά περιλαμβάνει και πλήθος ανορθολογισμούς…)

  3. Omadeon said:

    Δεκτή από μένα η αντίρρησή σου, Ακη…

    …με τη διαφορά, ότι το σωστό αυτό επιχείρημα, ότι «είναι ουτοπική η επιστροφή στην αρχική παρθενικότητα» (κλπ.) δεν μπορεί να αμφισβητηθεί, έτσι κι αλλιώς. Μοιάζει με strawman argument, μάλιστα, διότι κανείς δεν μπορεί να περιμένει «επιστροφή στην αρχική παρθενικότητα», έτσι κι αλλιώς.
    Ούτως ή άλλως μιλάμε για βαθμούς _σχετικής_ επαν-ένωσης τεμαχισμένων κομματιών ενός μνημείου, το οποίο ποτέ δεν θα γίνει ίδιο με το αρχικό. Δεν υφίσταται «αρχική παρθενικότητα» έτσι κι αλλοιώς.

    Οπως είπα, «θα προτιμούσα» να βρίσκονται τα κομμάτια που πήρε ο Ελγιν στην αρχική τους θέση, αλλά… όχι και φανατικά. Με απωθεί ο άξεστος πόθος επιστροφής όλων των αρχαιοτήτων στην πηγή, που σαφέστατα έχει εθνικιστικές (και ανορθολογικές) ρίζες.

    Η αξία του άρθρου σου, όπως είπε και η Χάρη, είναι όμως το «ταρακούνημα». Επεσήμανες πράματα που μερικοί δεν ξέραμε (π.χ. εγώ) και «τάραξες τα νερά» με γόνιμο τρόπο.

    Υπάρχει κι ένα επιχείρημα υπέρ της παραμονής των Ελγίνειων στο Βρεταννικό Μουσείο. Το ότι περισσότεροι άνθρωποι τα βλέπουν εκεί, ακόμη και άνθρωποι που δεν θα επισκεφτούν ποτέ την Ελλάδα…

    Ετσι κι αλλιώς, βέβαια… το να ζητάει ο λαός ψωμί κι εσύ (ως κυβέρνηση) να του προσφέρεις κάποια στιγμή… Ελγίνεια μάρμαρα, δεν είναι περισσότερο… θρεπτικό από το παντεσπάνι της Μαρίας Αντουανέτας (Χαχαχα) 🙂

    • χαρη said:

      Ομαδεώνα εδώ κάνω έκκληση στην ιστορική σου ενημέρωση, παρακαλώ 🙂 η Μαρία Αντουανέτα δεν το είπε ποτέ το λεχθέν (πρόκειται για έναν από τους πιο σταθερούς μύθους (που ανέλαβε η λαίδη Αντόνια Φρέιζερ, η συντρόφισσα τού Πιντερ, να το καταρρίψει (στη βιογραφία που τής έγραψε)))

      (ενδεικτικά μόνο) :
      http://www.theguardian.com/books/2001/jun/17/biography.artsandhumanities

      • Omadeon said:

        Ωωωχχ… Χάρη διαιωνίζω εδώ και χρόνια ένα μύθο !!! 🙂

        Μέχρι και ειδικό λήμμα στη βικιπαίδεια φτιάχτηκε για δαύτον
        http://en.wikipedia.org/wiki/Let_them_eat_cake

        Ευχαριστώ για τη διόρθωση…

  4. χαρη said:

    κι εγώ ευχαριστώ για το λήμμα (δεν το ‘ξερα) – το αναφέρουν πλέον σαν μύθο, βλέπεις 😉

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: