Ελλάδα: ένας εθνικισμός ενάντια στο έθνος

του iohannes maurus

«Η ΕΘΝΙΚΗ ΕΝΟΤΗΤΑ ΕΙΝΑΙ ΜΙΑ ΑΠΑΤΗ…ΝΟΜΟΣ ΕΙΝΑΙ ΤΟ ΔΙΚΙΟ ΤΟΥ ΕΡΓΑΤΗ»

(Σύνθημα του ελληνικού κινήματος)

Στον αγώνα του ελληνικού λαού και των άλλων ευρωπαϊκών λαών ενάντια στη δικτατορία του χρηματιστικού κεφαλαίου, συναντάμε διάφορες ιδεολογικές και φαντασιακές διατυπώσεις της σύγκρουσης. Κατά καιρούς, η σύγκρουση αυτή ερμηνεύεται με όρους μιας πολύ ιδιαίτερης εκδοχής της πάλης των τάξεων: αυτής του «99% ενάντια στο 1%». Η αναπαράσταση αυτή είναι αδέξια διότι προσπαθεί να επανεγκαταστήσει ένα μέτωπο με δύο αντίπαλες πλευρές, παρά την γιγαντιαία ανισορροπία –ωστόσο, μέσα στην αφελή και καρικατουρίστικη αντίθεση που αναπαριστά μεταξύ σχεδόν όλων και του σχεδόν κανενός, πετυχαίνει να δείξει μια άλλη πραγματικότητα, αυτή της κοινωνικής ρήξης: δεν υπάρχουν δύο αντιμέτωπες πλευρές, παρά υπάρχει μάλλον ένα κοινωνικό όλον που διερράγη χωρίς να καταφέρει να συγκροτήσει δύο πλευρές. Αρκεί να αγνοήσουμε αυτό το εξωτερικό 1% και να το επανατοποθετήσουμε στο εσωτερικό μίας μόνης κοινωνίας, για να δούμε ότι η πάλη των τάξεων δεν είναι ποτέ μάχη ανάμεσα σε δυο πλευρές, αλλά ρήξη μίας μόνης κοινότητας. Όπως έδειξε ο La Boetie, μόνον η υπακοή των πολλών στον Ένα καθορίζει την δύναμη αυτού του Ενός, ωστόσο αυτή η υπακοή σημαίνει διχασμό του καθένα από τους πολλούς, διότι την ίδια στιγμή, και σέβονται οικειοθελώς την εξουσία και εξαναγκάζουν την θέλησή τους να καμφθεί μπροστά σε αυτήν. Το ένα μιας κοινωνίας όπου υπάρχει κυριαρχία, κοινωνική ή πολιτική, είναι ένα ραγισμένο ένα που δεν καταφέρνει να γίνει δύο.

Η πάλη των τάξεων, αυτό το εμμενές ρήγμα στις ταξικές κοινωνίες, δεν μπορεί να αναπαρασταθεί ως τέτοια. Για να την αναπαραστήσουμε με κάποιον τρόπο προσβάσιμο στη φαντασία, θα πρέπει να της δώσουμε την μορφή μιας δυαδικότητας εσωτερικής ή εξωτερικής: ο ποδοσφαιρικός αγώνας μεταξύ δύο ομάδων ήδη σχηματισμένων και αναγνωρίσιμων από τις στολές τους ή ο πόλεμος ενάντια σε έναν εσωτερικό ή εξωτερικό εχθρό είναι οι πιο συνήθεις αναπαραστάσεις. Αναπαριστούν αυτό που μπορεί να εκφραστεί άμεσα ως Ένα, με βάση ένα άλλο προϋπάρχον εξωτερικό ή ένα άλλο εσωτερικό που παράγεται από το λόγο και την πρακτική του ρατσισμού. Όταν υπάρχει ένα ρήγμα, αυτό παραμένει κρυμμένο κάτω από τα δύο «Ένα» που αντιπαρατίθενται. Καμία αναπαράσταση δεν μπορεί να ενοικήσει στο εγγενές ρήγμα του Ενός, στο ίδιο το ρήγμα που συγκροτεί την ταξική κοινωνία ως τέτοια.

Υπάρχουν, ωστόσο, άλλες ερμηνείες του ανταγωνισμού που, για να τον διατηρήσουν στην φαντασιακή του διάσταση, τον εξάγουν μετασχηματίζοντάς τον σε μία σύγκρουση μεταξύ του έθνους και των εχθρών του, εσωτερικών ή εξωτερικών. Αυτή η (εσωτερική ή εξωτερική) εξωτερίκευση της σύγκρουσης μπορεί να πάρει την μορφή ρατσισμού σε βάρος μιας κοινότητας που θεωρείται « ξένη» προς το έθνος, όπως αυτό που τροφοδότησε τον αντισημιτισμό του 19ου και 20ου αιώνα, και που περιγράφτηκε εύστοχα από τον Μπέμπελ ως «σοσιαλισμός των ηλιθίων». Μια παραλλαγή αυτής της εξωτερίκευσης είναι η καταγγελία των δεινών του χρηματιστικού κεφαλαίου έναντι των αρετών των άλλων «παραγωγικών» καπιταλιστικών τομέων, ως εάν οι δύο τομείς θα μπορούσαν να υπάρχουν ξεχωριστά. Πολλές φορές, ακόμα και τα τελευταία χρόνια, αυτή η αφηρημένη και μη αντικαπιταλιστική καταγγελία κατά του χρηματιστικού κεφαλαίου έχει ενσωματωθεί στην υποτιθέμενη αποκάλυψη συνομωσιών (Τρόικα, Λέσχη Μπίλντερμπεργκ, Ιλλουμινάτι κλπ.) των οποίων τα χαρακτηριστικά δεν είναι πολύ διαφορετικά από την παλιά «εβραιομασωνική συνομωσία» για την οποία ο Φράνκο και οι δικοί του έκαναν τόσο λόγο. Με αυτόν τον τρόπο, ο αγώνας κατά του κεφαλαίου μετατίθεται σε αγώνα κατά μίας μερίδας του πληθυσμού η οποία θεωρείται ως ο θανάσιμος εχθρός του «αυθεντικού» έθνους. Αυτός ο εξωτερικευμένος εχθρός μπορεί εξίσου να είναι ένα άλλο έθνος ή μια ένωση άλλων εθνών. Είναι αυτή η παραλλαγή που την δεκαετία του ’20 έδωσε χώρο στην μουσολινική ιδέα μιας Ιταλίας ως «προλεταριακού έθνους» το οποίο αντιτίθεται προς τα «πλουτοκρατικά έθνη». Η κατάσταση του «προλεταριακού έθνους» στην οποία είχε καταδικαστεί η Ιταλία εκδηλώθηκε στον αποκλεισμό της από τη νομή των αποικιών και, εν γένει, από την σφαίρα των μεγάλων ιμπεριαλιστικών δυνάμεων. Ξέρουμε τι έκανε ο ιταλικός φασισμός, ακολουθούμενος από τους Γερμανούς μιμητές του, για να διορθώσει αυτήν την κατάσταση στη Λιβύη, τη Σομαλία και την Αιθιοπία.

Στην ελληνική περίπτωση, ο εθνικισμός μετατράπηκε στον πιο πολύτιμο σύμμαχο του καπιταλιστικού κράτους και του παγκοσμιοποιημένου χρηματιστικού κεφαλαίου. Αυτός ο εθνικισμός απαντά σε όλες σχεδόν τις πολιτικές πτέρυγες που εκπροσωπούνται στο κοινοβούλιο, ως μια φαντασίωση της θυματοποίησης του έθνους με το ένδοξο παρελθόν, απομονωμένου και ταπεινωμένου από χώρες πιο ισχυρές, σε μία νέα έκδοση του μουσολινικού θέματος του «προλεταριακού έθνους». Τελευταία, ο συνθέτης Μίκης Θεοδωράκης έγινε ένας από τους άριστους εκπροσώπους αυτής της ιδεολογικής θέσης. Οι πρόσφατες δηλώσεις του σε ένα άρθρο με τίτλο «Η αλήθεια για την Ελλάδα» είναι τόσο ανησυχητικές όσο και συμπτωματικές. Δηλώνει ο διάσημος μουσικός:

«Υπάρχει μια διεθνής συνωμοσία με στόχο την ολοκλήρωση της καταστροφής της χώρας μου. Ξεκίνησαν από το 1975 με στόχο τον νεοελληνικό πολιτισμό, συνέχισαν με την διαστροφή της νεότερης ιστορίας μας και της εθνικής μας ταυτότητας και τώρα προσπαθούν να μας εξαφανίσουν και βιολογικά με την ανεργία, την πείνα και την εξαθλίωση. Εάν ο ελληνικός λαός δεν ξεσηκωθεί σύσσωμος για να τους εμποδίσει, ο κίνδυνος για την εξαφάνιση της Ελλάδας είναι υπαρκτός. Εγώ την τοποθετώ μέσα στα δέκα επόμενα χρόνια. Από μας θα μείνει μόνο η μνήμη του πολιτισμού μας και των αγώνων μας για την ελευθερία».
Δεν είναι πολύ σαφές αν η πρώτη «επίθεση» των «συνωμοτών» συνίστατο στην «μονοτονική» ορθογραφική μεταρρύθμιση η οποία, απλουστεύοντας την ορθογραφία και προσαρμόζοντάς την στην πραγματική προφορά της δημοτικής νεοελληνικής, την ίδια στιγμή την απομάκρυνε, ειρωνικά, από τις προηγούμενες μορφές της γλώσσας και, ιδίως, από τα αρχαία ελληνικά. Το ζήτημα αυτό είναι ζωτικής σημασίας για τον ελληνικό εθνικισμό που επιμένει –ενάντια σε όλα τα ιστορικά δεδομένα- να υποστηρίζει τη φυλετική και πολιτισμική συνέχεια μεταξύ του κλασσικού ελληνικού πολιτισμού και της σύγχρονης κουλτούρας του ελληνικού κράτους. Αυτή η υποτιθέμενη συνέχεια και η εθνοτική καθαρότητα είναι ένας από τους θεμελιώδεις μύθους του ανεξάρτητου ελληνικού κράτους και έχει επιβληθεί ως επίσημη αλήθεια πάνω από την πολυεθνική πραγματικότητα των διαφόρων εδαφών που ενσωματώθηκαν στο ελληνικό κράτος. Όπως συμβαίνει συνήθως, η εθνοκάθαρση και η διοικητική απόκρυψη των περίπλοκων πολιτισμικών πραγματικοτήτων, εξυπηρετούν την επιβολή της εικόνας μιας αιώνιας Ελλάδας που διέσχισε αλώβητη τους αιώνες. Ωστόσο, η Ελλάδα, παρά τους ισχυρισμούς των κυρίαρχων τάξεών της και των πολιτικών και θρησκευτικών ηγετών της, δεν είναι λιγότερο «φαντασιακή κοινότητα» από οποιοδήποτε άλλο σύγχρονο κράτος-έθνος.

Στη συνέχεια, ο Θεοδωράκης αναφέρεται στην «διαστροφή της νεότερης ιστορίας μας και της εθνικής μας ταυτότητας» Εδώ πρέπει να σημειωθεί ότι στην σύγχρονη Ελλάδα ως «νεότερη ιστορία» νοείται συνήθως η ιστορία της νεωτερικής Ελλάδας, του ανεξάρτητου ελληνικού κράτους, σε διάκριση με την αρχαιότητα, τους ελληνιστικούς χρόνους ή την βυζαντινή εποχή, ενώ είναι πολύ χαρακτηριστικό ότι δεν αποτελεί μέρος της ιστορίας η μακρά περίοδος κατά την οποία οι Έλληνες ζούσαν κάτω από την Οθωμανική Αυτοκρατορία. Αυτή η περίοδος κατά την οποία το ελληνικό έδαφος –όπως συμβαίνει σε τόσα άλλα εδάφη που περιλαμβάνονται σε αυτοκρατορίες- κατοικήθηκε από πλήθος διαφορετικών εθνοτήτων που έζησαν μαζί, συχνά παραβλέπεται, ως εάν οι ζωές των ελληνοφώνων πληθυσμών για περισσότερο από τέσσερις αιώνες να ήταν ένα ιστορικό διάλειμμα κατά την οποία τίποτε σημαντικό δεν συνέβη. Η «διαστροφή της νεότερης ιστορίας μας» συντελείται, σύμφωνα με τον Θεοδωράκη, σε μία περίοδο από το 1975, πιθανόν δηλαδή με την ένταξη στην ΕΕ και τον ταχύ εκσυγχρονισμό της χώρας κατά τη δεκαετία του 80. Κυρίαρχος τόνος είναι η νοσταλγία για ένα χαμένο παρελθόν. Ένα παρελθόν όμως που δεν αναζητείται στην αληθινή ζωή των ανθρώπων, παρά στους μεγάλους μύθους: η κλασσική Ελλάδα, η Επανάσταση κατά των Τούρκων –της οποίας μία διάσταση που αποκρύπτεται είναι η εθνοκάθαρση- ή, από την ανεξαρτησία της Δημοκρατίας της Μακεδονίας και μετά, το κλέος του Μεγάλου Αλεξάνδρου. Ένα παρελθόν με το οποίο ο υπαρκτός ελληνικός λαός δεν διατηρεί συνέχεια ούτε εθνοτική ούτε πολιτισμική.

Ο ελληνικός εθνικισμός, όπως και όλοι οι εθνικισμοί των άλλων κρατών, είναι μία κηδεία στην οποία θρηνεί κανείς την απώλεια ενός πράγματος που ποτέ δεν είχε. Όπως παρατηρεί ο Μπένεντικτ Αντερσον, το πιο εύγλωττο μνημείο του επίσημου εθνικισμού είναι το κενοτάφιο, ο άδειος τάφος του ήρωα ή του άγνωστου η ανύπαρκτου στρατιώτη που πέθανε για την πατρίδα. Η νοσταλγία ενός τίποτα, θλίψη αδύνατη και άπειρη για ένα κενό. Ο φίλος μου ο Άκης Γαβριηλίδης έκανε πριν από μερικά χρόνια μια προσεκτική φιλολογική ανάλυση της ελληνικής λογοτεχνίας της κυρίαρχης αριστεράς σε ένα βιβλίο με τον τίτλο Η Αθεράπευτη Νεκροφιλία του Ριζοσπαστικού Πατριωτισμού: Ρίτσος – Ελύτης – Θεοδωράκης – Σβορώνος, futura, Αθήνα 2006. Ο Θεοδωράκης εμφανίζεται μεταξύ των αρχιερέων αυτής της νεκρικής λατρείας.

Σήμερα, η υπεράσπιση της Ελλάδας ως έθνους κατά της «ξένης επίθεσης» μετατράπηκε σε θέμα φανερά αντιδραστικό. Αυτό θα μπορούσε να το δει κανείς σε κάποιες από τις εκδηλώσεις της «Αλληλεγγύης με την Ελλάδα» που πραγματοποιήθηκαν προσφάτως. Στις 18 Φεβρουαρίου στις Βρυξέλλες, δεν ασκήθηκε κριτική κατά του «Μνημονίου» της τρόικας, ή κατά της επιτροπικής δικτατορίας του Παπαδήμου: Ο πρόεδρος της Ελληνικής Κοινότητας στο Βέλγιο διαβεβαίωσε ότι «η Ελλάδα είναι μια μεγάλη χώρα και θα προχωρήσει με την προσπάθεια όλων» και υποστήριξε ότι είναι μια αξιόπιστη και εργατική χώρα. Με γνήσια εθνική υπερηφάνεια, δήλωσε ότι η χώρα του θα σταθεί στο ύψος των προσδοκιών των πιο απαιτητικών πιστωτών. Η ίδια δουλοπρεπής γλώσσα του Παπανδρέου η του Παπαδήμου, μετά βίας συγκαλυμμένη πίσω από επικλήσεις στην εθνική αξιοπρέπεια. Ούτε στιγμή δεν δόθηκε χώρος στον αγώνα –όπως συνέβη σε άλλες διαμαρτυρίες στο Βερολίνο ή στο Λονδίνο- και όλοι κατέληξαν με τον εθνικό ύμνο, τις γαλανόλευκες να κυματίζουν και το «συρτάκι» … (Παρεμπιπτόντως, το συρτάκι δεν είναι αυθεντικός λαϊκός χορός αλλά μια επινόηση των Θεοδωράκη και Αντονι Κουίν. Η μουσική σε μεγάλο βαθμό αντιγράφει τη σύνθεση ενός μουσικού της Κρήτης. Ωστόσο, για τους τουρίστες, είναι ένα «σύμβολο» για την Ελλάδα, όπως μπορεί να είναι το «¡Qué viva España!» σε κάποια άλλη μεσογειακή χώρα. Για τους τουρίστες.)

Η συσπείρωση των δυνάμεων του έθνους κατά της «ξένης συνομωσίας» καθιερώνει μια παράδοξη συνέχεια μεταξύ εκείνων που τάσσονται υπέρ της αποπληρωμής του χρέους και εκείνων που αντιτίθενται σε αυτήν στο όνομα, και οι δυο, της «εθνικής αξιοπρέπειας». Επικίνδυνη στάση, που εκτρέπει το στόχο του ανταγωνισμού από τις οικονομικές δυνάμεις και από το ίδιο το ελληνικό κράτος και τους θεσμούς του, που είναι φανερά στην υπηρεσία του χρηματιστικού κεφαλαίου, προς έναν πολύ ασαφώς προσδιορισμένο ξένο εχθρό του έθνους. Αυτό εξηγεί, για παράδειγμα, το ότι το ελληνικό κομμουνιστικό κόμμα (ΚΚΕ) προστάτευσε από την επίθεση των διαδηλωτών το ελληνικό κοινοβούλιο, όταν αυτό ψήφισε το προηγούμενο «μνημόνιο». Ήταν αναγκαίο να υπερασπιστεί ένα σύμβολο του έθνους και ένα θεσμικό όργανο της δημοκρατίας. Αυτό εξηγεί, επίσης, γιατί ο στρατιωτικός προϋπολογισμός είναι ο μόνος που αντί να μειώνεται αυξάνεται, παρά τις περικοπές, και γιατί αυτό έγινε χωρίς κριτική ακόμη και από την επίσημη αριστερά: η υπεράσπιση της πατρίδας είναι υψίστης σημασίας, κυρίως όταν γίνεται με γερμανικό και γαλλικό υλικό.

Επιπλέον, ο εθνικισμός της επίσημης αριστεράς αποτελεί τροχοπέδη για την πολύ αναγκαία ενότητα της δράσης των κοινωνικών κινημάτων σε ευρωπαϊκό επίπεδο, που προωθήθηκε από τους κατασκηνωτές του Συντάγματος και άλλους Έλληνες «Αγανακτισμένους». Μπροστά σε μια αυθεντική ανάδυση της πάλης των τάξεων σε ευρωπαϊκή και παγκόσμια κλίμακα, η πολιτική και ιδεολογική κυριαρχία του εθνικισμού στην επίσημη ελληνική Αριστερά την οδηγεί σε μια εμμονή στον «υπέροχο αγώνα του ελληνικού λαού» αφαιρώντας μεγάλο μέρος της αποτελεσματικότητάς του και προκαλώντας πολιτική σύγχυση. Τόσο από την πλευρά της κυβέρνησης που επιβάλει τις πολιτικές λιτότητας στο όνομα της πιστοληπτικής ικανότητας της χώρας, όσο και από την πλευρά της αντιπολίτευσης που υπερασπίζεται τους κρατικούς θεσμούς και τα σύμβολα του έθνους, ο εθνικισμός είναι ένας πολύ επικίνδυνος εχθρός… του έθνους. Η Ελλάδα δεν είναι το μόνο μέρος όπου συμβαίνει αυτό: στην Καταλονία, οι τερατώδεις περικοπές του CiU[1] δικαιολογούνται με την ενοχοποίηση της Ισπανίας για την έλλειψη πόρων, ενώ η ισπανική κυβέρνηση του PP (Λαϊκού Κόμματος) παίζει το παιχνίδι της υπεράσπισης του «εθνικού συμφέροντος» στις Βρυξέλλες, προτείνοντας περικοπές «λίγο πιο μετριοπαθείς» από αυτές που προτείνονται από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή…


[1] CiU: «Σύγκλιση για την Καταλονία», ο δεξιός συνασπισμός που ελέγχει την τοπική κυβέρνηση.

Αρχική δημοσίευση: http://iohannesmaurus.blogspot.com/2012/03/grecia-un-nacionalismo-contra-la-nacion.html

Μετάφραση: Σοφία Λαλοπούλου

4 comments

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: