Περί του κινδύνου απόδοσης συμπαγών εξεγερσιακών ταυτοτήτων: Η περίπτωση της Ουκρανίας και της Βοσνίας

του Πάνου Κομπατσιάρη

Τον τελευταίο καιρό συνέβησαν δύο «εξεγέρσεις» επί Ευρωπαϊκού εδάφους: η πρώτη είναι αυτή στην Ουκρανία και η δεύτερη αυτή στη Βοσνία. Όταν πρωτοξεκίνησαν αυτές οι  εξεγέρσεις, παρατηρήθηκε αρχικά μεταξύ εγχώριων και ευρωπαίων «κινηματικών» συνομιλητών ένας μάλλον ενθουσιασμός, πλαισιωμένος από έναν λόγο που θεωρεί κάθε «αντίσταση ενάντια στην εξουσία» καλή. Παρόλα αυτά, στη συνέχεια και καθώς διάφορες, συχνά αντικρουόμενες, πληροφορίες γίνονταν γνωστές για τις περιπτώσεις αυτές, φάνηκε να υπάρχει προβληματισμός ως προς το πώς θα ταυτοποιηθεί και θα καταταγεί πολιτικά η κάθε μία. Εν τέλει η απόφανση υπήρξε η πλέον λίγο-πολύ ακόλουθη γνωστή: η πρώτη είναι επανάσταση εθνικιστών-Ναζιστών και η δεύτερη της εργατικής τάξης. Αυτή η αφήγηση χτίστηκε κατά βάση μέσα από διάφορα σποραδικά αναγνώσματα και εικόνες στο διαδίκτυο που ερμηνεύτηκαν καταλλήλως ώστε να στριμωχτούν στο παραπάνω πλαίσιο ανάγνωσης. Εν συνεχεία, οι υποστηρικτές αυτής άποψης πατώντας στο παράδειγμα της Ουκρανίας προειδοποίησαν: «κάθε εξέγερση δεν είναι καλή» ή καλύτερα «κάποιες εξεγέρσεις δεν είναι προς το συμφέρον της εργατικής τάξης». Αφού, λοιπόν, πρώτα δόθηκαν αυτές οι συμπαγείς ταυτότητες σε αυτά τα κινήματα, εν ολίγοις το ένα ήταν ο «ήρωας» και το άλλο ο «κακός», ύστερα ήρθε και το δεύτερο πόρισμα: η Ευρωπαϊκή Ένωση υποστηρίζει τους Ουκρανούς εθνικιστές επειδή είναι καπιταλιστική, ενώ απειλεί να στείλει στρατεύματα στη Βοσνία επειδή η εξέγερση έχει ταξικό πρόσημο. Η ετυμηγορία αυτή έρχεται δηλαδή σε δεύτερο πλάνο να επιβεβαιώσει τον ακόλουθο γενικά αποδεκτό κανόνα μεταξύ αυτών των συνομιλητών: η καπιταλιστική ΕΕ υποστηρίζει εθνικιστικά κινήματα γιατί δεν την απειλούν ενώ τσακίζει τα ταξικά γιατί την απειλούν.

Η παραπάνω δήλωση μπορεί φυσικά να έχει και μια ισχυρή δόση αλήθειας. Χωρίς να θέλω να την αμφισβητήσω ριζικά ή να αντιπαρατεθώ στη βάση τού τι «πραγματικά είναι» αυτές οι εξεγέρσεις, σε αυτό το σημείωμα θα προσπαθήσω να μιλήσω για τον κίνδυνο αντιμετώπισης διαφόρων κοινωνικών κινημάτων ως «συγκροτημένων» ταυτοτήτων που μπορεί να είναι μόνο ή «αυτό» ή μόνο το «άλλο». Στο παραπάνω παράδειγμα απόδοσης συμπαγών ταυτοτήτων, όπως είδαμε και παραπάνω, υπάρχει καταρχήν η αποκήρυξη της συνήθους ταύτισης με καθετί το εξεγερσιακό και, μαζί της, η επιβεβαίωση της κριτικής μας ικανότητας, της ικανότητάς μας να ξεχωρίζουμε τι είναι «καλό» και τι «κακό».  Σε δεύτερο πλάνο, όμως, υπάρχει και η επιβεβαίωση μια άλλης συνήθους ταύτισης, που κατά τα φαινόμενα λειτουργεί ως εξισορροπητική της «παρεκκλίνουσας» πρώτης. Η ταύτιση με την άποψη πως η πολιτική εξουσία λειτουργεί με έναν και μοναδικό τρόπο, έχει μία λογική, σύμφωνα με την οποία πάντα θα προσπαθεί να καταστέλλει «εμάς» και να υποστηρίζει τον «εχθρό» μας. Έτσι, με έναν φαινομενικά αυτο-αναφορικό τρόπο, διάφορες διαδικασίες και γεγονότα που βρίσκονται εν εξελίξει, τοποθετούνται σε ήδη παγιωμένα συστήματα ερμηνείας. Όταν μάλιστα αυτά τα συστήματα αντιλαμβάνονται την «πολιτική εξουσία» και τη σχέση της με τα κοινωνικά κινήματα ως κάτι προβλέψιμο, και για το οποίο ήδη μπορούμε να αποφανθούμε με σιγουριά σχετικά με τη λειτουργία του, υπάρχει ένας πολλαπλός κίνδυνος: πρώτον, ο εμφανής κίνδυνος «φετιχοποίησης» διαφόρων καταστάσεων και ακόμη δαιμονοποίησης «εθνοτικών ομάδων», όπως επανειλημμένα έγινε και στην περίπτωση της Ουκρανίας, με βάση το αν οι εξεγέρσεις «τους» πληρούν ορισμένα επαναστατικά κριτήρια. Δεύτερον, σε συνάρτηση με το παραπάνω, η απο-ιστορικοποίηση διαθέσεων, κλίσεων, ροπών, συμβολικών εκφράσεων και υποδηλώσεων. Τρίτον, η παράβλεψη της «κίνησης» του κινήματος, δηλαδή των πολιτικών και κοινωνικών διεργασιών που λαμβάνουν χώρα καθώς αυτό συμβαίνει. Τέταρτον, η αδυναμία κατανόησης της περιπλοκότητας, των πολιτικών μεσολαβήσεων και διαβουλεύσεων, που λαμβάνουν χώρα εντός και γύρω της πολιτικής εξουσίας, βλ. εδώ «καπιταλιστική Ε.Ε.», καθώς και τη διασύνδεση και αλληλεξάρτησή της με άλλα συστήματα εξουσίας, π.χ. της επίσης «καπιταλιστικής Ρωσίας».

Ειδικά όσον αφορά στο τελευταίο σκέλος της παρατήρησής μας, φαίνεται πως μια γρήγορη ταυτοποίηση  αποτυγχάνει να κατανοήσει κάτι ιδιαιτέρως σημαντικό σχετικά με όποιες σύγχρονες πολιτικές αναλύσεις. Διότι δεν είναι ιδιαίτερα παραγωγικό να δει κανείς την πολιτική εξουσία σήμερα με όρους ψυχροπολεμικούς, όπου όλες οι αποφάσεις και διαδικασίες που συμβαίνουν οφείλουν να στριμωχτούν σε ένα ερμηνευτικό πλαίσιο σύμφωνα με το οποίο θα πρέπει σώνει και καλά να εξυπηρετούν μία εκ των δύο αντιμαχόμενων λογικών. Η πολιτική εξουσία σήμερα και ο τρόπος άσκησής της είναι αρκετά πιο ρευστός απ’ ότι στο παρελθόν και ο χαρακτήρας της είναι πάνω απ’ όλα διαχειριστικός. Αυτό που έχει  ονομαστεί «νεοφιλελεύθερη κυβερνολογική»[i], δηλαδή οι κυρίαρχες διαδικασίες και λογικές πολιτικής διακυβέρνησης εντός του παρόντος οικονομικο-πολιτικού παραδείγματος, δε χαρακτηρίζεται τόσο πολύ από την προσκόλληση σε ιδεολογικές συνάφειες, αλλά περισσότερο από μία λογική διαχείρισης της εκάστοτε κατάστασης που θα προκύψει προς ίδιον όφελος. Με άλλα λόγια, η λογική της διαχείρισης έχει περισσότερο τακτικό αντί για  ιδεολογικό χαρακτήρα, έχει δηλαδή περισσότερο να κάνει με την επιθυμία ελέγχου διαδικασιών και της «μεταστροφής» γεγονότων προς ίδιον όφελος και λιγότερο με την επιβολή ενός συγκεκριμένου μοντέλου, το  οποίο είναι προαποφασισμένο και αναπτύσσεται στη βάση ενός «συγκροτημένου» ιδεολογικού πλαισίου. Με αυτό το σκεπτικό δε θα πρέπει να εκπλαγούμε αν η Ε.Ε. τακτικά στηρίξει, για τους δικούς της λόγους και για λόγους επιβίωσης, επαναστάσεις τις οποίες  αποκαλούμε σήμερα «ταξικές» ή αν, αντίθετα, συνηγορήσει στην καταστολή ναζιστικών κομμάτων και οργανώσεων -πράγμα που άλλωστε έγινε και με την Χ.Α.

Η προσπάθεια αποφυγής του διαρκούς άγχους ταυτοποίησης ενός οποιουδήποτε συμβάντος σύμφωνα με τι μπορεί να είναι «καλό» και τι «κακό» για τα επαναστατικά κριτήρια που θέτουμε, είναι επομένως χρήσιμη ώστε να μη τσουβαλιάζονται οι εξαιρετικά περίπλοκες διαδικασίες που λαμβάνουν χώρα στην Ουκρανία ή στη Βοσνία ως «ναζιστική» ή «ταξική» επανάσταση αντίστοιχα. Αυτό το άγχος άλλωστε, όπως υποστηρίζεται και παραπάνω, μπορεί να οδηγεί από τη μία σε φαινόμενα «πολιτισμικού ρατσισμού» ή/ και φετιχοποίηση «εθνών» και από την άλλη σε ερμηνευτικά σχήματα αποπροσανατολιστικά σε σχέση με τις υπάρχουσες κατανομές εξουσίας.


[i] Βλ. για παράδειγμα Rose, Nikolas Powers of Freedom: Reframing Political Thought New York: Cambridge University Press, 1999

3 comments
  1. kseeath said:

    Ουκρανία: άλλη μια μαύρη σελίδα της αστικής αντεπανάστασης
    http://fb.me/3669OaNTJ

  2. Μια φωνή από την Ουκρανία:
    Τα όνειρα της Ευρώπης – του Βλαδίμηρου Eρμολένκο
    (από το περιοδικό © КРИТИКА, Κίεβο – στα ουκρανικά – και στην αγγλική γλώσσα © Eurozine)
    Ο Ερμολένκο είναι συγγραφέας του βιβλίου «Αφηγητής και φιλόσοφος: Ο Βάλτερ Μπένγιαμιν και η εποχή του» – 2011
    http://aftercrisisblog.blogspot.com/2014/02/blog-post_25.html

  3. frances farmer said:

    Ένα ενδιαφέρον κείμενο για τις εξελίξεις για την Ρωσία και την Ουκρανία είναι αυτό http://www.telospress.com/commentary-on-russia-and-ukraine/ Ενδιαφέρουσα ανάλυση τόσο των ιδεολογικών εξελίξεων στη μετασοβιετική Ρωσία όσο και των δυτικών αυτοκρατορικών πολιτικών. Παρεπιπτόντως το σχήμα του “empire conquered . . . in a fit of absence of mind μπορεί να φανεί χρήσιμο και σε μια ανάλυση των εξελίξεων στην ευρωζώνη μετά την κρίση

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: