Η γλώσσα δεν είναι ο κόσμος μας

του John H. McWhorter

Το κείμενο που ακολουθεί αποτελεί μετάφραση αποσπασμάτων από το βιβλίο The Language Hoax: Why the World Looks the Same in Any Language [Η φάρσα της γλώσσας: Γιατί ο κόσμος φαίνεται ο ίδιος σε κάθε γλώσσα], Oxford University Press 2014. Επιμέλεια-απόδοση και επιλογή τίτλων: Α.Γ.

 

Δεν είμαστε ό,τι λέμε
Το βιβλίο αυτό είναι ένα μανιφέστο. Θα αντιταχθώ σε μια ιδέα για τη γλώσσα η οποία απέκτησε απήχηση σε κάποιους ακαδημαϊκούς από τη δεκαετία του 1930, και προσφάτως έχει επίσης γνωρίσει απρόσμενη διάδοση στη δημόσια συζήτηση: την ιδέα ότι οι γλώσσες των ανθρώπων κατευθύνουν τον τρόπο με τον οποίο αυτοί σκέφτονται και αντιλαμβάνονται τον κόσμο.
Ίσως να τη γνωρίζετε. Για παράδειγμα, τα τελευταία δέκα χρόνια μπορεί να έχετε διαβάσει περιγραφές για φυλές του Αμαζονίου που είναι ανίκανες στα μαθηματικά επειδή η γλώσσα τους δεν έχει αριθμούς. Ή για λαούς που έχουν την ίδια λέξη για το πράσινο και το μπλε και υποτίθεται ότι δεν αντιλαμβάνονται τη διαφορά ανάμεσα σε ένα φύλλο δέντρου και τον ουρανό τόσο ζωηρά όσο εμείς.
Η σκέψη αυτή, καλώς ή κακώς, είναι μαγευτική. Για σκέψου – ό,τι λέμε, αυτό είμαστε. Είμαστε η γλώσσα που μιλάμε.
Μία πλήρης απεικόνιση όμως του πώς λειτουργεί η γλώσσα δείχνει πόσο εξωπραγματική είναι η ιδέα ότι η γλώσσα Χ κάνει τους ομιλητές της να βλέπουν και να αισθάνονται «έναν διαφορετικό κόσμο» από τους ομιλητές της γλώσσας Ψ. Επιπλέον, η υιοθέτηση αυτής της ιδέας βασίζεται σε μια επιθυμία να αναγνωρίσουμε τη νοημοσύνη του «άλλου», η οποία, μολονότι καλών προθέσεων, ξεστρατίζει σε ένα είδος πατερναλισμού αχρείαστου με βάση την υπέροχη πολυπλοκότητα και τις αποχρώσεις τής κάθε γλώσσας. Είναι ένα θαύμα όταν ένα οποιοσδήποτε από τα έξι δισεκατομμύρια άτομα που υπάρχουν στον κόσμο ξεστομίζει μια φράση, τελείως ανεξάρτητα από το αν αυτή σηματοδοτεί πώς το άτομο αυτό «βλέπει τον κόσμο».
Στο παρελθόν, η ιδέα περί της «γλώσσας ως καθρέφτη της σκέψης» βρήκε οπαδούς με τους οποίους εμείς σήμερα δεν θα θέλαμε πολλά πάρε-δώσε. Ένας απ’ αυτούς ήταν ο αδιάλλακτος υπερ-εθνικιστής Γερμανός ιστορικός Χάινριχ φον Τράιτσκε. Πρωσολάτρης, ξενόφοβος και απροκάλυπτα αντισημίτης, ο Τράιτσκε οδηγήθηκε, περί τα τέλη του 19ου αιώνα σε αντιλήψεις του τύπου «οι διαφορές στη γλώσσα αναπόφευκτα δηλώνουν διαφορετικές κοσμοαντιλήψεις».
Το βιβλίο αυτό θέλει να δείξει ότι μπορούμε να αναγνωρίσουμε τη νοημοσύνη των ιθαγενών λαών με έναν άλλο τρόπο: υπογραμμίζοντας ότι όλα τα ανθρώπινα όντα σκέφτονται με παρόμοιο τρόπο. Αν δούμε τις γλώσσες από παγκόσμια οπτική, αυτό το συμπέρασμα προκύπτει, και όχι η ύπαρξη έξι χιλιάδων διακριτών «κοσμοαντιλήψεων».

Τι χρειάζονται τους δείκτες αυτοπτικότητας οι Βούλγαροι;
Ένα κατεξοχήν δελεαστικό επιχείρημα για να συνδέσουμε το πώς λειτουργεί μια γλώσσα με το πώς είναι οι ομιλητές της, είναι ένα ενδιαφέρον φαινόμενο της γλώσσας Τουγιούκα του Αμαζονίου. Στη γλώσσα αυτή, για να δηλώσεις κάτι πρέπει να αναφέρεις και πώς γνωρίζεις ότι είναι αλήθεια (εάν γνωρίζεις). Το στοιχείο αυτό είναι τόσο βαθιά ενσωματωμένο στη γλώσσα, που τη γνώση σου δεν την εξηγείς με φράσεις του τύπου «άκουσα ότι» ή «λένε», αλλά με ειδικές καταλήξεις που προσθέτεις στις προτάσεις, παρόμοιες με αυτές που χρησιμοποιούμε στα αγγλικά για να σχηματίσουμε τον αόριστο (-ed) ή τον πληθυντικό (-s). Υπάρχουν διαφορετικά τέτοια επιθέματα ανάλογα με το αν μιλάς για το παρελθόν, για έναν άντρα, για μια γυναίκα, για τον συνομιλητή σου, εσένα τον ίδιο κ.ο.κ.
Αυτά οι γλωσσολόγοι τα αποκαλούν δείκτες αυτοπτικότητας. Kάθε γλώσσα έχει τρόπους να κάνει ως ένα βαθμό ό,τι κάνουν οι δείκτες αυτοπτικότητας, απλώς η Τουγιούκα το κάνει σε ακραίο βαθμό.
Θα πρέπει να αντισταθούμε στην ιδέα ότι, όσοι έχουν δείκτες αυτοπτικότητας, με κάποιο μαγικό τρόπο γίνονται πιο ευαίσθητοι ως προς την προέλευση των πληροφοριών. Η Άννα Παπαφράγκου από το Πανεπιστήμιο του Delaware έδειξε ότι παιδιά κορεατικής καταγωγής, μολονότι έμαθαν τους δείκτες αυτοπτικότητας στα κορεατικά, δεν ήταν καλύτερα από τα αγγλόφωνα παιδιά στο να σκέφτονται σχετικά με τις πηγές πληροφόρησης.
Υπάρχει όμως ο πειρασμός να υποθέσουμε κάτι άλλο που επηρεάζει αυτή την αυξημένη προσοχή των Τουγιούκα για την προέλευση των πληροφοριών: ότι η κουλτούρα τους επηρέασε τη γλώσσα. Καθώς ζουν σε τροπικό δάσος, πρέπει ολοένα να επαγρυπνούν για την παρουσία επικίνδυνων ζώων, να είναι διαρκώς προσεκτικοί για το αν μπορούν να βασιστούν στα λόγια κάποιου ότι σε κάποιο μακρινό σημείο υπάρχει τροφή κ.ο.κ.
Αυτό ηχεί πιστευτό όταν σκεφτόμαστε μόνο τους Τουγιούκα. Ωστόσο, όσο περίεργοι και αν ηχούν οι δείκτες αυτοπτικότητας σε έναν αγγλόφωνο, στην πραγματικότητα είναι πολύ συνήθεις παγκοσμίως.
Κατά βάση, με το να συνδέσεις τους δείκτες αυτοπτικότητας με το πώς είναι οι άνθρωποι, ουσιαστικά λες ότι κάποιες ομάδες είναι πιο σκεπτικιστικές από άλλες. Ωστόσο, ο ισχυρισμός αυτός δεν είναι τόσο αθώος όσο φαίνεται. Οι δείκτες αυτοπτικότητας είναι σπάνιοι στην Ευρώπη, και γι’ αυτό μας φαίνονται εξωτικοί. Ποιος από μας όμως είναι διατεθειμένος να παραδεχτεί ότι οι αρχαίοι Έλληνες, για παράδειγμα, οι οποίοι παρήγαγαν κάποιες από τις πρώτες φιλοσοφικές πραγματείες στον κόσμο εξετάζοντας εξονυχιστικά όλες τις πιθανότητες, ακόμα και τις πιο απλές, και ζούσαν σε μια κοινωνία διαρκώς υπό πολιορκία από άλλες αυτοκρατορίες ή και από άλλους Έλληνες αντιπάλους, ήταν ένας σχετικά εύπιστος, απερίσκεπτος λαός με μέτριο ενδιαφέρον για τις πηγές πληροφόρησης;
Και, θα προσθέσω: εάν ξέρετε κάποιους Έλληνες σήμερα, θα λέγατε ότι δεν είναι ιδιαίτερα σκεπτικιστές; Πάντως εγώ όχι. Και όμως, η ελληνική δεν έχει δείκτες αυτοπτικότητας όπως η Τουγιούκα. Ποτέ δεν είχε, δεν έχει τώρα, ούτε δείχνει κανένα σημάδι ότι πρόκειται να αποκτήσει. Ωστόσο, αν είχε, πολλοί θα ήταν έτοιμοι να συνδέσουν τους δείκτες αυτούς με την μεγάλη σωκρατική παράδοση και την επίδρασή της στην ελληνική σκέψη.
Από την άλλη, αν οι Τουγιούκα έχουν δείκτες αυτοπτικότητας επειδή το απαιτεί η κουλτούρα τους, τότε για ποιο λόγο άραγε η μόνη ευρωπαϊκή γλώσσα που έχει κάτι ανάλογο είναι η βουλγαρική; Συμβαίνει να γνωρίζω κάποιους Βουλγάρους, και θα έλεγα ότι δεν είναι ούτε λιγότερο ούτε περισσότερο σκεπτικιστές από οποιονδήποτε άλλο. Τι κοινό έχουν οι Βούλγαροι με τα μέλη της φυλής Τουγιούκα; Και, κυρίως, τι κοινό έχουν με τους Τουγιούκα που δεν το έχουν οι Τσέχοι, οι Μακεδόνες και οι Πολωνοί;
Οι γλώσσες εξελίσσονται ανάλογα με τις ανάγκες των ομιλητών τους: μπορείτε να θαυμάσετε αυτή την πρόταση, αλλά κατόπιν αναρωτηθείτε πώς συνδυάζεται με το γεγονός ότι οι Βούλγαροι ήταν οι μόνοι Ευρωπαίοι που «χρειάζονταν» δείκτες αυτοπτικότητας, και όχι π.χ. οι παραδοσιακά φιλοσοφημένοι Γάλλοι.
Πιο ανατολικά, μια άλλη γλώσσα με τέτοιους δείκτες είναι η τουρκική. Γιατί όμως οι Τούρκοι και όχι π.χ. οι Πέρσες, εάν οι δείκτες αυτοπτικότητας έχουν οποιαδήποτε σχέση με την κουλτούρα;
Τα δεδομένα σχετικά με τους δείκτες αυτούς δείχνουν ότι, εάν τους θεωρήσουμε πολιτιστικούς, αντιμετωπίζουμε μειωτικά έναν τεράστιο αριθμό από τους λαούς του κόσμου.
Οι περισσότερες από τις λειτουργίες μιας γλώσσας δεν ανάγονται στην ανάγκη, αλλά στη συντυχία [happenstance].

Οι γλώσσες δεν είναι πράγματα
Όσον αφορά τη γραμματική, οι γλώσσες είναι τρομερά διαφορετικές, αλλά όχι κατά τρόπους που αντιστοιχούν στο πόσο διαφορετικοί είναι οι λαοί. Ο Ντέιβιντ Χάρρισον διαφωνεί: «Αν είναι έτσι, τότε το Στόουνχεντζ και το Μάτσου Πίτσου διαφέρουν μόνο λόγω διαφορετικών μεθόδων οικοδόμησης που αναπτύχθηκαν στην τύχη, αλλά δεν μας λένε τίποτε το ενδιαφέρον για τον αρχαίο νεολιθικό πολιτισμό και την κουλτούρα των Ίνκας του 14ου αιώνα».
Μα αυτό ακριβώς λέμε: οι γλώσσες δεν είναι πράγματα. Το Στόουνχεντζ και το Μάτσου Πίτσου, ως δείγματα κουλτούρας, μας λένε πάρα πολλά για τους ανθρώπους που τα χτίσανε. Ωστόσο, αν είχαμε καταγραφές της γλώσσας που μιλούσαν οι χτίστες του Στόουνχεντζ, η δομή της δεν θα μας έλεγε τίποτε για το πώς ήταν αυτοί οι άνθρωποι, ούτε η πρώιμη Κετσούα θα μας έλεγε τίποτε για το τι σήμαινε να είσαι Ίνκα το 1500. Ασφαλώς, και οι δύο γλώσσες είχαν λέξεις για πράγματα που είναι σημαντικά στις κουλτούρες τους. Ωστόσο, πόθεν η ιδέα ότι αυτό που διαμορφώνει τη σκέψη είναι η λέξη για κάτι και όχι το ίδιο το πράγμα;
Ο Χάρρισον συνεχίζει: «Είναι δύσκολο να φανταστούμε μεγαλύτερη περιφρόνηση για τα προϊόντα της ανθρώπινης ευφυίας και την πολυμορφία τους που αναδύεται με διαφορετικό τρόπο υπό διαφορετικές συνθήκες. Καθώς οι άνθρωποι διασκορπίστηκαν και κατοίκησαν τον πλανήτη, διαρκώς προσαρμόζονταν, εφαρμόζοντας την επινοητικότητά τους για να επιλύσουν μοναδικά προβλήματα επιβίωσης σε κάθε τόπο, και εφευρίσκοντας μοναδικούς τρόπους να εννοιολογούν ιδέες. Η γεωγραφική απομόνωση και ο αγώνας για την επιβίωση υπήρξαν ο καταλύτης για τεράστια δημιουργικότητα».
Οι γλώσσες όμως δεν είναι πίνακες ζωγραφικής. Δεν αναπτύσσονται επειδή οι άνθρωποι θέτουν σε λειτουργία την ευφυία τους ή είναι δημιουργικοί. Οι γλώσσες αναπτύσσονται μέσα από βήμα προς βήμα περιπλανήσεις, που δεν εισέρχονται στο πεδίο της συνειδητότητας. Πώς αλλιώς μπορεί να κατέληξαν τα εσθονικά να έχουν δεκατέσσερις πτώσεις; Είναι δυνατό να σχεδιάσει κανείς τέτοια πράγματα; Αν αυτό είναι δημιουργικότητα, δεν είμαι σίγουρος αν κάνουμε κομπλιμέντο στους Εσθονούς.
Η εντύπωση ότι οι άνθρωποι «δημιουργούν» τις γραμματικές τους είναι εύκολο να διατηρηθεί όταν θαυμάζουμε μία γλώσσα που δε μοιάζει με τη δική μας και τη μιλά ένας ιθαγενής λαός. Όταν μια γλώσσα λειτουργεί τόσο διαφορετικά απ’ τη δική μας, μια αυθόρμητη εντύπωση που βγαίνει από μέσα μας είναι ότι πρόκειται για απόκλιση από την ομαλότητα, και μάλιστα μια απόκλιση που θα πρέπει να προκλήθηκε σκοπίμως, ή να προέκυψε λόγω κάποιας πιεστικής περίστασης όπως κάποια σημαίνουσα πολιτισμική ιδιαιτερότητα. Ωστόσο, η εντύπωση αυτή καταρρέει όταν στρέψουμε το φακό πάνω στους εαυτούς μας. Η ισπανική έχει καταλήξεις για την υποτακτική. Ποιος τις «δημιούργησε»; Κατά ποία έννοια οι καταλήξεις αυτές αντιστοιχούν προς τη ζωή στη Μαδρίτη και όχι προς τη ζωή στο Τόκιο;

Η γλώσσα δεν εξυπηρετεί ανάγκες
Αυτό που είναι υπέροχο σχετικά με το πώς φτιάχνεται μία γλώσσα δεν είναι η αντιστοιχία της με τα ήθη, την κοσμολογία και τα σχήματα σκέψης του λαού, αλλά η πρωτεϊκή, γόνιμη ανεξαρτησία της από αυτά, που πάντοτε συμβαίνει να καρποφορεί σε νέους χώρους νοήματος και πολυπλοκότητας, που μας οδηγεί να τη σκεφτούμε σαν κάτι αδύνατο να κατασταλεί. Το να θεωρούμε ότι το πιο ενδιαφέρον πράγμα στη γλώσσα είναι το πώς φωτίζει τις νοητικές διαδικασίες των ομιλητών, είναι σαν να απολαμβάνουμε την Έβδομη Συμφωνία του Μπετόβεν όχι για τις ευρηματικές της μελωδίες, τον αρμονικό της πλούτο, την ορμητική διαδοχή των θεμάτων και την παράτολμη ενορχήστρωση, αλλά για μια χούφτα ασαφείς ενδείξεις σχετικά με το τι τύπος ήταν ο Μπετόβεν.
Από συναισθητική άποψη, μια γλώσσα μυρίζει σαν φρεσκοκομμένο χορτάρι ή σαν μια υγρή ζούγκλα. Είναι σαν φαγητό πάνω στη φωτιά –κοχλάζει, σα να λέμε. Ωστόσο, αυτό δεν το κάνει κατόπιν υπόδειξης με βάση τις ανάγκες μιας κουλτούρας. Όπως και η κουλτούρα, αλλά χωριστά απ’ αυτήν, η γλώσσα είναι η ίδια το θαύμα.
Από τις φουσκάλες που κάνει αυτή η σούπα καθώς βράζει, άλλες σκάζουν σε αυτή την άκρη, άλλες σ’ εκείνη, άλλες στη μέση. Μόνο ο Θεός ξέρει πού ακριβώς θα εμφανιστεί κάποια –το μόνο που ξέρουμε είναι ότι κάποιες θα εμφανιστούν, κάπου και πάντοτε. Υπάρχει μία ατέλειωτη ποικιλία αποχρώσεων της ζωής που μπορεί μια γλώσσα να καταλήξει να σηματοδοτεί. Όλες οι γλώσσες σηματοδοτούν κάποιες αλλά όχι όλες, και το ποιες σηματοδοτούν εξαρτάται όχι από το τι χρειάζονται οι ομιλητές ή από το πώς είναι, αλλά από την τύχη. Η τύχη είναι αυτό που κάνει τόσο τον Ζεράρ Ντεπαρντιέ όσο και ένα μαύρο αγόρι στο Τζέρσυ να χρησιμοποιούν δείκτη της υποτακτικής, όπως και η τύχη είναι ο λόγος για τον οποίο τόσο οι Τουγιούκα όσο και οι Βούλγαροι έχουν δείκτες αυτοπτικότητας, ενώ οι Πολυνήσιοι και οι Τσέχοι δεν έχουν.
Οι γλώσσες κατά κανόνα είναι πολύ παλαιότερες από την τωρινή κουλτούρα στην οποία χρησιμοποιούνται. Συχνά επιβλήθηκαν πάνω σε ανθρώπους άσχετους με εκείνους από τους οποίους ξεπήδησαν: η αραβική ξεκίνησε ως η γλώσσα μιας ασαφούς ομάδας νομάδων της Αραβίας και μόνο αργότερα επιβλήθηκε στους Αιγυπτίους που μιλούσαν κοπτικά, στους Βορειοαφρικανούς που μιλούσαν βερβερικά και σε άλλους. Ούτως ή άλλως οι γλώσσες γνωρίζουν τεράστιες αλλαγές με το χρόνο: η παλαιά αγγλική ήταν πολύ παρόμοια με τη γερμανική στη δομή και το λεξιλόγιο. Ποιο στάδιο της γλώσσας «διαμορφώνει» τις σκέψεις των ομιλητών σε ποια περίοδο –και επιπλέον, ποιες ακριβώς σκέψεις, και γιατί αυτές και όχι άλλες;

Σεβασμός ή ιεραρχία των πολιτισμών;
Η θεωρία της «γλώσσας ως σκέψης», αντίθετα με τις προθέσεις της, καταλήγει στη συγκατάβαση απέναντι σε γλώσσες που μιλιούνται πέρα από τις γεωπολιτικά κυρίαρχες χώρες.
Ας θυμηθούμε τον αγαπητό μας Πρώσο φον Τράιτσκε. Η διατύπωσή του δεν δείχνει και τα πιο φιλικά αισθήματα για τις γλώσσες αυτές, και πράγματι, η λέξη που χρησιμοποιούσε ο Τράιτσκε για αυτούς τους ατυχείς λαούς του κόσμου ήταν «βάρβαροι». Όχι πολύ πριν, στον γερμανόφωνο κόσμο, ακόμη και ο πολυμαθής φιλόσοφος-γλωσσολόγος Βίλχελμ φον Χούμπολτ θεωρούσε ότι η κινεζική, καθώς στερείται γένους και κλιτικών καταλήξεων, εκπροσωπεί ένα παλαιότερο «στάδιο» γλώσσας από τις ευρωπαϊκές, ακατάλληλο για τους υψηλότερους βαθμούς νόησης και προόδου. Ο τίτλος ενός από τα εμβληματικά του έργα τα λέει όλα: «Η πολυμορφία της δομής των ανθρωπίνων γλωσσών και η επιρροή της επί της πνευματικής αναπτύξεως της ανθρωπότητος» (στα γερμανικά ακόμα περισσότερο: die geistige Entwicklung des Menschensgerschlechts). Αυτό λίγο απέχει από τη σύγχρονη επιδίωξη να εμφανιστούν οι γλώσσες ως «κοσμοθεωρίες».
Οπότε λοιπόν: δεν έχει νόημα να συστοιχίσουμε τη δομή της γλώσσας με την κουλτούρα. Πριν από έναν αιώνα, ο Έντουαρντ Σαπίρ είχε πει: «Από την άποψη της γλωσσικής μορφής, ο Πλάτων βαδίζει μαζί με τον Μακεδόνα χοιροβοσκό και ο Κομφούκιος με τον άγριο κυνηγό κεφαλών του Ασάμ». Το λεξιλόγιο ηχεί κάπως αδέξιο σήμερα, αλλά ο Σαπίρ εννοούσε ότι η μακεδονική γλώσσα, συγγενής προς τη ρωσική, βρίθει πτώσεων και κλίσεων όπως ακριβώς και η αρχαία ελληνική, ενώ η κινεζική είναι φτιαγμένη όπως πολλές μικρές γλώσσες που μιλιούνται στη νοτιοανατολική Ασία. Η δομή της κουλτούρας και της γλώσσας –δηλαδή η δομή της σκέψης και της γλώσσας- δεν ταιριάζουν.
Με βάση τα παραπάνω, κατά πόσο μπορούμε να δοξάζουμε το λεξιλόγιο των μικρών γλωσσών επειδή «ενσαρκώνουν την οπτική μιας κουλτούρας»; Στο κάτω κάτω, το λεξιλόγιο των δικών μας γλωσσών είναι, –τι άλλο;- απλώς λέξεις. Καμιάς γλώσσας οι λέξεις δεν μπορούν να σηματοδοτήσουν την κάθε απόχρωση της ζωής, και έτσι κάθε γλώσσα συμβαίνει να κατανέμει την αντίληψη διαφορετικά. Οι διαφορές είναι σαφείς, αλλά η ιδέα ότι μαρτυρούν διαφορετικές αντιλήψεις για τη ζωή στέκει μόνο εάν μπορούμε να τη δεχτούμε για γλώσσες κοντινές σε μας. Τα σουηδικά δεν έχουν χωριστή λέξη που να σημαίνει «σκουπίζω», ούτε τα γαλλικά λέξη που να σημαίνει «ξεχωρίζω» [stick out]. Εάν οι Σουηδοί μπορούν παρόλα αυτά να σκουπίζουν και οι Γάλλοι να βλέπουν πράγματα να ξεχωρίζουν, τότε η όλη εικόνα που μας δίνεται συχνά για το λεξιλόγιο των ιθαγενών καταρρέει.

 

Τα αποσπάσματα αυτά βρίσκονται σε διάφορα σημεία του βιβλίου, και ειδικότερα στην Εισαγωγή σελ. ix, xix και xx και στις σελίδες 37-41 και 51, 55-8, 119, 121-2 και 150-1.

The Language Hoax

4 comments
  1. Omadeon said:

    Συμφωνώ, αλλά… με επιφυλάξεις πολλές.

    Κατ’ αρχάς, στη μαθηματική λογική και στη γλωσσολογία υπάρχει αυτό που λέμε «εκφραστική δύναμη», κι αυτό βέβαια αφορά περισσότερο τη λογική παρά τη γλώσσα, αλλά είναι σημαντικό.
    Οταν λέμε π.χ. ότι ο απλός προτασιακός λογισμός (propositional calculus) «έχει λιγότερη εκφραστική δύναμη» από τον πλήρη κατηγορηματικό λογισμό (predicate calculus)… λέμε κάτι πάρα πολύ συγκεκριμμένο, με σαφείς επιπτώσεις στο ΤΙ μπορεί κανείς να χειριστεί (από λογική άποψη). Αν (λέμε τώρα), μία ανθρώπινη γλώσσα περιέχει ενσωματωμένο τον πλήρη κατηγορηματικό λογισμό ενώ μία άλλη περιορίζεται στον προτασιακό λογισμό, η δεύτερη είναι σαφέστατα περιορισμένη, λόγω της περιορισμένης εκφραστικής δύναμης (expressive power).

    Συμφωνώ όμως με το κείμενο, σε σημαντικό βαθμό, διότι έχει δίκιο να υποστηρίζει ότι μετράνε τα ίδια τα πράγματα και όχι οι λέξεις που τα εκφράζουν. Αν θέλει κανείς να ζήσει σε μια εικονική πραγματικότητα λέξεων, που δεν έχουν καν σημαντική αντιστοιχία με την πραγματικότητα, τότε ασφαλώς οι λέξεις αυτές μετράνε εξ ορισμού πολύ περισσότερο από τα (εικονικά έως ανύπαρκτα) πράγματα.
    Ομως το Τάο Τε Τσιγκ έχει δίκιο, όταν ξεκινάει με τη δήλωση
    «The name that can be named is not the real name».

    Φτάνει πια ο «φασισμός» της προτεραιότητας του Λόγου.
    Εν αρχή δεν ην ο λόγος.
    Εν αρχή ΙΣΩΣ ήν ο ΗΧΟΣ…

    Γνώμη μου είναι ότι το πολύτιμο αυτό κείμενο είναι χρήσιμη «τροφή για σκέψη» έστω και αν σε κάποιο σημείο η προσέγγισή του έχει περιθώρια δημιουργικού αντιλόγου.

    π.χ. Χάρις στο κείμενο αντιλήφθηκα πρώτα-πρώτα μια δική μου νοητική… αντίφαση.
    1) από τη μία μεριά, κάποτε υποστήριξα ότι στο μέλλον η ανθρώπινη γλώσσα θα εξελιχθεί εκφραστικά μέχρι του σημείου να συμπεριλάβει μεγάλο μέρος της μαθηματικής λογικής (και εν μέρει το πιστεύω ακόμη…)
    2) από την άλλη μεριά, δεν παύω να λέω κι εγώ ότι «ο χάρτης δεν είναι η περιοχή» και ότι εκείνο που μετράει είναι τα πράγματα και όχι οι λέξεις που τα περιγράφουν.

    Ακόμη δεν έχω λύσει την αντίφαση, αυτή… αλλά το κείμενο αυτό ίσως βοηθήσει κάποτε μια «διαλεκτική υπέρβαση»…

  2. Omadeon said:

    Υ.Γ. τώρα που το σκέφτομαι…
    ίσως και να ισχύει ότι ΟΛΕΣ οι ανθρώπινες γλώσσες έχουν, τελικά, την ίδια εκφραστική δύναμη, διότι ΟΛΕΣ περιέχουν τις δομές του πληρους Predicate Calculus. Αυτό δηλαδή που είπα στην αρχή, ίσως να μην έχει πραγματική βάση σε ανθρώπινες γλώσσες…

    Ο Τσόμσκυ κάποτε κατάφερε να ανάγει ΟΛΕΣ τις ανθρώπινες γλώσσες στην ίδια θεμελιώδη δομή του Transformational Grammar, το οποίο απέδειξε ότι είναι έμφυτο σε κάθε νήπιο, σαν δυνατότητα, πριν μάθει να μιλάει…

    Τα θέματα περιπλέκονται βέβαια, όταν ασχοληθούμε με δυνατότητες έκφρασης τεχνολογικών και μαθηματικών δομών, όπου για τέτοια θέματα η κάθε κουλτούρα δεν είναι απαραίτητο ότι ασχολήθηκε εξίσου με άλλες.
    Παρόλ’ αυτά, αδυνατώ να φανταστώ ανθρώπινη γλώσσα όπου να μην μπορεί κάποιος να μεταφράσει όλη τη λογική και όλα τα μαθηματικά. Αρα, αυτή η δυνατότητα υπάρχει πάντα και είναι θέμα παιδείας αν τελικά θα αναπτυχθεί πλήρως…

    (ίσως έχω λάθος)

  3. Υπάρχει ένα εξαιρετικό άρθρο στο New Yorker των Χριστουγέννων του 2012.
    [ http://www.newyorker.com/magazine/2012/12/24/utopian-for-beginners ]
    Αναφέρεται σε μία τεχνητή γλώσσα, την Ithkuil, [ http://en.wikipedia.org/wiki/Ithkuil ] που κατασκευάστηκε με σκοπό την απόλυτα σαφή νοηματοδότηση χωρίς παρερμηνείες, και στην εμπλοκή μίας ακροδεξιάς σέχτας Ουκρανών στην χρήση της, η οποία, κατά τον ουκρανό φυρερίσκο, θα επέτρεπε την εξέλιξη των εγκεφάλου των ομιλητών της.
    Ο ερασιτέχνης γλωσσολόγος που την κατασκεύασε, ο John Quijada, αγνοούσε πως τα πολλαπλά νοήματα είναι καταστατικό, προκαλωδιωμένο στον ανθρώπινο εγκέφαλο, στοιχείο της γλώσσας.
    Οι Ουκρανοί εθνικιστές από τη μεριά τους πίστευαν πως βρήκαν νέου τύπου αναβολικά.

    Όσο για τον John McWhorter, έχω ακούσει αρκετές διαλέξεις του για τη γλώσσα από τη σειρά του The Teaching Company και πέρα από μία φανερή αγάπη για το αντικείμενο, δεν νομίζω πως υπακούει σε πολιτική-φυλετική ατζέντα, όντας ο ίδιος αφροαμερικανός. Θυμάμαι πως σε μία διάλεξή του εξέφρασε την άποψη πως τα ebonics των αμερικανικών ghettos προέρχονται από τα cockney της αγγλικής εργατικής τάξης.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: