Τζόρτζιο Αγκάμπεν: «Mή μνησικακεῖν»

Μετάφραση: Α. Γ.

Όπως πολλές κατηγορίες και θεσμοί των σύγχρονων δημοκρατιών, η αμνηστία ανάγεται στην εποχή της αθηναϊκής δημοκρατίας. Στα 403 προ Χριστού, αφού εξεδίωξε την αιμοσταγή ολιγαρχία των Τριάκοντα Τυράννων, η νικήτρια δημοκρατική μερίδα δεσμεύθηκε ενόρκως «να παραιτηθεί από τη μνησικακία» («μη μνησικακεῖν»*, κατά λέξη «να μην θυμάται τα κακά που υπέστη, να μην εκτρέφει κακές μνήμες») έναντι των αντιπάλων του. Ως εκ τούτου, οι δημοκράτες αναγνώρισαν ότι είχε λάβει χώρα στάσις, εμφύλιος πόλεμος, και ότι απαιτούνταν τώρα μια στιγμή μη-μνήμης, «αμνηστίας», για να συμφιλιωθεί η πόλη. Παρά την αντίθεση των πιο ακραίων, όπως ο Λυσίας, που ζητούσαν την τιμωρία των Τριάκοντα, ο όρκος πράγματι τηρήθηκε και οι Αθηναίοι, χωρίς να ξεχάσουν όσα είχαν συμβεί, έθεσαν σε αναστολή τις κακές μνήμες τους και ξεπέρασαν την πικρία τους.

Για την ακρίβεια, το πρόβλημα δεν ήταν τόσο να θυμηθούμε ή να ξεχάσουμε, αλλά να ξεχωρίσουμε πότε είναι η στιγμή για το ένα και πότε για το άλλο.

Απωθήσεις

Γιατί είναι τόσο δύσκολο σήμερα, στην Ιταλία, να μιλήσουμε για αμνηστία; Γιατί η ιταλική πολιτική τάξη, τόσον καιρό μετά τα μολυβένια χρόνια, συνεχίζει να ζει μέσα στο «μνησικακείν»; Τι εμποδίζει αυτή τη χώρα να απελευθερωθεί από τις «κακές αναμνήσεις» της;

Οι αιτίες αυτής της δυσφορίας είναι περίπλοκες, αλλά θεωρώ ότι μπορούμε να προτείνουμε μια απάντηση.

Η ιταλική πολιτική τάξη, εκτός από κάποιες σπάνιες εξαιρέσεις, δεν έχει ποτέ αναγνωρίσει ανοιχτά ότι στην Ιταλία υπήρξε κάτι σαν εμφύλιος πόλεμος και δεν έχει παραδεχτεί ότι η σύγκρουση των μολυβένιων χρόνων είχε έναν αυθεντικά πολιτικό χαρακτήρα. Άρα, γι’ αυτήν τα εγκλήματα που διαπράχθηκαν τότε ήταν, και παραμένουν πάντα, του κοινού δικαίου.

Αυτή η θέση, συζητήσιμη βεβαίως σε ιστορικό επίπεδο, θα ήταν ίσως θεμιτή αν δεν ερχόταν να τη διαψεύσει μια προφανής αντίφαση. Συγκεκριμένα, για να καταστείλει αυτά τα κοινού δικαίου εγκλήματα, αυτή η ίδια πολιτική τάξη προσέφυγε σε μια σειρά εξαιρετικών νόμων που περιόρισαν σοβαρά τις συνταγματικές ελευθερίες και εισήγαγαν μέσα στο νομικό σύστημα αρχές που ανέκαθεν θεωρούνταν ξένες προς αυτό. Σχεδόν όλοι όσοι καταδικάστηκαν, είχαν διωχθεί και δικαστεί βάσει αυτών των ειδικών νόμων.

Αλλά το πιο απίστευτο είναι ότι αυτοί νόμοι εξακολουθούν πάντα να ισχύουν και να ρίχνουν μια αποτρόπαια σκιά πάνω στον βίο των δημοκρατικών μας θεσμών. Ζούμε σε μια χώρα που αυτοπαρουσιάζεται ως «κανονική» και όπου όποιος φιλοξενεί ένα φίλο χωρίς να αναφέρει την παρουσία του στην αστυνομία, υπόκειται σε σοβαρές ποινικές κυρώσεις.

Η συγκαλυμμένη κατάσταση έκτακτης ανάγκης στην οποία ζει η χώρα εδώ και είκοσι σχεδόν χρόνια έχει αλλοιώσει τόσο βαθιά την πολιτική συνείδηση των Ιταλών που, αντί να διαμαρτυρηθούν και να αντισταθούν, προτιμούν να βασιστούν στην αδράνεια της αστυνομίας και τη σιωπή των γειτόνων.

Ας μου επιτραπεί να υπενθυμίσω –χωρίς να θέλω εδώ να κάνω κάποιον παραλληλισμό ουσίας, αλλά απλώς μια μορφική αναλογία- ότι το Verordnung zum Schutz von Volk und Staat*, δημοσιευμένο από τη ναζιστική κυβέρνηση στις 28 Φεβρουαρίου 1933, το οποίο ανέστειλε τα άρθρα του γερμανικού συντάγματος για την προσωπική ελευθερία, την ελευθερία του συνέρχεσθαι, το απαραβίαστο της κατοικίας και το απόρρητο της αλληλογραφίας και των τηλεφωνικών επικοινωνιών, παρέμεινε εν ισχύι μέχρι την πτώση του Τρίτου Ράιχ, δηλαδή για δεκατρία χρόνια· οι δικοί μας εξαιρετικοί νόμοι και οι αστυνομικές διατάξεις που τους συνοδεύουν έχουν υπερβεί κατά πολύ αυτή τη διάρκεια.

Μνησικακία

Δεν είναι περίεργο, υπ’ αυτές τις συνθήκες, ότι η πολιτική τάξη μας δεν μπορεί να διανοηθεί την αμνηστία, ούτε να απαλλαγεί από τις «κακές μνήμες» της. Είναι καταδικασμένη στη μνησικακία, επειδή στην Ιταλία η εξαίρεση έχει γίνει πραγματικά ο κανόνας· η «κανονική» και η εξαιρετική χώρα, η παρελθούσα ιστορία και η παρούσα πραγματικότητα έχουν γίνει αξεχώριστες μεταξύ τους. Ως εκ τούτου, αυτό που θα έπρεπε να είναι αντικείμενο της μνήμης και της ιστορικής ανάλυσης αντιμετωπίζεται ως ένα σημερινό πολιτικό πρόβλημα (επιτρέποντας τη διατήρηση των ειδικών νόμων και μιας κουλτούρας της εξαίρεσης), ενώ αυτό που θα έπρεπε να αποτελεί αντικείμενο πολιτικής απόφασης (η αμνηστία) αντιμετωπίζεται ως ένα πρόβλημα ιστορικής μνήμης. Η ανικανότητα σκέψης που φαίνεται σήμερα να ταλανίζει την ιταλική πολιτική τάξη και, μαζί με αυτήν, ολόκληρη τη χώρα, εξαρτάται επίσης από αυτή την καταστρεπτική σύζευξη μιας κακής λήθης και μιας κακής μνήμης, μέσω της οποίας προσπαθούμε να ξεχάσουμε όταν θα έπρεπε να θυμηθούμε και αναγκαζόμαστε να θυμηθούμε όταν θα έπρεπε να μπορούμε να ξεχάσουμε.

Σε κάθε περίπτωση, η αμνηστία και η κατάργηση των ειδικών νόμων είναι οι δύο όψεις μίας και της αυτής πραγματικότητας και μόνο μαζί μπορούν να γίνουν κατανοητές. Αλλά, για να γίνει κάτι τέτοιο, οι Ιταλοί θα πρέπει να ξαναμάθουν την ορθή χρήση της μνήμης και της λήθης.


* Στα ελληνικά στο πρωτότυπο (σ.τ.μ.).

* «Διάταγμα για την προστασία του λαού και του κράτους» –γερμ. (σ.τ.μ.).

Το κείμενο αυτό δημοσιεύτηκε στο Il Manifesto στις 23 Δεκεμβρίου 1997 με τον τίτλο «Cattive memorie» [Κακές μνήμες].

4 comments

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: