Η ουσία της αξίας στην εποχή της κρίσης χρέους

«Τα συστήματα του ranking και του rating είναι μηχανισμοί που χρησιμοποιούνται σήμερα εμπειρικά για τη μέτρηση του πεδίου της αξίας, αλλά φυσικά και για τον έλεγχο και την αιχμαλώτιση του πεδίου των κοινωνικών σχέσεων που παράγουν την ίδια την αξία. Θα αναφερθούμε εδώ σε τέσσερα παραδείγματα: την οικονομία των παραπομπών στο πανεπιστήμιο, την οικονομία της προσοχής στο δίκτυο, την οικονομία του γοήτρου στον κόσμο της τέχνης και την οικονομία της εμπιστοσύνης των οίκων αξιολόγησης»

του Ματτέο Πασκουινέλλι

 

Για μια τοπολογία του πεδίου της αξίας: τα μοντέλα του ranking και του rating

9. Τοπολογικά μοντέλα του πεδίου της αξίας. Νέα εμπειρικά μοντέλα αξιοποίησης πρέπει να μελετηθούν για να κατανοήσουμε τη μεταμόρφωση του κεφαλαίου υπό τις πιέσεις της κοινωνικής παραγωγής και το πώς αυτά τα μοντέλα αξιοποίησης, με τη σειρά τους, επηρεάζουν την τεχνική σύνθεση των σημερινών υποκειμενικοτήτων. Ακολουθώντας και τις ενοράσεις των Φουκώ, Ντελέζ και Γκουαταρί, θέλουμε εδώ να εισάγουμε μοντέλα που να περιγράφουν το πεδίο των κοινωνικών δυνάμεων κατά τρόπο τοπολογικό και όχι ποσοτικό, όπως συνεχίζει να κάνει ακόμα και τώρα η πολιτική οικονομία του ρολογιού. Τα συστήματα του ranking και του rating είναι μηχανισμοί που χρησιμοποιούνται σήμερα εμπειρικά για τη μέτρηση του πεδίου της αξίας, αλλά φυσικά και για τον έλεγχο και την αιχμαλώτιση του πεδίου των κοινωνικών σχέσεων που παράγουν την ίδια την αξία. Θα αναφερθούμε εδώ σε τέσσερα παραδείγματα: την οικονομία των παραπομπών στο πανεπιστήμιο, την οικονομία της προσοχής στο δίκτυο, την οικονομία του γοήτρου στον κόσμο της τέχνης και την οικονομία της εμπιστοσύνης των οίκων αξιολόγησης. Για λόγους έκθεσης, διακρίνουμε μεταξύ «μηχανικού» ranking και «πολιτικού» rating, μεταξύ άτυπων κοινωνικών δικτύων και θεσμικών μηχανισμών, αλλά στην πραγματικότητα αυτά τα μοντέλα μπορούν να θεωρηθούν ως διαφορετικές ενσαρκώσεις του ίδιου μηχανικού διαγράμματος του κοινωνικού πεδίου.

10. Διάκριση μεταξύ «μηχανικού» ranking και «πολιτικού» rating. Με το ranking νοείται η τοποθέτηση σε μια συγκεκριμένη βαθμίδα σύμφωνα με μία αντικειμενική διαδικασία, μία μέθοδο, έναν αλγόριθμο (όπως συμβαίνει στην αξιολόγηση των ακαδημαϊκών περιοδικών, στα αποτελέσματα της μηχανής αναζήτησης Google ή στον υπολογισμό του αριθμού των follower στο Facebook και το Twitter). Με το rating αντίθετα νοείται η τοποθέτηση σε μια κλίμακα σύμφωνα με ένα σύστημα υποκειμενικών εκτιμήσεων, βασισμένων στην αναγνώριση, την εμπιστοσύνη και την υποστήριξη από πρόσωπα με τα οποία έχει δημιουργηθεί ένα πολύπλοκο δίκτυο σχέσεων (βλέπε τον κόσμο της τέχνης, αλλά προπαντός τους διεθνείς οίκους αξιολόγησης, οι οποίοι παρέχουν στους επενδυτές μια αξιολόγηση με υφή καθαρά πολιτική βασισμένη τερατώδεις συγκρούσεις συμφερόντων). Ορίζουμε το πρώτο διάγραμμα ως μηχανικό[1], διότι προϋποθέτει τη χρήση κωδικοποιημένων διαδικασιών, και το δεύτερο διάγραμμα ως πολιτικό, διότι προϋποθέτει την παλιά, πέρα για πέρα πολιτική τέχνη να οικοδομείς συναίνεση, εμπιστοσύνη και κοινωνικές συμμαχίες με βάση άτυπες σχέσεις. Στην πραγματικότητα πρόκειται και στις δύο περιπτώσεις για μηχανικά συστήματα, επειδή, σύμφωνα με τον ορισμό των Ντελέζ και Γκουαταρί, συνδυάζουν αυτοματισμούς με κοινωνικές σχέσεις. Θέλω να τονίσω επίσης ότι, όπως στην περίπτωση των μηχανών που περιγράφει ο Μαρξ στον πρώτο τόμο του Κεφαλαίου, ορισμένοι αλγόριθμοι και διαδικασίες εγκαθίστανται επίσημα σε προηγούμενες ανεπίσημες δομές rating.

11. Διάκριση μεταξύ κοινωνικών δικτύων και θεσμικών μηχανισμών. Αυτό που θέλουμε εδώ είναι να εστιάσουμε όσο το δυνατόν περισσότερο σε ολόκληρο το κοινωνικό πεδίο του συλλογικού θηρίου, δηλαδή στον ρευστό και πολλαπλό χώρο της μητρόπολης. Προφανώς, το παγκόσμιο δίκτυο και τα κοινωνικά του δίκτυα είναι το καλύτερο παράδειγμα για να καταδείξουμε σήμερα το γιγαντιαίο δίκτυο των κοινωνικών σχέσεων παραγωγής. Σε μικρότερη κλίμακα, αλλά με σημαντικό οικονομικό αντίκτυπο, εμφανίζεται η περίπτωση του κόσμου της τέχνης, ο οποίος σε μεγάλο βαθμό βασίζεται σε δίκτυα άτυπα και ρευστά, μη ιεραρχικά και όχι τόσο θεσμικά. Αλλά το πλέγμα των κοινωνικών σχέσεων αποτελεί επίσης την ουσία θεσμών που μοιάζουν φτιαγμένοι από γρανίτη: εάν τα πανεπιστήμια και οι οργανισμοί αξιολόγησης δείχνουν όλη την ακαμψία των θεσμικών ιεραρχιών και της οικονομικής και πολιτικής εξουσίας, ωστόσο η σύστασή τους δεν είναι τόσο διαφορετική από εκείνη της μητρόπολης.

Μοντέλο 1). Η οικονομία των παραπομπών του πανεπιστημίου: θεσμική και μηχανική μεσολάβηση. Το γερμανικό πανεπιστήμιο του τέλους του 19ου αιώνα ήταν ο τόπος όπου καθιερώθηκε για πρώτη φορά ένα σύστημα που κατέτασσε τις δημοσιεύσεις (άρα και τους συγγραφείς) ανιχνεύοντας και υπολογίζοντας τον αριθμό και τη διασύνδεση των βιβλιογραφικών παραπομπών. Όσο περισσότερες οι παραπομπές, τόσο μεγαλύτερη η «ακαδημαϊκή» σημασία ενός δεδομένου κειμένου. Όπως είναι γνωστό, ακόμα και σήμερα κάθε πανεπιστημιακός ερευνητής είναι αιχμαλωτισμένος σε αυτό το μηχανισμό μέτρησης που αποφασίζει για την καριέρα του και τη επίδοσή του στον ανταγωνισμό. Αυτό το σύστημα ranking διαπερνά σήμερα ολόκληρη την πανεπιστημιακή οικονομία: μαζί με άλλους δείκτες, χρησιμοποιείται επίσης για να μετρήσει τη συνολική «αξία» των πανεπιστημίων και το κύρος τους στις παγκόσμιες κατατάξεις. Όπως διαβάζουμε ιδίως σε πρόσφατες αγγλο-αμερικανικές αναφορές, ένα τέτοιο δίκτυο αξιολόγησης έχει επηρεάζει καθοριστικά το κοινωνικό στάτους ενός συγκεκριμένου πανεπιστημίου, άρα τα δίδακτρα και, έτσι, απευθείας το φοιτητικό χρέος. Θα μπορούσαμε σχεδόν να πούμε ότι το φοιτητικό χρέος είναι η αντιστροφή των γνωστικών πυραμίδων των συστημάτων ranking, αναπαράγοντας κατατμήσεις και οικονομικές ιεραρχίες κατά τρόπο κατοπτρικό.

Μοντέλο 2). Η οικονομία της προσοχής του δικτύου: κοινωνική και μηχανική διαμεσολάβηση. Η μηχανή αναζήτησης Google γεννήθηκε εφαρμόζοντας το διάγραμμα που χρησιμοποιούνταν για να «μετρά» τις ακαδημαϊκές δημοσιεύσεις σε κάθε έγγραφο υπερκειμένου στο Web. Κατά βάση, ο αλγόριθμος PageRank Basic της Google υπολογίζει αυτόματα την «αξία» κάθε συνδέσμου στο διαδίκτυο και αποφασίζει για τη σημασία και την προβολή ενός εγγράφου ανάλογα με τον αριθμό και την ποιότητα των συνδέσεων που παραπέμπουν σε αυτό. Ο αλγόριθμος Google PageRank μπορεί να εκληφθεί ως το εμπειρικό διάγραμμα της συσσώρευσης αξίας στο γνωσιακό καπιταλισμό, ως συσσωρευτής εκείνων των πληροφοριών που προσθέτουν αξία. Γενικότερα, το διαδίκτυο σήμερα δείχνει επιτέλους όλη του τη διάσταση της «κοινωνικής παραγωγής» στην οικονομία της προσοχής κοινωνικών δικτύων όπως το Facebook και το Twitter, όπου, κατά τρόπο παρόμοιο με τον αλγόριθμο PageRank, το προσωπικό γόητρο υπολογίζεται ακριβώς με βάση τον αριθμό των like και των follow.

Μοντέλο 3). Η οικονομία του γοήτρου στον κόσμο της τέχνης: κοινωνική και πολιτική διαμεσολάβηση. Aν κοιτάξουμε καλά, θα δούμε ότι η οικονομία της προσοχής που το Διαδίκτυο έχει κάνει ορατή ήταν πάντα στο επίκεντρο της θεαματικής οικονομίας των ΜΜΕ και ιδιαίτερα του κόσμου της τέχνης. Το έργο τέχνης λειτουργεί σήμερα ως μοναδικό, μη αναπαραγώγιμο σημαίνον του οποίου η αξία συσσωρεύεται και μετριέται στο εσωτερικό μιας σύνθετης κοινωνικής μήτρας. Σε αυτό το δίκτυο αξιοποίησης, στο κέντρο του οποίου βρίσκεται το έργο τέχνης, συνδέονται μεταξύ τους σε εξαιρετικά κωδικοποιημένους ρόλους συγγραφείς, επιμελητές, κριτικοί, γκαλερίστες, συλλέκτες, εκθέσεις, διεθνή περιοδικά, μουσειακοί θεσμοί και κοινό. Αρκεί να ξεφυλλίσουμε τα κυριότερα περιοδικά για να συνειδητοποιήσουμε πώς η σύγχρονη τέχνη είναι μια λεπτομερής κοινωνική μηχανική που την απασχολούν περισσότερο οι λεπτές ιεραρχίες τού name dropping παρά ζητήματα αισθητικής. Αυτό το μηντιακό τσίρκο φτάνει στο αποκορύφωμά του στους διεθνείς οίκους δημοπρασιών, όπου γνωστά έργα χτυπάνε αστρονομικά ποσά για καθαρά κερδοσκοπικές πράξεις και ξέπλυμα χρήματος. Σε σύγκριση με τους ατάραχους αλγόριθμους του δικτύου και τους άκαμπτους δείκτες του πανεπιστημίου, ο κόσμος της τέχνης, όπως και ολόκληρος ο θεαματικός κόσμος των εμπορευμάτων, οργανώνεται γύρω από στροβίλους αξιοποίησης που εμφανίζονται πολύ πιο ρευστοί και άτυποι.

Μοντέλο 4). Η οικονομία της εμπιστοσύνης των οίκων αξιολόγησης: θεσμική και πολιτική διαμεσολάβηση. Οι οίκοι αξιολόγησης εμφανίζουν σε γεωπολιτικό επίπεδο μηχανισμούς ανάλογους με αυτούς που προσπάθησα να αναλύσω σε άλλες κλίμακες. Από την πρόσφατη ειδησεογραφική κάλυψη ​​της κρίσης γνωρίζουμε καλά πώς η τύχη του δημόσιου χρέους βρίσκεται στα χέρια ιδιωτικών οίκων αξιολόγησης –του ένοπλου βραχίονα γιγαντιαίων οικονομικών συμφερόντων, που επηρεάζουν έτσι τη μοίρα ολόκληρων εθνών. Θα μπορούσαμε να πούμε ότι οι πολιτικοί και θεσμικοί μηχανισμοί που δημιούργησαν αυτοί οι οίκοι εκπροσωπούν με τον πλέον σαφή τρόπο το μηχανικό υπόστρωμα της οικονομίας του χρέους, εφόσον ο βαθμός κερδοσκοπίας επί του χρέους εξαρτάται από τη βαθμολογία εμπιστοσύνης που αυτοί δίνουν σε μια συγκεκριμένη επιχείρηση ή σε ένα έθνος. Αλλά πάνω απ’ όλα είναι η πολλαπλασιαστική αναμετάδοση των ανακοινώσεων περί υποβάθμισης χωρών από τα ΜΜΕ, και η μαζική υστερία που ακολουθεί, που μετατρέπουν αυτούς τους οίκους σε πραγματικές μηχανές πολιτικής διακυβέρνησης και βιοπολιτικής. Το καθεστώς αυτών των οίκων είναι θεσμοποιημένο, αλλά τα αποτελέσματά τους εγγράφονται απολύτως μέσα στη σφαίρα της γλώσσας και των επιτελεστικών πράξεων, αν αληθεύει ότι, όταν καταγγέλλονται στις Ηνωμένες Πολιτείες, υπεραμύνονται των αποφάσεών τους περί rating ως «ελευθερία της γνώμης» και επικαλούνται την Πρώτη Τροπολογία του Συντάγματος. Περίεργη μακιαβελική σύμπτωση μεταξύ λεκτικής πράξης, οικονομικής πράξης και πολιτικής πράξης.

12. Οι (αφηρημένες) μηχανές υποκαθιστούν πάντοτε κοινωνικές μηχανές. Οι μηχανισμοί ranking και rating, ως μια νέα μορφή βιοπολιτικού ελέγχου και παραγωγής νέων υποκειμενικοτήτων και κοινωνικού ανταγωνισμού, υποκαθιστούν την παραδοσιακή πειθαρχία του χρόνου. Δεν θέλω εδώ να εισαγάγω κάποια αντιδιαστολή μεταξύ χρονικού και κοινωνικού πεδίου, αφού και τα δύο είναι διακλαδώσεις ενός και του αυτού νόμου της υπεραξίας, μίας και της αυτής μηχανικής εξέλιξης· το πρώτο του βιομηχανικού εργοστασίου, το δεύτερο του μητροπολιτικού. Το παράδειγμα [paradigma] του γνωσιακού καπιταλισμού πρέπει πάντα να αντιπαραβάλλεται με αυτά τα στροβιλικά μοντέλα συσσώρευσης κοινωνικών σχέσεων, μέτρησης και διακυβέρνησης [governance] του ανταγωνισμού. Όπως οι μηχανές στον Μαρξ, αυτά τα συστήματα μέτρησης δεν επινοούν τίποτε το νέο, αλλά έρχονται να καταλάβουν και να χαρτογραφήσουν ένα δίκτυο προϋφιστάμενων κοινωνικών σχέσεων και συμπεριφορών. Οι οικονομίες κοινωνικής παραγωγής υφίστανται σαφώς πριν από τη στιγμή που τα συστήματα ranking και rating έρχονται να τις κωδικοποιήσουν, να τις μετρήσουν, να τις ελέγξουν και να τις αιχμαλωτίσουν, και θα μπορούσαμε να πούμε ακόμα και πριν από τη στιγμή που το χρέος έρχεται να εγκατασταθεί και να υπερκωδικοποιήσει αυτές τις σχέσεις.

Η ουσία της αξίας και ο μηχανισμός του χρέους.

13. Το χρέος είναι μια σύμβαση τριμερής, δηλαδή πάντοτε κοινωνική και συλλογική. Το χρέος, όπως υπενθύμισε εύστοχα ο Lazzarato (La Fabrique de l’homme endetté: essai sur la condition néolibérale, Paris: Édition Amsterdam 2011), είναι μια σχέση με τον Μεγάλο Πιστωτή, όχι με έναν ατομικό πιστωτή· γι’ αυτό είναι μια σύμβαση που παραπέμπει πάντοτε σε μία κρατική ή αυτοκρατορική μεγα-μηχανή. Το χρέος δεν δίδεται ποτέ ως μια απλή σύμβαση μεταξύ δύο ανθρώπων, αλλά ούτως ειπείν πάντοτε μεταξύ τριών υποκειμένων. Το χρέος συνεπάγεται πάντοτε ένα σχήμα εξουσίας, με άλλα λόγια μηχανισμούς υποκειμενοποίησης που χρησιμοποιούνται για να εγχαράξουν στη σάρκα μηχανισμούς εκμετάλλευσης. Ο μηχανισμός του χρέους ακολουθεί ένα μοτίβο τριμερές και μοριακό παρόμοιο με την έννοια του κεφαλαίου στον Μαρξ. Με άλλα λόγια, το χρέος εγκαθίσταται πάντοτε σε ένα προϋπάρχον συλλογικό δίκτυο.

14. Το χρέος είναι ιστορικό και όχι πρωταρχικό. Ο Lazzarato δείχνει πώς η σχέση οφειλέτη-πιστωτή αναδύεται ιστορικά πριν από την εμπορική ανταλλαγή. Θα ήταν ενδιαφέρον να κατανοήσουμε πώς, στους Ντελέζ και Γκουαταρί, το stock αντιθέτως προηγείται κάθε σχέσης χρέους, αλλά δεν είναι εδώ ο κατάλληλος τόπος («Τα αποθέματα αποτελούν αντικείμενο μιας συσσώρευσης, τα σύνολα χρέους μετατρέπονται σε άπειρη σχέση υπό τη μορφή του φόρου υποτελείας»[2]). Μπορούμε να συμφωνήσουμε ότι το χρέος στους αρχαίους πολιτισμούς αναδύεται πριν από την ανταλλαγή, αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι κάτι τέτοιο ισχύει και για την τωρινή εποχή. Σήμερα, η κρίση του δημόσιου χρέους έρχεται μετά τον μεταφορντικό και τον χρηματιστικό καπιταλισμό, μετά τη διάχυτη αποικιοποίηση κάθε πτυχής της καθημερινής ζωής από τις ψηφιακές τεχνολογίες. Δεν πρόκειται εδώ για την επιστροφή κάποιου «απωθημένου». Αν δούμε το χρέος ως μια πρωταρχική οντότητα, υπάρχει ο κίνδυνος να νομιμοποιήσουμε έναν μυστικιστικό ορισμό του καπιταλισμού και να ενισχύσουμε μια σύλληψη του χρέους περίπου ως «προπατορικού αμαρτήματος».

15. Το χρέος σήμερα είναι γνωσιακό και μηχανικό. Τα μοντέλα ranking και rating, όπως είδαμε, είναι τα ίδια που περιγράφουν κατ’ αντεστραμμένο τρόπο τα δίκτυα του χρέους και διατηρούν ζωντανούς τους μηχανισμούς υποκειμενοποίησης και ανταγωνισμού. Θα μπορούσαμε να πούμε ότι η εμπιστοσύνη, ως αντικείμενο μέτρησης και προβολών εκ μέρους των οίκων αξιολόγησης, έρχεται να κεφαλαιοποιήσει πολιτικά αυτή την αίσθηση ενοχής η οποία βρίσκεται στη βάση της οικονομικής σχέσης οφειλέτη-δανειστή (βλ. και πάλι Lazzarato 2011). Ο μηχανισμός του χρέους, τώρα, δεν αντικατέστησε το γνωσιακό καπιταλισμό, αλλά ακριβώς ο γνωσιακός και μηχανικός καπιταλισμός είναι αυτός που παρέχει τις δομές και τους μηχανισμούς για την governance του χρέους και τη μέτρηση της αξίας. Ένας γνωσιακός και μηχανικός καπιταλισμός είναι αυτός που επιτρέπει στο χρέος να γίνεται διάχυτο και χρόνιο, να μας ακολουθεί όπου κι αν πάμε.

Μετάφραση: Άκης Γαβριηλίδης

Το παραπάνω κείμενο αποτελεί την τελευταία ενότητα από την εισήγηση του συγγραφέα στο «UniNomade summer school» που έλαβε χώρα το Σεπτέμβριο του 2012. Το πρωτότυπο, με τίτλο «Il numero della bestia collettiva: sulla sostanza del valore nell’era della crisi del debito», είναι διαθέσιμο στη διεύθυνση

http://matteopasquinelli.com/docs/Pasquinelli_numero_bestia_collettiva.pdf


[1] Ο όρος του πρωτοτύπου εδώ –και σε κάθε άλλη εμφάνιση του όρου μηχανικός στο κείμενο- είναι macchinico, δηλ. που έχει σχέση με τις [αφηρημένες] μηχανές των Ντελέζ και Γκουαταρί, και όχι με τη μηχανική φυσική.

[2] “Les stocks font l’objet d’une accumulation, les blocs de dette deviennent une relation infinie sous forme de tribut” (Deleuze & Guattari, L’Anti-Oedipe. Capitalisme et schizophrénie. Vol. 1. Paris: Minuit, 1972, 123).

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: