Η άρνηση να κυβερνήσεις, ή πώς αριστερά ξαναβρήκε το αρχικό της νόημα στην Ελλάδα

του Jean-François Gava

Το πραγματικά νέο γεγονός που προέκυψε από τις ελληνικές εκλογές δεν είναι τόσο ότι ένας συνασπισμός της ριζοσπαστικής αριστεράς (ο ΣΥ.ΡΙΖ.Α.) εκτοξεύτηκε στη θέση της δεύτερης πολιτικής δύναμης, αλλά το ότι ο σχηματισμός αυτός αρνείται να κυβερνήσει, τουλάχιστο με αντίτιμο τις αναπόφευκτες θυσίες των πληθυσμών. Το ΠΑΣΟΚ, το οποίο δεν στερείται θράσους, τον κατηγορεί ότι δεν είχε το σθένος να συμβάλει στην εθνική σωτηρία και αναδιπλώθηκε σε στενά κομματικά συμφέροντα. Στο στόμα του ΠΑΣΟΚ, και του κρατικού προσωπικού εν γένει, «εθνική σωτηρία» σημαίνει να παραδίδεις το εργαζόμενο έθνος χεροπόδαρα δεμένο στους τραπεζίτες που χρηματοδοτούν το ίδιο το συνολικό αφεντικό (το κράτος) με τοκογλυφικά επιτόκια, ως έκφραση ευγνωμοσύνης για τη δική τους σωτηρία με χρήματα του δημοσίου μετά την κρίση του 2008.

Με μια πιο υποψιασμένη ματιά, όμως, ο ΣΥΡΙΖΑ στην πραγματικότητα ξαναδίνει στην αριστερά ένα νόημα που είχε χάσει σχεδόν από τις απαρχές της ιστορίας του εργατικού κινήματος, ίσως ακόμα και από την επαύριο της γαλλικής επανάστασης –που αποδείχτηκε σύντομα αποκαρδιωτική[1]: όπως παρατηρεί ο Γάλλος ιστορικός Bouthillon στο πρόσφατο έργο του (Nazisme et révolution [Ναζισμός και επανάσταση], Fayard, 2011), η αριστερά ήταν απλά το κόμμα της επανάστασης, ενώ η δεξιά συνωμοτούσε για να διατηρηθεί το παλιό καθεστώς. Με άλλα λόγια, η αριστερά ήταν κάθε άλλο παρά ένα κόμμα όπως όλα τα άλλα: δεν ήταν το κόμμα της αλλαγής ενάντια στο κόμμα της τάξης· μακράν τού να περιορίζεται στο να ευελπιστεί να αλλάξει τον κόσμο, ήταν η ίδια το κόμμα της αλλαγής του κόσμου.

Όπως το προλεταριάτο του Μαρξ, ήταν το κόμμα όσων δεν είχαν κανένα συμφέρον στο συμφεροντολογικό παιχνίδι των κομμάτων, ήταν η πολιτική όσων ήθελαν να ξεμπερδεύουν με την πολιτική νοούμενη ως πρακτική του κράτους, δηλαδή ως διαχείριση της κυριαρχίας μιας κάστας. Η γαλλική επανάσταση, ριζικά διαφορετική ως προς αυτό από την αγγλική, όσο κι αν ήταν μια επανάσταση αστική και αγροτική, δεν υπήρξε ωστόσο, όπως έδειξε η αγγλόφωνη Καναδέζα ιστορικός Meiksins Wood στο αξιοσημείωτο έργο της Origine du capitalisme (Lux, 2009)[2], μια επανάσταση προορισμένη να στρώσει το δρόμο για τον καπιταλισμό, έστω και αν τελικά αυτό κατάφερε άθελά της· υπήρξε μια επανάσταση λαϊκή, ακόμα και όσον αφορά την αστική συνιστώσα της, που αρχικά κατευθυνόταν ενάντια στην συγκεντροποιημένη οικειοποίηση του πλεονάσματος υπό μορφή προσόδου από την αριστοκρατία.

Ο όρος «μπουρζουαζία» δεν ήταν συνώνυμο του «καπιταλιστική τάξη», πράγμα εξάλλου που δεν ίσχυε ούτε στην Αγγλία, όπου οι gentlemen (and) farmers, δηλαδή οι φεουδάρχες improvers, οι «βελτιωτές» των γαιών (ο Σάφτσμπερυ, θεωρητικοποιημένος από τον μαθητή του τον Λοκ) ήταν αυτοί που κατά κυριολεξία επινόησαν τον καπιταλισμό ως εξαναγκασμό μιας τάξης παραγωγών σε μισθωτή εργασία (περιφράξεις και εξάλειψη των αχρησιμοποίητων βοσκοτόπων και της διάχυτης καρποσυλλογής).

Αλλά ας ξαναγυρίσουμε στο θέμα μας. Βλέπουμε ότι αυτή η ιστορική αριστερά δεν είναι καθόλου, ή μόνο φαινομενικά, η συμμετρική αντιστροφή της δεξιάς (για την οποία δεν έχουμε ακόμα κατανοήσει ότι είναι επίσης αντι-νεωτερική και όχι το κόμμα της αστικής τάξης), δηλαδή ένα συστατικό αναγκαίο για την καλή λειτουργία των θεσμών που καταχρηστικά αποκαλούνται δημοκρατικοί. Πριν απ’ όλα είναι η πονηρία ή το τέχνασμα όσων δεν είναι αυτού του κόσμου, και άρα δεν τον θέλουν με τίποτα στον κόσμο. Παίζει το παιχνίδι του αντιπάλου για να τον μπερδέψει καλύτερα. Στο παιχνίδι αυτό, θα μπορούσε σήμερα να παίζει το χαρτί της απασχόλησης και των μισθών, όπως οι θεσμικοί επενδυτές, οι τραπεζίτες και οι βιομήχανοι (οι οποίοι δεν βρίσκονται σε αντίθεση παρά μόνο μέσα στα όνειρα μιας αριστεράς κυβερνητικής, ακόμα και αν αυτή παρουσιάζεται ως ριζοσπαστική) παίζουν στο ίδιο παιχνίδι το χαρτί των κερδών και των επιτοκίων. Αλλά στην πραγματικότητα, δεν επιδιώκει να παίξει το παιχνίδι αυτό παρά μόνο για να το οδηγήσει καλύτερα σε παράλυση: προσποιείται ότι αποβλέπει στη διεύθυνση της κοινωνίας για να την αποδιαρθρώσει καλύτερα, όπως παροπλίζει κανείς ένα σταθμό πυρηνικής ενέργειας· στοχεύει στη διεύθυνση του κράτους για να το εμποδίσει οριστικά να βλάπτει, ξεσφίγγοντας μια για πάντα τη λαβή που συνθλίβει τόσο πολλές δυνάμεις ζωής ξεριζωμένες, θαμμένες μέσα στο κάτεργο της εξαρτημένης μισθωτής εργασίας.

Για την κυβερνητική αριστερά, η απασχόληση και οι μισθοί είναι αυτοσκοπός, μια πολιτική σύμφωνη με ορισμένες «αξίες», ένα συγκεκριμένο «όραμα» για τη «δημοκρατία», το οποίο θα ήταν καλό να εξισορροπεί τις αξίες της «δεξιάς». Το μόνο που διεκδικεί αυτή η αριστερά είναι να συμμετέχει στις «δουλειές», σύμφωνα με μία τελείως ιδιοκτησιακή αντίληψη για το κράτος. Ούτε για μια στιγμή η αριστερά αυτή, που βλέπει τον εαυτό της ως αυτοσκοπό, δεν θέτει υπό αμφισβήτηση το θανατογενές στρατόπεδο εργασίας (το στρατόπεδο ως νόμος[3] της νεωτερικής πολιτικής κατά τον ιταλό φιλόσοφο Τζόρτζιο Αγκάμπεν) που χρησιμεύει ως πολιτισμός στη Δύση και στον υπόλοιπο κόσμο εδώ και πέντε αιώνες.

Αντίθετα, αυτό που κάνει η αριστερά με το αρχικό της νόημα είναι αυτό που μοιάζει να ξαναγεννιέται από τις στάχτες του μπροστά στα μάτια μας στην Ελλάδα, το οποίο θα αποκαλούμε στο εξής «εξω-αριστερά» (αντί για «ψευδο-αριστερά» -έκφραση που θα ταίριαζε τέλεια αν στο σχήμα μας δεν ήταν μάλλον η πραγματική, αλλά που χωρίς αυτό το σχήμα θα δημιουργούσε κινδύνους συγχύσεων). Εκείνη που παίζει το παιχνίδι της αριστεράς ad absurdum [μέχρι το παράλογο], η αριστερά του γέλιου, όχι του κυνικού γέλιου των ηθικά αναισθητοποιημένων που επιστρέφουν στις δουλειές τους, αλλά του γέλιου των κυνικών[4] (κατά Σλότερντάικ), δηλαδή το «αντεστραμμένα κυνικό» και περιπετειώδες γέλιο των καταπιεσμένων που είναι αποφασισμένοι να ξεμπερδέψουν με την καταπίεση. Εκείνη που επιστρατεύει το χιούμορ, που προσφεύγει σε τεχνάσματα και δεν είναι παρά ο Δούρειος Ίππος όσων ελπίζουν να βγουν από την έρημο της μοναξιάς και του οργανωμένου θανάτου που έχει ως όνομα «νεωτερικότητα» και «πρόοδος».

Αυτό το νέο γεγονός συνιστά ένα συμβάν, όχι με την έννοια της δημοσιογραφικής επικαιρότητας, δηλαδή με την έννοια της διαρκούς αλλαγής του αμετακίνητου, αλλά με την έννοια της ενικότητας που μας υποχρεώνει να ανακαθορίσουμε τους κανόνες ζωής, ή που, απλώς, είναι πλέον η ίδια η ζωή που επιβάλλει την αυτοσυντήρησή της απέναντι στην κοινωνική μηχανή που συνωμοτεί για να την εξαφανίσει.

Μετάφραση: Άκης Γαβριηλίδης


[1] Eδώ ο συγγραφέας χρησιμοποιεί την έκφραση «dès les lendemains, tôt déchantant, de la révolution française», η οποία αποτελεί λογοπαίγνιο –ειρωνική παράφραση των στίχων ενός γαλλικού επαναστατικού ύμνου-, το οποίο χάνεται στη μετάφραση.

[2] Ellen Meiksins Wood, The Origin of Capitalism: A Longer View, London and New York: Verso, 1999.

[3] Στο πρωτότυπο η ελληνική λέξη με λατινικά στοιχεία.

[4] Στο πρωτότυπο, χρησιμοποιείται την πρώτη φορά η γραφή cynique και τη δεύτερη η γραφή kunique, δηλαδή δύο διαφορετικές μεταγραφές της ελληνικής λέξης στο λατινικό αλφάβητο.

Πρώτη δημοσίευση: Le Monde, 14.06.2012.

Ο Ζαν-Φρανσουά Γκαβά είναι επιστημονικός συνεργάτης στην έδρα φιλοσοφίας τού ULB (Ελεύθερου Πανεπιστημίου Βρυξελλών). Πρόσφατα δημοσίευσε το βιβλίο L’Hypothèse communaliste [Η κοινοτιστική υπόθεση/ Η υπόθεση των κοινών] στις εκδόσεις Anibwe.

2 comments
  1. Παράθεμα: Miscellanea

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: