Καταδικάζουμε τη λεξιπενία απ’ όπου κι αν προέρχεται;

 του Άκη Γαβριηλίδη

 Σε προηγούμενα σημειώματα, είχαμε ασχοληθεί με τη συγκρότηση και διάδοση του αφηγηματικού σχήματος «του ακραίου κέντρου» στην ελληνική δημόσια σφαίρα.

Τις τελευταίες μέρες τού 2013, το σχήμα αυτό επεκτάθηκε σε μία ακόμη πτυχή της κοινωνικής ζωής: τη γλώσσα. Αυτό συνέβη με το άρθρο του Θεοφάνη Τάση «Ορθογραφώντας τη βία» (χαρακτηριστικός ήδη ο τίτλος) που δημοσιεύθηκε στο protagon.gr.

Το άρθρο αυτό κάνει που κανείς απ’ ό,τι ξέρω δεν είχε κάνει ως τώρα τόσο ξεκάθαρα: λειτουργεί ως συνδετήρας ανάμεσα σε δύο διαφορετικές προβληματικές που ως τώρα δεν επικοινωνούσαν. Η πρώτη είναι αυτή που αναφέραμε ήδη, η ηθικολογία περί του επάρατου λαϊκισμού που ευνοεί «την ανθοφορία της βίας στην κοινωνία». O λεκτικός αυτός σχηματισμός διατίθεται ήδη διάσπαρτος σε πολλά κείμενα, κυρίως αναλυτών και/ ή επίδοξων πολιτικών ανδρών και γυναικών, (μεταξύ άλλων και στο ανωτέρω σάιτ, ή σε άλλα ανάλογα), που πρόσκεινται στη σημερινή κυβέρνηση ή τη στηρίζουν κριτικά, ή που απλώς κάνουν αντιπολίτευση σε μια υποθετική κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ.

Η δεύτερη τώρα προβληματική είναι ο γλωσσαμυντορισμός, που υπάρχει επίσης διάσπαρτος από παλιότερα, συνήθως όμως σε άλλους χώρους και έντυπα, ή σε άλλες στήλες των ίδιων εντύπων, και επικεντρώνεται στην υποτιθέμενη «γλωσσική ακηδία» (=αφροντισιά, για όσους δεν είναι εξοικειωμένοι με τη λέξη) των σημερινών Ελλήνων νέων, ή των σημερινών Νεοελλήνων ασχέτως ηλικίας.

Ποια είναι τώρα η σχέση των δύο φαινομένων, κατά τον αρθρογράφο; Είναι, πολύ απλά, σχέση αιτίου και αιτιατού. Η γλωσσική ακηδία οδηγεί στη λαϊκιστική βία. Και τα δύο προβάλλονται ως δείγματα πτώσης (με την θεολογική έννοια) και υστέρησης της ελληνικής κοινωνίας, ιδίως σε σχέση με τα ευρωπαϊκά πεπρωμένα της ή/ και με την παγκόσμια αποστολή της να σώσει τον κόσμο και να του δώσει τα φώτα του πολιτισμού. Έτσι, για να πάμε από τη μία στην άλλη δεν έμενε παρά ένα βήμα, το οποίο τώρα έγινε.

Για να στηρίξει αυτή την αιτιώδη σύνδεση, το άρθρο επιστρατεύει μία ψυχαναλυτικοφανή αναφορά στην «αδυναμία λεκτικοποίησης», άρα και νοηματοδότησης, η οποία οδηγεί στην αίσθηση ματαίωσης και αυτή με τη σειρά της στην επιθετικότητα.

Σε αυτή την ακολουθία συντελούνται μία σειρά από αυθαιρεσίες, καταχρήσεις εννοιών και διολισθήσεις νοήματος στις οποίες θα αναφερθώ στη συνέχεια. Προηγουμένως, θα σταθώ λίγο σε μια κάπως παράδοξη επιλογή του αρθρογράφου: ότι σπαταλά σχεδόν το ένα τρίτο του περιορισμένου χώρου του στην εξιστόρηση μιας διαμάχης στις ΗΠΑ σχετικά με την ορθογραφία μιας λέξης των γίντις, η οποία υποτίθεται ότι θα χρησιμεύσει ως εισαγωγή και ως παράδειγμα προς μίμηση για την ελληνική περίπτωση («κοιτάξτε τι καλά που κάνουν οι Εβραίοι, αυτό πρέπει να κάνουμε κι εμείς»).

Το κράτος του Ισραήλ ανέκαθεν προκαλούσε ανάμικτα συναισθήματα στους Έλληνες εθνικιστές: σε πολλούς βέβαια προκαλεί μίσος, αλλά σε άλλους –ή και στους ίδιους αυτούς- γεννά το θαυμασμό. Ή το φθόνο, ο οποίος συμπυκνώνει και τις δύο πτυχές αυτής της αμφιθυμίας. Η ευχή «να γίνουμε Ισραήλ» έχει διατυπωθεί αρκετές φορές και ρητά, ιδίως σε αναφορά με τη στρατιωτική οργάνωση του κράτους αυτού[1]. Εδώ επιχειρείται αντίθετα ένας παραλληλισμός με τη γλωσσική του πολιτική, ο οποίος είναι μεν πρωτότυπος, αλλά και τραβηγμένος απ’ τα μαλλιά.

Η σχετική φράση, με την οποία γίνεται και η μετάβαση από το πρώτο μέρος του άρθρου στο δεύτερο, είναι για την ακρίβεια διατυπωμένη ως εξής:

Παρά τις ομοιότητες μεταξύ του ελληνικού και του εβραϊκού λαού ως προς την ίδρυση παροικιών, κοιτίδων γλώσσας και πολιτισμού, που έδρασαν ως ομάδες πίεσης (pressure groups) στην πολιτική, η χώρα μας, κατά τις τελευταίες δεκαετίες μετά την επίσημη επίλυση του γλωσσικού ζητήματος, αμέλησε την πολιτική σημασία της γλώσσας ως φορέα αξιών και ιστορικής μνήμης.

Είναι αλήθεια ότι, σε γενικό επίπεδο, υπάρχουν ομοιότητες μεταξύ της συγκρότησης των δύο εθνών-κρατών και των λαών τους (εγώ θα προσέθετα ακόμα μία, την οποία παραλείπει το άρθρο αν και είναι η πιο κρίσιμη για το θέμα του: η απόπειρα νεκρανάστασης μιας αρχαίας μορφής γλώσσας και επιβολής της ως επίσημης του αντίστοιχου κράτους). Ωστόσο, το συγκεκριμένο παράδειγμα κάθε άλλο παρά ευνοεί την ανάδειξη αυτών των ομοιοτήτων, εφόσον αφορά την ορθογραφία μίας λέξης που δεν ανήκει στην επίσημη κρατική γλώσσα του Ισραήλ, αλλά, τελείως αντίθετα, σε μία γλώσσα η οποία τείνει να εξαφανιστεί ακριβώς εξαιτίας αυτής της επιβολής.

Η ανακολουθία αυτή αναπαράγεται μεγεθυνμένη μόλις ο Τάσης επιχειρήσει να μιλήσει πιο συγκεκριμένα για αυτή την «ακηδία». Βέβαια, πουθενά δεν βρίσκουμε κάποια εξήγηση για το τι ακριβώς εννοεί με αυτό και πού θεωρεί ότι οφείλεται. Ίσως δεν περίσσεψε χώρος μετά την εξιστόρηση των κατορθωμάτων του Ινστιτούτου Eβραϊκών Eρευνών, ή ίσως θεωρείται κοινώς γνωστό λόγω της διαρκούς επανάληψης παρόμοιων καταστροφολογιών στο δημόσιο χώρο από διάφορους αυτόκλητους γλωσσολογούντες, στο κεκτημένο των οποίων αρκείται να παραπέμψει διά της συνθηματικής φράσης «μετά την επίσημη επίλυση του γλωσσικού ζητήματος» (παραπομπή η οποία παίζει αντίστοιχο ρόλο με την ανάδειξη της «μεταπολίτευσης» ως υπεύθυνης για όλα τα δεινά στο λόγο του ακραίου κέντρου. Άλλωστε τα δύο γεγονότα συμπίπτουν και χρονικά).

Αν όμως δεν αναφέρονται στο άρθρο οι αιτίες της ακηδίας, εκτίθενται τα αποτελέσματά της σε έναν εκτενή κατάλογο, κατά τον οποίο η χώρα μας

παραμέλησε τη φροντίδα της [της γλώσσας] με ανησυχητικές συνέπειες: την εξαφάνιση των ντοπιολαλιών, την αλόγιστη κυριαρχία ξενόγλωσσων επιγραφών στο αστικό τοπίο, την άσκοπη ή λανθασμένη χρήση ξένων λέξεων στην καθημερινότητα, τη χρήση του λατινικού αλφαβήτου στον γραπτό λόγο (greeklish), τη σύγκλιση προφορικού και γραπτού λόγου καθώς και τη διαστρέβλωση της σημασίας των λέξεων.

Η νοηματική συνοχή του καταλόγου αυτού είναι ανάλογη με εκείνη του ασυνάρτητου «καταλόγου των ζώων» της κινεζικής εγκυκλοπαίδειας που αναφέρει ο Μπόρχες στην Αναλυτική Γλώσσα του Τζον Ουίλκινς. Από τις έξι «ανησυχητικές συνέπειες», οι τρεις έχουνε σχέση με την αποεθνικοποίηση της γλώσσας (οι υπ’ αριθμόν 2, 3 και 4). Η πρώτη, αντίθετα, έχει σχέση με την εθνικοποίησή της. Οι δύο τελευταίες είναι άγνωστο με τι ακριβώς έχουνε σχέση, εφόσον είναι διατυπωμένες τόσο αόριστα που μπορούν να σημαίνουν τα πάντα και τίποτα.

Πώς όμως η εξαφάνιση των ντοπιολαλιών και οι άλλες ανησυχητικές συνέπειες οδηγούν στη βία;

Η σύνδεση είναι η εξής: ο συγγραφέας προτείνει «να κατανοήσουμε την τρέχουσα κρίση (…) ως αδυναμία παραγωγής νοήματος υπό τη μορφή νέων λεξιλογίων και αφηγήσεων». Η ακηδία φέρεται ότι «επέφερε έκπτωση στην ακρίβεια και σαφήνεια του δημόσιου λόγου συμβάλλοντας στον μαρασμό της κριτικής και σε έναν λαϊκισμό φιλόξενο για την ανθοφορία της βίας στην κοινωνία». Ο λαϊκισμός όμως, διευκρινίζεται, «δεν νοείται, εδώ, ως στρατήγημα, αλλά ως μείγμα πνευματικής νωθρότητας και αδυναμίας διάκρισης/ έκφρασης των διαφορών που χαρακτηρίζουν τα φαινόμενα» (!!?? –πρόκειται εξ όσων γνωρίζω για παγκοσμίως πρωτοφανή ορισμό του λαϊκισμού. Για ποιον άραγε λόγο να αποκαλέσουμε «λαϊκισμό» αυτή τη νωθρότητα και την αδυναμία; Μυστήριο).

Στη συνέχεια, μας εξηγείται ότι

η ακηδία αυτή δυσχεραίνει τη διαχείριση της οδύνης, των ανασφαλειών και των φόβων, καθώς ο πολίτης δυσκολεύεται να τις επικοινωνήσει έλλογα. (…) Γλωσσικά απομονωμένος ο πολίτης καταλήγει στο να ιδιωτεύει, έχοντας αποτύχει να διεκδικήσει την κοινωνική αναγνώριση και να διαμορφώσει τη ζωή του σε βίο. Η ικανότητα έκφρασης των διανοητικών και συναισθηματικών διεργασιών ρηχαίνει ολοένα, έως ότου η ηθική συνείδηση και τα συναισθήματα αποξηραίνονται. Ως αντίδραση στην αποξήρανση αναδύονται έντονα πάθη, όπως αγανάκτηση και μίσος, ενώ η ανέκφραστη οδύνη αναζητά εκτόνωση στη συμβολική ή ενίοτε ακόμη και στη φυσική βία. Έτσι, η απόπειρα διάρρηξης της μοναξιάς συντελείται συναντώντας τον Άλλο ως εχθρό.

Το λογοθετικό είδος (genre) όπου εντάσσεται η αφήγηση αυτή είναι εμφανώς ο ηθικός πανικός· θα έλεγα μάλιστα, ακριβέστερα, η προφητεία –εφόσον άλλωστε γίνεται ρητός παραλληλισμός τής «χώρας μας» με το εβραϊκό έθνος και την αρχαία παράδοσή του: πρόκειται για την επισήμανση μιας σειράς παρεκκλίσεων του εκλεκτού λαού, οι οποίες οδηγούν στην καταστροφή του και επιβάλλουν την ανάνηψη και επάνοδο στον ορθό δρόμο. Στο πλαίσιο του προφητικού αυτού λόγου, η επίκληση (ψευδο)επιστημονικών όρων είναι προσχηματική, υποταγμένη στο σκοπό της ηθικολογίας/ καταστροφολογίας που δίνει τον βασικό τόνο. Χαρακτηρίζεται δε από τουλάχιστον μία πολύ βασική διαστρέβλωση του νοήματος των όρων, η οποία είναι πολύ συνήθης στους γλωσσο/καταστροφολογούντες (-ούσες) ήδη από την εποχή του Σπινόζα, του πρώτου που ανέλυσε και ανέδειξε τόσο ανελέητα τη δομή της προφητείας και του θεολογικού μίσους: από την καταχρηστική ταύτιση των λέξεων με τις έννοιες, και τη συνακόλουθη ταύτιση της γλώσσας (ως «συνόλου λέξεων») με τη σκέψη. Μόνο αυτή η σύγχυση επιτρέπει «να κατανοήσουμε την τρέχουσα κρίση ως αδυναμία παραγωγής νοήματος υπό τη μορφή νέων λεξιλογίων». Ο συλλογισμός «ακηδία – συρρίκνωση του λεξιλογίου – λιγότερες δυνατότητες έκφρασης συναισθημάτων – ματαίωση – βία» τσαλαβουτάει μεταξύ γλωσσολογίας και ψυχανάλυσης, αλλά καπελώνει τόσο τη μία όσο και την άλλη. Από γλωσσολογική άποψη, η γλώσσα δεν ταυτίζεται με τη σκέψη[2]. Από δε ψυχαναλυτική, η ικανότητα νοηματοδότησης ασφαλώς συνδέεται με την πρόσβαση του υποκειμένου στη γλώσσα· αλλά η πρόσβαση αυτή δεν νοείται προφανώς ως … γλωσσομάθεια ή ως επιμέλεια της έκφρασης, εκτός αν παίζουμε με τις λέξεις. Με ψυχαναλυτικούς όρους, αυτό που είναι σε θέση να παρεμποδίσει αυτή την πρόσβαση δεν είναι ένα τεχνικό στοιχείο, δηλ. η απουσία ενός ποσού γνώσης (της ορθής έννοιας ή της ορθογραφίας των λέξεων)· αν ήταν έτσι, οι ψυχωσικοί δεν θα είχαν ανάγκη το ντιβάνι, αλλά θα αρκούσε να τους ξαναστείλουμε για λίγο στα θρανία της σχολικής τάξης ώστε να θεραπευθούν.

Ακόμα λιγότερο έχει σημασία η «εθνική» προέλευση των λέξεων που γνωρίζει και χρησιμοποιεί το υποκείμενο. Στη γνωστή διατύπωση του Λακάν ότι «το ασυνείδητο είναι δομημένο ως γλώσσα», πουθενά δεν θεματοποιείται το ερώτημα ως ποια γλώσσα (η γαλλική, η ιαπωνική, η σουαχίλι κ.λπ.), ούτε θεωρείται πρόβλημα αν πρόκειται για αυτήν ή την άλλη εθνική γλώσσα, ντοπιολαλιά, διάλεκτο, ή κάποιο συνδυασμό τους. Ο δε Φρόιντ, σε μία από τις ιστορικές αναλύσεις του, είχε να κάνει με έναν άνθρωπο ο οποίος είχε άλλη μητρική γλώσσα από αυτή στην οποία διεξαγόταν η ανάλυση, και ο οποίος στους συνειρμούς του αναπόφευκτα μετακινούνταν ανάμεσα στις δύο αυτές γλώσσες (ρωσική και γερμανική), ενίοτε και σε άλλες. Ούτε όμως ο ίδιος, ούτε άλλοι συγγραφείς της ψυχαναλυτικής παράδοσης που επανήλθαν αργότερα στην περίπτωση του Ανθρώπου με τους Λύκους[3] θεώρησαν ποτέ τη «διγλωσσία» αυτή ως παράγοντα … ματαίωσης που «δυσχεραίνει τη διαχείριση της οδύνης» και πρέπει να απομακρυνθεί. Αντιθέτως, την εξέλαβαν ως πηγή πλούτου και αφιέρωσαν σε αυτή μερικές από τις πιο ενδιαφέρουσες αναπτύξεις τους.

Και από γλωσσολογική άποψη, ο γλωσσικός δανεισμός ουδόλως θεωρείται ταυτόσημος με κάποια υποτιθέμενη … ατροφία και εξασθένηση της δημόσιας σφαίρας. Εάν στην ελληνική γλώσσα (ή σε οποιαδήποτε άλλη) υιοθετείται μία ξένη λέξη, αυτό σημαίνει ότι δεν υπήρχε αντίστοιχη «γηγενής» για να εκφραστεί η συγκεκριμένη έννοια. Άρα με το δανεισμό όχι μόνο δεν συρρικνώνεται, αλλά αντίθετα εμπλουτίζεται η ικανότητα κατανόησης και έκφρασης των συναισθημάτων, των «βιογραφιών» ή όποιου άλλου τέλος πάντων στοιχείου θα ήθελε να εκφράσει κανείς.

Βεβαίως, αυτές οι λογικές και πραγματολογικές αυθαιρεσίες, και άλλες ανάλογες, χαρακτηρίζουν ήδη το λόγο περί «έκπτωσης της γλώσσας μας», αλλά αυτό δεν τον εμπόδισε να πολλαπλασιάζεται και να διαδίδεται με (σε) όλα τα μέσα, και ιδίως στα ηλεκτρονικά. Άρα λοιπόν, παρά τον προφητικό του χαρακτήρα, ή ίσως εξαιτίας αυτού, ο λόγος του ακραίου κέντρου, με την οικειοποίηση (και) αυτής της καταστροφολογικής παράδοσης, ίσως κάνει ένα ακόμα βήμα προς το καθεστώς μιας κοσμοθεωρίας που να έχει απαντήσεις για όλα τα ζητήματα. Το μέλλον θα δείξει αν αυτή η σύνδεση θα βρει απήχηση και αποκτήσει μονιμότερο χαρακτήρα ή, αντίθετα, αν θα παραμείνει ένα πυροτέχνημα …


[1] Μερικά παραδείγματα έχω παραθέσει και εγώ στο παρελθόν στην Αθεράπευτη νεκροφιλία του ριζοσπαστικού πατριωτισμού.

[2] Πρβλ.: «Οι λέξεις μπορεί να δημιουργούνται και να πεθαίνουν από μόνες τους, αλλά δύσκολα καταργούνται. Ακόμα κι έτσι όμως, δηλαδή όταν δημιουργούνται και να πεθαίνουν από μόνες τους, μήπως αυτό σημαίνει πως αντίστοιχα επεκτείνεται και συρρικνώνεται η σκέψη μας;

Η απάντηση είναι αρνητική. Δεν υπάρχει αντιστοιχία μία προς μία ανάμεσα στις έννοιες και τις λέξεις» (Φοίβου Παναγιωτίδη, Μίλα μου για γλώσσα, Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης, Ηράκλειο 2013, σ. 144· η υπογράμμιση δική μου).

[3] Όπως οι Ούγγροι αναλυτές Nicolas Abraham και Maria Török στο Le Verbier de l’homme aux loups, éd. Champs, Flammarion, Paris 1976.

3 comments
  1. Je ne suis pas du tout d’accord avec l’article. Et ne comprends pas pourquoi Milios nous l’envoie! Est ce la ligne de SYRIZa sur le sujet? Je voudrais le savoir..

    • Chère madame
      Pour ce que M. Milios fait, il serait plus opportun de demander les raisons auprès de lui même. Nous, on n’a pas la moindre idée si d’autres gens transmettent nos articles, et par conséquent nous ne pouvons pas répondre à votre question.
      De toute façon, Ici il ne s’agit que d’un simple blog. On n’a jamais prétendu d’exprimer la ligne de quelque parti que ce soit.
      Bien sûr, si vous n’êtes pas d’accord avec cet article, vous avez droit à vos opinions, mais il serait peut-être plus utile si vous expliquiez vos objections.
      Mais de préférence en grec, vu que nos lecteurs ne comprennent pas nécessairement le français.

  2. jane doe said:

    Je suis tout à fait d’accord avec l´article.

    ( SYRIZa)

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: