Ακραίο κέντρο: τώρα και στην οικονομία

 του Άκη Γαβριηλίδη

Εδώ και αρκετό καιρό, κάποια χρόνια ήδη, έχει αρχίσει να εδραιώνεται στην ελληνική δημόσια σφαίρα o λεκτικός σχηματισμός «του ακραίου κέντρου», όπως τον έχουμε αποκαλέσει. Στο πλαίσιο του σχηματισμού αυτού, με ρητή επίκληση του «κράτους δικαίου» και της «ευρωπαϊκής παράδοσης» –και με άρρητη υιοθέτηση της αποικιοκρατικής/ οριενταλιστικής διάστασης της εν λόγω παράδοσης-, είθισται να καταγγέλλεται η βιαιότητα και η ανομία των λαϊκών εκδηλώσεων διαμαρτυρίας και να υποδεικνύεται στους ενδιαφερομένους να την αποκηρύξουν (βλ. προηγούμενο σημείωμα γι’ αυτό το θέμα εδώ). Τελευταία δε, που δεν είναι πλέον τόσο συχνές οι σχετικές αφορμές, οι καταγγελίες στρέφονται κατά τυχόν πολιτικών κομμάτων –και ιδίως ενός συγκεκριμένου κόμματος- που κρίνονται ύποπτα για προσπάθεια υποκίνησης ή/ και εκμετάλλευσης τέτοιων εκδηλώσεων.

Όλα αυτά ήταν γνωστά. Βρίσκω πολύ ενδιαφέρουσα εξέλιξη ότι πρόσφατα, με αφορμή τη γνωστοποίηση περί των τραπεζικών καταθέσεων κάποιων βουλευτών του εν λόγω κόμματος, η τεχνογνωσία από αυτή την προσπάθεια λεκτικής πειθάρχησης επιχειρείται να δοκιμαστεί και σε ένα νέο πεδίο: αυτό της οικονομικής κανονιστικότητας.

Για πρώτη εξ όσων έχω υπόψη μου φορά, κάτι τέτοιο δοκιμάζεται στο άρθρο του Παναγή Παναγιωτόπουλου «Αριστερός επενδυτής: σωστό ή λάθος;» (Τα Νέα 21/12/2013)[1].

Όταν γράφεται το άρθρο αυτό, έχουν προηγηθεί αρκετές επικρίσεις κατά της «υποκρισίας» των δύο βουλευτών, είτε απ’ τα αριστερά είτε απ’ τα δεξιά (ή από δεξιούς που χρησιμοποιούν «αριστερό» σκεπτικό για να τους εκθέσουν σε αντίστοιχα ακροατήρια). Ο Παναγιωτόπουλος σπεύδει εξ αρχής να αποστασιοποιηθεί από την ανάδειξη μιας ασυνέπειας ανάμεσα στα λόγια και τα έργα, δηλ. ανάμεσα στην κτήση αμοιβαίων κεφαλαίων και την ένταξη στην αριστερά.

Όμως, παρά την αποποίηση αυτή, και το ίδιο το δικό του άρθρο έρχεται να καταλογίσει ακριβώς μια «αναντιστοιχία μεταξύ ατομικού πραγματισμού των βουλευτών και της κομματικής ιδεολογίας τους». Εν τοιαύτη περιπτώσει, αναρωτιέται κανείς, ποια είναι η διαφορά;

Με βάση την αυτοπαρουσίαση του άρθρου, είναι ότι εκείνες οι επικρίσεις συνιστούν «ρηχή ηθικολογία», ενώ η κριτική του άρθρου «άπτεται πλήρως του πολιτικού».

Την αναντιστοιχία αυτή ο Παναγιωτόπουλος τη διατυπώνει ως εξής:

Οι άνθρωποι αυτοί [ο Τσακαλώτος και ο Σταθάκης] αποδέχονται πλήρως τον παγκόσμιο, αγοραίο καπιταλιστικό κανόνα. Τη φόρμα του, το περιεχόμενό του, τη λογική του κέρδους μέσα από χρηματοπιστωτικές τοποθετήσεις. Διαχειρίζονται την προσωπική τους περιουσία με απόλυτη γνώση του καπιταλιστικού κανόνα. Με απόλυτο οικονομικό ρεαλισμό. Το κόμμα τους όμως, εν πολλοίς και οι ίδιοι ως φορείς πολιτικής, επί τρία χρόνια, αλλά ακόμα και σήμερα, υπόσχονται μια ελληνική και περήφανη παραβίαση αυτού του κανόνα. Υπόσχονται την περιφρόνηση των επιτοκίων, γενικά των τρόπων μέτρησης του ελληνικού κινδύνου, τη σημασία των ελλειμμάτων και των μηχανισμών ρύθμισης του δημόσιου χρέους.

Ποιος ξέρει λοιπόν… Ισως η αποκάλυψη των ημερών συμβάλλει ώστε η αναντιστοιχία αυτή μεταξύ ατομικού πραγματισμού των βουλευτών και της κομματικής ιδεολογίας τους να μειωθεί υπέρ του πρώτου.

Μία ακόμα διαφορά, λοιπόν, (ή η ίδια με άλλα λόγια), είναι ότι το άρθρο προχωρά και υποδεικνύει στους δύο βουλευτές, με τη μορφή μιας ρητορικής υπόθεσης, πώς θα πρέπει να άρουν την ανακολουθία: διά της ευθυγράμμισης του αντικαπιταλιστικού λόγου προς την φιλοκαπιταλιστική πρακτική, και όχι το αντίστροφο.

Υπάρχει όμως πράγματι αναντιστοιχία; Νομίζω ότι, για να βγει αυτό το συμπέρασμα, μερικά πράγματα τραβιούνται απ’ τα μαλλιά ή χρησιμοποιούνται με διπλή έννοια.

Το ότι όσοι τοποθετούν τα λεφτά τους σε αμοιβαία κεφάλαια «αποδέχονται πλήρως τον παγκόσμιο, αγοραίο καπιταλιστικό κανόνα» είναι προβληματικό συμπέρασμα. Τι θα πει «αποδέχονται πλήρως»; Προσαρμόζουν την πρακτική τους προς τον κανόνα αυτόν, ίσως. Εφόσον αυτή είναι η μόνη πρακτικά διαθέσιμη λύση. Ωστόσο, η συμμόρφωση προς έναν κανόνα, όπως ξέρουμε και από τον Καντ, είναι ετερόνομη και αφορά την εξωτερική συμπεριφορά, ενώ η αποδοχή, και μάλιστα η «πλήρης» τοιαύτη, αφορά το φρόνημα και τις πεποιθήσεις. Δεν είναι θεμιτό να συναγάγουμε πλήρη αποδοχή από την πρακτική συμμόρφωση.

Ακόμη λιγότερο δε μπορούμε να την συναγάγουμε από την απλή γνώση του κανόνα, η οποία επίσης αποδίδεται –τελείως αναιτιολόγητα- στους δύο βουλευτές. Εδώ, η αυθαιρεσία είναι διπλή, και μάλιστα περιττή ή και επιβλαβής για τους σκοπούς του άρθρου: πρώτα, ο Παναγιωτόπουλος αποδίδει στους δύο βουλευτές «απόλυτη γνώση του καπιταλιστικού κανόνα, της φόρμας του και του περιεχομένου του», χωρίς να συνειδητοποιεί ότι έτσι τους καταλογίζει ως ψόγο και ως ελάττωμα κάτι που ακόμα και ο Τζορτζ Σόρος θα δίσταζε να αποδώσει ως έπαινο στον εαυτό του –λες και είναι δυνατό να έχει ποτέ κανείς γνώση, και μάλιστα απόλυτη, «των επιτοκίων, γενικά των τρόπων μέτρησης του ελληνικού κινδύνου, τη σημασία [sic· μάλλον εννοεί της σημασίας] των ελλειμμάτων και των μηχανισμών ρύθμισης του δημόσιου χρέους». Και, σε δεύτερη φάση, από αυτή την ήδη αχρείαστη αυθαιρεσία, εξίσου αυθαίρετα συνάγει αποδοχή του κανόνα.

Ωστόσο, η γνώση αποτελεί ένα τρίτο πάλι στοιχείο, άσχετο με τα άλλα δύο: το να γνωρίζεις έναν κανόνα είναι ένα πράγμα, να τον ακολουθείς είναι ένα άλλο, και να τον αποδέχεσαι πλήρως ένα τρίτο. Εάν λοιπόν κάποιος κάνει μόνο το ένα ή τα δύο πρώτα, αυτό δεν του στερεί το δικαίωμα να υπόσχεται κάτι άλλο, εξίσου όπως το γεγονός ότι όλοι οι κομμουνιστές πάντοτε συμμετείχαν στις καπιταλιστικές αγορές (εργασίας, εμπορευμάτων …) επειδή δεν είχαν άλλον τρόπο να φάνε, να ενδυθούν κ.λπ., δεν τους εμπόδιζε να υπόσχονται την ανατροπή της κοινωνίας της αγοράς. Εκτός και αν δεχόμαστε ότι ο χρηματοπιστωτικός τομέας είναι κάτι «άλλο», διαφορετικό –και φυσικά πιο «αμαρτωλό» και πιο «καπιταλιστικό»- από τις αγορές εργασίας και εμπορευμάτων που, αυτές, συνιστούν την «πραγματική οικονομία».

Αυτό το άλλο, τώρα, που υπόσχεται ο ΣΥΡΙΖΑ και οι βουλευτές του, δεν είναι απαραίτητα «ελληνικό». Ο όρος αυτός αποτελεί ακόμη μία αυθαίρετη προσθήκη του αρθρογράφου. Στο λόγο του συγκεκριμένου κόμματος δεν αναφέρεται πουθενά ότι η παρέκκλιση από τον κανόνα θα είναι ειδικά «ελληνική».

Επίσης όμως, και το κυριότερο, αυτό που παραβλέπει το άρθρο είναι ότι ο ίδιος ο καπιταλιστικός κανόνας προβλέπει την παράκαμψή του, ρυθμίζοντας τις προϋποθέσεις και τις συνέπειές της. Η άρνηση πληρωμής χρεών και η διαγραφή τους είναι απολύτως μέσα στον καπιταλιστικό κανόνα και δεν συνιστούν κατ’ ουδένα τρόπο παραβίασή του. Στο παρελθόν έχουν υπάρξει πολλά τέτοια φαινόμενα, τόσο για κράτη όσο και για επιχειρήσεις, χωρίς κανείς να μιλήσει για «γερμανική [/αμερικανική … κ.ο.κ.] περήφανη παραβίαση» του κανόνα.

Σε σχετικό του σημείωμα, ο Χρήστος Νάτσης ήδη επισήμανε ότι ανάμεσα στο ατομικό και το κρατικό «υπάρχει διαφορά επιπέδου» και ότι «ακόμα και σε ένα πλήρες καπιταλιστικό οικονομικό σύστημα, τα άτομα και τα συλλογικά υποκείμενα δεν αποτελούν συγκρίσιμα μεγέθη». Αυτό είναι ορθό, αλλά εγώ θα προσέθετα ότι, ακόμα και –αν όχι ιδίως- σε ένα πλήρες καπιταλιστικό οικονομικό σύστημα, η δυνατότητα παύσης πληρωμών για τα ίδια τα άτομα είναι πλήρως κατοχυρωμένη και ρυθμίζεται εξαντλητικά, ήδη από την εποχή του μερκαντιλισμού και του Ναπολεόντειου κώδικα. Στο ελληνικό αστικό (και με τις δύο έννοιες του όρου) δίκαιο, για παράδειγμα, υπάρχουν λεπτομερέστατοι κανόνες που ρυθμίζουν την κατάταξη των διαφόρων κατηγοριών (ιδιωτών) δανειστών εν όψει της εν μέρει ικανοποίησης –ή, οριακά, και της μη ικανοποίησης- των απαιτήσεών τους. Στο δε εμπορικό δίκαιο υπάρχει ειδική υποκατηγορία που αποκαλείται, ακριβώς, πτωχευτικό δίκαιο. Η πτώχευση, λοιπόν, είτε κάποιος την θεωρεί απευκταία, είτε ανεκτή, είτε επιθυμητή, πάντως δεν αποτελεί «περήφανη παραβίαση», αλλά εφαρμογή κανόνων.

2091395-big

Και, αν είναι έτσι, όποιος διαπιστώνει –ορθά ή, κατά μείζονα λόγο, εσφαλμένα- συμμόρφωση ή/ και γνώση του καπιταλιστικού κανόνα εκ μέρους κάποιων υποκειμένων και, εξ αυτής, εξάγει το συμπέρασμα ότι τα υποκείμενα αυτά δεν δικαιούνται πλέον να εκφράζουν πολιτική αντίθεση προς αυτόν τον κανόνα, απλώς κάνει κάτι που πάντοτε έκαναν οι άνθρωποι στην πολιτική: εμφανίζει την μερικότητα της επιθυμίας του ως καθολικότητα και αξιώνει από τους υπολοίπους να συμμορφωθούν στην ιδιοτέλειά του ως να ήταν (ο) Νόμος, επί ποινή να εμφανισθούν ως παράλογοι, αυθαίρετοι και βίαιοι. Και φυσικά ως αντιευρωπαίοι εθνολαϊκιστές. Μέχρι τώρα αυτό γινόταν κυρίως στο επίπεδο της νομικοπολιτικής συμπεριφοράς. Τώρα το έχουμε και στην οικονομία.


[1] Το άρθρο είναι διαθέσιμο ηλεκτρονικά εδώ.

11 comments
  1. @.A.Γαβριηλίδη
    Πραγματικά το άρθρο αυτό σας αδικεί.
    Θα σας καλούσα να το ξαναδείτε με ψυχραιμία. Η ανάλυση του θέματος σε ένα ανώτερο επίπεδο κανονιστικού χαρακτήρα , σας οδηγεί να αφαιρέσετε από την οπτική σας την συγκεκριμένη υπόθεση, στον συγκεκριμένο χώρο, στην συγκεκριμένη συγκυρία.
    Γράφετε:
    «Ωστόσο, η γνώση αποτελεί ένα τρίτο πάλι στοιχείο, άσχετο με τα άλλα δύο: το να γνωρίζεις έναν κανόνα είναι ένα πράγμα, να τον ακολουθείς είναι ένα άλλο, και να τον αποδέχεσαι πλήρως ένα τρίτο. Εάν λοιπόν κάποιος κάνει μόνο το ένα ή τα δύο πρώτα, αυτό δεν του στερεί το δικαίωμα να υπόσχεται κάτι άλλο, εξίσου όπως το γεγονός ότι όλοι οι κομμουνιστές πάντοτε συμμετείχαν στις καπιταλιστικές αγορές (εργασίας, εμπορευμάτων …) επειδή δεν είχαν άλλον τρόπο να φάνε, να ενδυθούν κ.λπ., δεν τους εμπόδιζε να υπόσχονται την ανατροπή της κοινωνίας της αγοράς. Εκτός και αν δεχόμαστε ότι ο χρηματοπιστωτικός τομέας είναι κάτι «άλλο», διαφορετικό –και φυσικά πιο «αμαρτωλό» και πιο «καπιταλιστικό»- από τις αγορές εργασίας και εμπορευμάτων που, αυτές, συνιστούν την «πραγματική οικονομία».»
    Οι έννοιες της «γνώσης» της «ακολουθίας» της «αποδοχής» δεν είναι ισοδύναμες. Η «ακολουθία» είναι πράξη η οποία υπερτερεί γιατί αναδιαμορφώνει την «γνώση» και την «αποδοχή» .Η «γνώση» μπορεί να είναι και άρρητη, ενώ η «αποδοχή» μπορεί να είναι μονίμως ρητορική, μια απλή εκφώνηση η οποία μέσω «διαφωράς» μετακυλύεται . Δεν αναφέρομαι στην απώλεια μιας υποτιθέμενης «συνέπειας» αλλά στην κατανόηση του κόσμου της χρηματο-οικονομίας και της αφαίρεσης. Μου φαίνεται αστείο να υπενθυμίσω σε εσάς ,( δεν είναι κολακεία) ότι το αμοιβαίο κεφάλαιο της Black Rock δεν είναι πλούτος αλλά είναι και κείμενο , δηλαδή «γνώση» και «αποδοχή» στο ανώτερο επίπεδο αφαίρεσης .
    Σας έχω παρακολουθήσει στο παρελθόν να υποστηρίζετε εύστοχα, την φενάκη της λεγόμενης «επικοινωνίας» σε αντιδιαστολή προς μια υποτιθέμενη «αυθεντική πολιτική».
    Σας βρίσκω σήμερα πίσω από τις θέσεις σας .
    Κατανοώ τη διάθεση μιας πολεμικής ιδεών, αλλά αυτή για να γίνει γόνιμη απαιτεί μια κατανόηση του όποιου θέματος εκτός της πολεμικής αυτής, με βάση «εσωτερικά κριτήρια». Και ένα τέτοιο λόγο αναμένουμε από εσάς

    Καλές Γιορτές

  2. Αγαπητέ κ. Γαβριηλίδη,
    Θα ήθελα να εκφράσω κι εγώ, όπως και ο κ. Παγιασλής, καλοπροαίρετα κάποιες αντιρρήσεις για το κείμενό σας. Γράφετε πως η τακτική των βουλευτών του ΣΥΡΙΖΑ «είναι η μόνη πρακτικά διαθέσιμη λύση» και πως η συμμόρφωσή τους προς τον καπιταλιστικό κανόνα «είναι ετερόνομη και αφορά την εξωτερική συμπεριφορά», σε αντίθεση με το φρόνημα και τις πεποιθήσεις τους. Με άλλα λόγια, η τακτική τους αυτή είναι, κατά κάποιο τρόπο, επιβεβλημένη από τις συνθήκες.
    Εδώ όμως δημιουργείται ένα μεγάλο ηθικό ζήτημα: Αν όντως η ηθική μας επηρεάζεται τόσο καθοριστικά από τις συνθήκες μέσα στις οποίες ζούμε, τότε ακυρώνεται η «ηθική της πεποίθησης» που θα έλεγε ο Βέμπερ. Ακυρώνεται δηλαδή η δράση σύμφωνα με αρχές, ανεξαρτήτως των συνεπειών τους. Ο ΣΥΡΙΖΑ είχε δημιουργήσει την εντύπωση ότι υποστηρίζει μια τέτοια ηθική. Τώρα εμφανίζεται μια ηθική στάση αντίθετη: «αυτές είναι οι συνθήκες, δεν μπορούμε να κάνουμε κάτι άλλο». Τι θα γίνει όμως αν αναλάβει την εξουσία και διαπιστώσει ότι εντός του καπιταλιστικού συστήματος είναι υποχρεωμένος να δράσει ετερόνομα και αντίθετα προς το φρόνημα και τις πεποιθήσεις του;
    Και όντως δεν έχει τόσο μεγάλη σημασία, όσο του απέδωσαν οι πολιτικοί αντίπαλοι, το γεγονός ότι κάποιοι βουλευτές του ΣΥΡΙΖΑ είναι πλούσιοι. Το γεγονός μεγαλοποιείται λόγω της έντασης της πολιτικής σύγκρουσης. Από την άλλη όμως, δεν μπορούν, νομίζω, οι υποστηρικτές της εξωσυστημικής αξιωματικής αντιπολίτευσης να σφυρίζουν αδιάφορα στο γεγονός ότι ανάμεσά τους υπάρχουν άνθρωποι ενταγμένοι πλήρως στο σύστημα.

  3. Α.Γ. said:

    Εκτιμώ το χρόνο και την ενέργεια που αφιερώθηκε για να γραφτούν τα παραπάνω σχόλια, και δεν αμφισβητώ την καλή τους προαίρεση. Το θέμα όντως είναι λεπτό και περίπλοκο. Ωστόσο, σε μία ανάρτηση ιστολογίου μπορεί κανείς να ασχοληθεί με μία μόνο πτυχή του, και είμαι ήδη στα όρια από άποψη έκτασης. Εγώ πράγματι επέλεξα να «αφαιρέσω από την οπτική μου την συγκεκριμένη υπόθεση». Ήταν ηθελημένο. Η ανάρτηση αυτή δεν έχει ως αντικείμενο να γνωματεύσει αν καλώς ή κακώς έπραξαν οι βουλευτές. Μετά βίας αναφέρω καν τα ονόματά τους. Το θέμα μου εδώ -ένα θέμα το οποίο αποτελεί αντικείμενο και άλλων αναρτήσεων αυτού του μπλογκ στο παρελθόν, και θα αποτελέσει επίσης στο μέλλον- είναι η συγκρότηση του λόγου του ακραίου κέντρου ως μίας συνολικής αφήγησης που φιλοδοξεί να εξηγήσει περίπου τα πάντα στην ελληνική κοινωνία, το παρόν και το παρελθόν της.
    Είναι πολύ πιθανό, σχεδόν σίγουρο, ότι ο ΣΥΡΙΖΑ, εάν και εφόσον σχηματίσει ποτέ κυβέρνηση, δεν θα είναι μια αντικαπιταλιστική-αντισυστημική κυβέρνηση.
    Δεν ξέρω καν τι μπορεί να σημαίνει «αντικαπιταλιστική-αντισυστημική κυβέρνηση». Οι κυβερνήσεις από τη φύση τους είναι πράγματα άχαρα, συστημικά. Ο αντικαπιταλισμός δεν είναι δουλειά των κυβερνήσεων. Μακάρι να είναι δηλαδή, αλλά εμένα στο παραπάνω αρθράκι δεν με απασχόλησε αν και πώς είναι δυνατό να γίνει κάτι τέτοιο. Με απασχόλησε πώς, με αφορμή την υπόθεση αυτή, η θεωρία περί απείθαρχων και βίαιων εθνολαϊκιστών επιχειρείται να επεκταθεί σε ένα πεδίο όπου δεν είχε χρησιμοποιηθεί μέχρι τώρα, πράγμα που βρίσκω τρομερά ενδιαφέρον θεωρητικά και πολιτικά. Είμαι απολύτως ψύχραιμος και ασφαλώς θα «ξαναδώ» το θέμα, όχι όμως με την έννοια της αναίρεσης ή διόρθωσης όσων έγραψα. Αυτά τα περί «διαφωράς που μετακυλίεται» πάντως ομολογώ ότι δεν τα κατάλαβα.

  4. @AΓ
    Είναι απόλυτα κατανοητή η οπτική σας , ως έλεγχος του επιχειρήματος του Π.Παναγιωτόπουλου.Ωστόσο η αποδόμηση του επιχειρήματος του ΠΠ , μέσω του σχήματος «γνωση-αποδοχή-ακολουθία» του κανόνα είναι εξαιρετικά άδύνατη.

    Αυτή είναι η ένσταση.

    Γιατί τότε εκ των πραγμάτων εδραιώνεται ο κανένας : είναι θεμιτή η ακολουθία με γνώση , χωρίς αποδοχή. Το «νεο κανόνα» μπορούμε να ακολουθήσουμε με το ίδιο σχήμα της «ακολουθίας με γνώση χωρία αποδοχή», όπου η «γνώση» πλέον είναι η » μη αποδοχή» της πρώτης φάσης.

    Συγχωρέστε μου την πιθανή κακοσυνταξία αλλά καπως έτσι μου φαίνεται η αδυναμία του δικού σας ελέγχου.

    Χωρίς διάθεση πραγματολογικής ισοδυναμίας,αλλα ελέγχου του δικού σας επιχειρήματος ,επιτρέψτε μου:

    Ο χρήστης υπηρεσιών νόμιμης πορνείας, μπορεί αενάως να είναι εκτός κριτικής καθώς δύναται μα μην αποδέχεται αλλά να ακολουθεί με γνώση.Αν ακολουθήσουμε το σχήμα σας ,η κριτική σε ένα βαθύτερο επίπεδο (πχ η νόμιμη πορνεία υποκρύπτει βιασμό της πόρνης σε παιδική ηλικία) δεν μπορεί να γίνει αποτελεσματική, δηλαδή να μετασχηματιστεί σε αλλαγή θεσμών απλούστατα γιατί αυτή η κριτική είναι ενσωματωμένη ως θεμιτή «μη αποδοχή».Αενάως το θεμιτό μετακυλύεται σε ένα νέο κανόνα .

    Τέλος αφαιρέστε τα περι ψυχραιμίας του πρώτου σχολίου.Τελικά αφορούσαν τη δική μου κατάσταση ως αναγνώστη σας και την υπαναχώρηση που τουλάχιστον εγώ είδα.

    Χαιρετώ

  5. Συμφωνώ απολύτως με την έννοια του ακραίου κέντρου. Όντως, γίνεται εδώ και καιρό μια συστηματική προσπάθεια να εξηγηθούν όλα ως αποκλίσεις από την κανονική μεσότητα. Νομίζω όμως πως δίπλα σε αυτή την αφήγηση έχει τώρα εμφανιστεί και μία άλλη, που θα μπορούσαμε να την ονομάσουμε «κεντρώο άκρο». Ο ΣΥΡΙΖΑ πρεσβεύει πλέον κεντρώα αιτήματα και κεντρώες πολιτικές, αλλά θέλει να διατηρήσει την ιδιότητα και την αίγλη του άκρου. Το άκρο όμως είναι, κατά μία έννοια, η ηθική συνείδηση του πολιτικού συστήματος. Και ο ΣΥΡΙΖΑ, μετακινούμενος προς το κέντρο του πολιτικού συστήματος, χάνει το ηθικό του πλεονέκτημα.

  6. Hλιας Καραβόλιας said:

    Ωραίος διάλογος. Αλλά ποιοί οι πόλοι στην σημερινή απολιτικ κοινωνία; Μητε φασισμός, μητε ακροαριστερα. Οι πόλοι ειναι στο κέντρο,οποτε και καθισταται ακραίο.Δυστυχως η ευτυχως η χρονια του αλογου, θα έχει καβαλαρη.Μαλλον ο Τσιπρας θα συγκεντρωσει διαμαρτυρια και απογνωση πολύ μεγαλυτερη της αντιαριστερης ορθοδοξιας και των φιλελευθερων γραφιαδων περι αυτονοητης υποτιμησης της οικονομιας.Τα αμοιβαια των δυο/τριων βουλευτων με τα λεφτα σε σπιτια του χρηματοπιστωτισμου ειναι ασημαντα μπροστα στις πλαστες πινακιδες του τεκνου της ΝΔ και στα εργα και ημερες των εξοπλιστικων επι ΠΑΣΟΚ. Λεφτα στον ΣΥΡΙΖΑ εχουν 3 ,4 ….Σε ΝΔ,ΠΑΣΟΚ έχουν δεκαδες…Ορθως ο κος Γαβριηλιδης μιλα για υποκρισία…Καλη χρονια, ευτυχες το …2015

  7. Pnig Hro said:

    Καταρχάς θέλω να επισημάνω δυο πράγματα που θεωρώ νευραλγικής σημασίας: 1. Είναι πάντα πιο εύκολο να ασκεί κανείς κριτική σε μια άποψη από το να την δημιουργεί και να την εκφράζει. 2.Είναι ένα πράγμα να ασκεί κανείς κριτική από το να σχολιάζει κριτικά. Εγώ θα κάνω το δεύτερο.3. Ο σχολιαστής θεωρείται κατά την άποψή μου ότι έχει ήθος μόνο αν κάνοντας το 2. ενστερνίζεται γνησίως το 1. Με αυτά ειπωμένα, προχωρώ στην έκθεση των προβληματισμών μου.

    Ο πυρήνας του σχολιασμού μου αφορά μια ένσταση σχετικά με τη χρήση από μέρους σας της καντιανής έννοιας της ετερονομίας. Από αυτό, όμως, το “τεχνικής φύσης” σχόλιο ενδεχομένως να βγαίνουν κάποια συμπεράσματα για το θέμα που θίγετε στο άρθρο σας. Ας ληφθεί υπόψη ότι έχω πλήρη επίγνωση του ότι προβάλλω στο κείμενό σας έναν σχεδόν αμιγώς καντιανό μανδύα διαμέσου του οποίου και εξάγω το όποιο συμπέρασμά μου.
    Λέτε λοιπόν:

    “Ωστόσο, η συμμόρφωση προς έναν κανόνα, όπως ξέρουμε και από τον Καντ, είναι ετερόνομη και αφορά την εξωτερική συμπεριφορά, ενώ η αποδοχή, και μάλιστα η «πλήρης» τοιαύτη, αφορά το φρόνημα και τις πεποιθήσεις. Δεν είναι θεμιτό να συναγάγουμε πλήρη αποδοχή από την πρακτική συμμόρφωση”.

    Τα έλλογα δρώντα υποκείμενα κατά Καντ είναι υποκείμενα που πράττουν βάσει κανόνων (οι οποίοι παράγονται από αρχές). Τόσο μια αυτόνομη όσο και μια ετερόνομη βούληση διέπεται από αρχές και άρα το έλλογο υποκείμενο κατά την πρακτική του δραστηριότητα μοιραία περιορίζεται, εξαναγκάζεται από κανόνες. Επομένως σωστά λέτε ότι η καντιανή ηθική δεν εστιάζει στην “εξωτερική συμπεριφορά” αλλά στο φρόνημα. Πρέπει όμως να έχουμε κατά νου ότι και στις δυο περιπτώσεις αυτό που κρίνεται είναι ένας γνώμονας πράξης που δεν μπορεί παρά να συνάγεται από … μια πράξη και όχι απλά από τις διακηρύξεις του υποκειμένου (ο Καντ διακρίνει μεταξύ του εύχεσθαι και του βούλεσθαι. Το τελευταίο προϋποθέτει προτεινόμενους από την πλευρά του υποκειμένου γνώμονες οι οποίοι περιγράφουν την πρόθεση, το σκοπό και την προτεινόμενη πράξη του). Η διαφορά, λοιπόν, μεταξύ των δυο μορφών βούλησης έγκειται στον τρόπο εξαναγκασμού: η μεν ετερόνομη εξαναγκάζεται εξωτερικά από κάποια ροπή, ανάγκη, επιθυμία, ενώ η αυτόνομη εξαναγκάζεται εσωτερικά, όπως σωστά είπατε, από το “φρόνημα”.

    Τώρα, είναι δυνατό τόσο ο ετερόνομος όσο και ο αυτόνομος να ακολουθούν τον ίδιο κανόνα, αλλά μόνο ο ένας τον ακολουθεί για το σωστό λόγο. Είναι λοιπόν δυνατό ο ετερόνομος να ακολουθεί έναν ηθικά σωστό κανόνα επειδή π.χ. επιθυμεί να έχει καλή φήμη ή επειδή φοβάται τις συνέπειες της παραβίασής του. Ο δε αυτόνομος τον ακολουθεί επειδή είναι σωστός. Ο ετερόνομος τον ακολουθεί για την εξυπηρέτηση κάποιου περαιτέρω σκοπού (πράττω σύμφωνα με το καθήκον), ο δε αυτόνομος τον ακολουθεί επειδή τον υιοθετεί, επειδή τον θεωρεί αυτοσκοπό (πράττω από καθήκον). Όλα αυτά ισχύουν αν και μόνο αν στο συγκεκριμένο σενάριο ο κανόνας είναι ένας ηθικά αποδεκτός κανόνας. Τι γίνεται όμως στην περίπτωση που ο κανόνας δεν είναι ηθικά αποδεκτός;

    Ερχόμαστε στο δια τάυτα. Μπορεί, άραγε, ένα υποκείμενο που ακολουθεί τον παραβατικό ως προς την ηθικότητα κανόνα (απόκτηση αμοιβαίων κεφαλαίων, ήτοι, συμμετοχή στις σχέσεις εκμετάλλευσης) αλλά που δεν τον αποδέχεται διακυρήσσοντας ότι υιοθετεί τον ηθικό και πιθανώς πράττοντας ταυτόχρονα και προς την κατεύθυνση αυτή (σοσιαλιστικό/ κομμουνιστικό ιδεώδες και συμμετοχή σε αριστερές συλλογικότητες, κόμματα, απεργιακές κινητοποιήσεις αντίστοιχα), να θεωρείται ότι είναι αυτόνομο ή ότι έχει (ηθικό) φρόνημα? Είναι με άλλα λόγια επιτρεπτό να λέμε ότι ένα υποκείμενο διατηρεί την ακεραιότητά του αν ενώ υιοθετεί τον σωστό κανόνα, ωστόσο εξαναγκάζεται να ακολουθεί τον παραβατικό;
    Καταρχάς ένα τέτοιο υποκείμενο είναι εξ’ ορισμού διχασμένο και άρα σε καμία περίπτωση δεν δύναται να είναι πλήρως αυτόνομο. Πρόκειται για έναν διχασμό που η εξωτερική πραγματικότητα επιφέρει (ζούμε, άλλωστε, πράγματι σε καπιταλιστικό κόσμο) Επομένως οποιαδήποτε σκέψη περί αυτονομίας ή ακεραιότητας θα πρέπει ήδη να λαμβάνει υπόψη τον περιορισμό αυτό και, επομένως, το ερώτημα που οφείλει να μας ενδιαφέρει θα πρέπει να αφορά τον τρόπο που διαχειρίζεται κάθε υποκείμενο τον εν λόγω διχασμό. Αυτό είναι που θα χρησιμεύσει ως δείκτης του φρονήματός του. Για να διερευνήσουμε κάτι τέτοιο, οφείλουμε να εξετάσουμε τα περιθώρια επιλογής του (σε ποιο βαθμό και με ποιο τρόπο είναι πράγματι εξαναγκασμένο από εξωτερικούς παράγοντες το υποκείμενο να ακολουθήσει τον παραβατικό κανόνα ενώ δεν τον αποδέχεται), τις βουλόμενες συνέπειες της προτεινόμενης πράξης του και τις προβλεπόμενες από το ίδιο συνέπειες της προτεινόμενης πράξης του.
    Στην περίπτωση των βουλευτών του ΣΥΡΙΖΑ , δεν είμαι καθόλου βέβαιη ότι υπήρξε καν εξαναγκασμός (συγκρίνετέ τους με τον μισθωτό που απλά ΔΕΝ έχει άλλη επιλογή προκειμένου να ζήσει). Η απόκτηση των αμοιβαίων κεφαλαίων ήταν μια πλήρως ελεύθερη επιλογή. Ήταν με άλλα λόγια πλήρως ικανοί οι βουλευτές όχι μόνο να μην υιοθετήσουν τον παραβατικό κανόνα, αλλά και να μην τον ακολουθήσουν.
    Οι βουλόμενες συνέπειες της πράξης τους ίσως δεν ήταν η επί τούτου καταστρατήγηση του φρονήματός τους, της ιδεολογίας τους. (Αυτό, θα τους καθιστούσε όχι απλώς ετερόνομους αλλά “ριζικά κακούς”). Η απόκτηση αμοιβαίων κεφαλαίων έγινε για την εξυπηρέτηση του ατομικού τους συμφέροντος. Αλλά είναι ακριβώς αυτό το “άφημα” στη ροπή, η αδυναμία να αρθούν επί των ροπών τους σε βάρος της προσωπικής ευτυχίας τους, όπως θα έλεγε και ο Καντ, που τους καθιστά υπόλογους.ως ετερόνομους. Επομένως δεν πια σημασία αν θα συναγάγουμε πλήρη αποδοχή από την πρακτική συμμόρφωση, καθώς η πρακτική συμμόρφωση έχει γίνει για ανήθικο λόγο, εξαιτίας της “ηθικής” αδυναμία τους (της αδυναμίας τους να προάγουν την αριστερή ιδεολογία τους, που τη θεωρούν ηθικό κανόνα, σε βάρος της προσωπικής τους ευτυχίας).

  8. Α.Γ. said:

    Η τελευταία ανάρτηση ουσιαστικά αποτελεί ένα νέο ανεξάρτητο κείμενο, με έκταση που σχεδόν προσεγγίζει εκείνη του δικού μου σημειώματος, και ίσως θα μπορούσε να δημοσιευόταν αυτοτελώς κάπου χωρίς ιδιαίτερη αναφορά σε αυτό.
    Στο βαθμό που δημοσιεύεται ως σχόλιο για το δικό μου, θα ήθελα να διευκρινίσω ένα πράγμα.
    Θέμα της παραπάνω ανάρτησής μου ΔΕΝ είναι αν οι δύο βουλευτές για τους οποίους πρόκειται ενήργησαν ηθικά ή όχι. Γι’ αυτό τοποθετήθηκαν δημόσια αρκετοί, μεταξύ των οποίων και οι ίδιοι οι ενδιαφερόμενοι. Εάν ήθελα να μιλήσω γι’ αυτό, θα επέλεγα να το κάνω απευθείας. Αυτό που ήθελα να δω εγώ είναι πώς ο λεκτικός σχηματισμός του ακραίου κέντρου αξιοποιεί το γεγονός για να συγκροτηθεί, να γίνει συνεκτικότερος και να επεκταθεί σε νέα πεδία. Αυτός ήταν και ο λόγος για τον οποίο επέλεξα να μιλήσω όχι για το τι έκαναν οι βουλευτές, αλλά για το τι έγραψε ο Παναγιωτόπουλος περί αυτού.
    Υπό αυτό το πρίσμα, έρχομαι και εγώ στο «διά ταύτα» όπως το διατυπώνει το σχόλιο:

    «Μπορεί, άραγε, ένα υποκείμενο που ακολουθεί τον παραβατικό ως προς την ηθικότητα κανόνα (απόκτηση αμοιβαίων κεφαλαίων, ήτοι, συμμετοχή στις σχέσεις εκμετάλλευσης) αλλά που δεν τον αποδέχεται διακυρήσσοντας ότι υιοθετεί τον ηθικό και πιθανώς πράττοντας ταυτόχρονα και προς την κατεύθυνση αυτή (σοσιαλιστικό/ κομμουνιστικό ιδεώδες και συμμετοχή σε αριστερές συλλογικότητες, κόμματα, απεργιακές κινητοποιήσεις αντίστοιχα), να θεωρείται ότι είναι αυτόνομο ή ότι έχει (ηθικό) φρόνημα?»

    Το ερώτημα αυτό όμως δεν είναι το επίδικο εδώ. Η εκτίμηση ότι η απόκτηση αμοιβαίων κεφαλαίων συνιστά «παραβατικό κανόνα» είναι αξιολόγηση της σχολιογράφου, ΟΧΙ ΟΜΩΣ του Παναγιωτόπουλου. Ο τελευταίος θέτει το ερώτημα μόνο και μόνο για να απαντήσει «όχι, δεν έχουν ηθικό φρόνημα» και εξ αυτού -υπογραμμίζω εγώ εδώ- να συναγάγει το συμπέρασμα ότι θα πρέπει οι ενδιαφερόμενοι να προσαρμόσουν ολοκληρωτικά την πρακτική αλλά και το φρόνημά τους σε αυτόν τον κανόνα, που είναι καθαυτός ορθός, και να εγκαταλείψουν την όποια, έστω και φραστική διαφοροποίηση από αυτόν. Όχι μόνο αυτοί, αλλά και ολόκληρο το κόμμα στο οποίο ανήκουν. Και ότι θα πρέπει -και πάλι τόσο αυτοί οι δύο, όσο και όλοι οι άλλοι- να παραιτηθούν από την δημόσια υποστήριξη της ακύρωσης ή μη αποπληρωμής (μέρους) του χρέους, διότι η πρακτική τους το έχει ήδη επικυρώσει και διότι αυτό θα συνιστούσε εθνικολαϊκισμό και επιμονή σε μια πατριωτική εξαίρεση. Αυτό που ήθελα να επισημάνω με την ανάρτησή μου ήταν ότι η λογική αυτή είναι καταχρηστική και εκβιαστική, και ότι δεν πρέπει να γίνει δεκτή. Και αυτό δεν επηρεάζεται από την απάντηση που θα δώσουμε στο ερώτημα του παραθέματος.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: