Μάρτιν Μπερνάλ: «Η εθνική αναγέννηση της νεότερης Αιγύπτου»

Με την παρούσα ανάρτηση, ξεκινάμε τη δημοσίευση μιας σειράς μεταφρασμένων αποσπασμάτων από το βιβλίο τού Martin Bernal Black Athena: The Afroasiatic Roots of Classical Civilization [Μαύρη Αθηνά: οι αφροασιατικές ρίζες του κλασικού πολιτισμού]. Το βιβλίο αυτό περιλαμβάνει τρεις τόμους, οι οποίοι κυκλοφόρησαν από το Rutgers University Press το 1987, το 1991 και το 2006 αντίστοιχα. Προκάλεσε πολλές συζητήσεις και για το περιεχόμενό του έχουν διατυπωθεί διιστάμενες απόψεις παγκοσμίως, ενώ στην Ελλάδα σχεδόν αποκλειστικά αρνητικές, χωρίς όμως ποτέ μέχρι τώρα να έχει δοθεί στο ελληνόφωνο κοινό η ευκαιρία να έρθει σε επαφή με αυτό. Είναι ενδεικτικό ότι έχει μεταφραστεί στα ελληνικά βιβλίο που απαντά στη Μαύρη Αθηνά, όχι όμως και το ίδιο το αρχικό βιβλίο. Η παρούσα δημοσίευση προσπαθεί, στο μέτρο του δυνατού, να καλύψει αυτή την έλλειψη, ή τουλάχιστο να την αναδείξει.
Το κεφάλαιο που δημοσιεύουμε εδώ προέρχεται από τον πρώτο τόμο του βιβλίου που είχε τον τίτλο The Fabrication of Ancient Greece, 1785-1985. Η μετάφραση έγινε από την έκδοση του Vintage Books, London 1991, σ. 246-250.

Μετάφραση: Άκης Γαβριηλίδης

Εδώ ερχόμαστε σε ένα θέμα που μοιάζει ανύπαρκτο στην ιστορία της φήμης της Αρχαίας Αιγύπτου. Ωστόσο, όπως συμβαίνει και με «το σκύλο που δεν γάβγισε τη νύχτα» στη γνωστή ιστορία του Σέρλοκ Χολμς, το γεγονός ότι η αιγυπτιακή αναγέννηση δεν έθιξε τα φυλετικά στερεότυπα των ακαδημαϊκών για τους Αρχαίους Αιγυπτίους μάς λέει κάτι πολύ σημαντικό για τους ίδιους.
Η Αίγυπτος υπήρξε τμήμα της Τουρκικής Αυτοκρατορίας από το 16ο αιώνα. Ωστόσο, οι Τούρκοι συνέχισαν να κυβερνούν μέσω των προηγούμενων διοικητών, των Μαμελούκων, ενός σώματος σκλάβων κυρίως από τον Καύκασο, οι οποίοι αποτελούσαν το πιο επίφοβο τμήμα του στρατού και ήλεγχαν την Αίγυπτο από το 13ο αιώνα. Η ιστορία των Μαμελούκων είναι εξαιρετικά αιμοσταγής και η εξουσία άλλαζε συχνά χέρια στην κορυφή. Περί το τέλος του 18ου αιώνα, όμως, η εμπορική γεωργική παραγωγή, οι ανταλλαγές και η βιοτεχνία είχαν φτάσει ένα τέτοιο επίπεδο που η Αίγυπτος μπορούσε να θεωρηθεί πλούσια για τα διεθνή δεδομένα [1].
Στη συνέχεια, η διοίκηση των Μαμελούκων και η επικυριαρχία των Τούρκων εξασθένησε σοβαρά το 1798 από την κατάκτηση του Ναπολέοντα, ο οποίος εκμεταλλεύτηκε ταξικές, θρησκευτικές και εθνοτικές διαιρέσεις στην αιγυπτιακή κοινωνία. Μέχρι το 1808 –υπό συνθήκες μεγάλης σύγχυσης μετά την απόσυρση των Γάλλων και την παρέμβαση των Βρετανών- οι Βρετανοί εκδιώχθηκαν και την εξουσία άρπαξε ο Μοχάμεντ Άλι, ο Αλβανός στρατηγός των τουρκικών δυνάμεων. Μερικά χρόνια αργότερα διέταξε τη σφαγή των Μαμελούκων και ανακηρύχθηκε αντιβασιλέας, κατ’ ουσίαν ανεξάρτητος από τους Τούρκους.
Ο Μοχάμεντ Άλι ξεκίνησε έναν εκσυγχρονισμό της αιγυπτιακής οικονομίας και κοινωνίας με επίκεντρο το κράτος, ο οποίος μπορεί να συγκριθεί μόνο με εκείνους του Μεγάλου Πέτρου στη Ρωσία και του αυτοκράτορα Μέιτζι στην Ιαπωνία. Η γη των Μαμελούκων και των φοροεισπρακτόρων κατασχέθηκε και διανεμήθηκε απευθείας στους καλλιεργητές, οι οποίοι τώρα κατέβαλλαν στο κράτος ένα συνδυασμό ενοικίου και φόρου. Στήθηκαν τεράστια αρδευτικά έργα και καθιερώθηκε η εμπορευματική καλλιέργεια του βαμβακιού και της ζάχαρης. Επιπλέον, με τη βοήθεια ξένων ειδικών, χτίστηκαν σύγχρονα εργοστάσια για τη μεταποίηση των καλλιεργειών αυτών. Αλλά ο βασικός άξονας της βιομηχανίας, όπως και στη Ρωσία και την Ιαπωνία, ήταν τα οπλοστάσια, τα οποία ιδρύθηκαν για να εφοδιάζουν το σύγχρονο στρατό και να τον κάνουν ανεξάρτητο από τα ξένα όπλα [2]. Μπορεί να υποστηριχθεί εύλογα ότι το πρόγραμμα αυτό είχε επιβλαβείς επιπτώσεις επειδή έκανε τη χώρα να εξαρτάται υπερβολικά από το βαμβάκι και δημιούργησε μία τάξη πλούσιων εμπορογαιοκτημόνων που η επιρροή τους απέβη ολέθρια για την εθνική ανάπτυξη. Βραχυπρόθεσμα, ωστόσο, το πρόγραμμα είχε εντυπωσιακή επιτυχία. Μέχρι τη δεκαετία του 1830 η Αίγυπτος ήταν δεύτερη –με πρώτη την Αγγλία- όσον αφορά τη σύγχρονη παραγωγική της ικανότητα [3].
Με αυτές τις οικονομικές και πολιτικές βάσεις, ο Μοχάμεντ Άλι άρχισε να δημιουργεί υπερπόντια μια αιγυπτιακή αυτοκρατορία. Ο σύγχρονος στρατός του υπέταξε πολλές από τις τουρκικές κτήσεις στη δυτική Αραβία, ενώ το 1822 οι στρατηγοί του είχαν κατακτήσει το Σουδάν. Άρχισε να κοιτάζει επίσης βόρεια, προς τη Συρία και την Ελλάδα: καθώς ήταν και αυτοί υπήκοοι της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, πολλοί Έλληνες ζούσαν στο Δέλτα και είχαν αναμιχθεί έντονα στους νέους εμπορευματικούς τομείς της οικονομίας. Μετά την άνοδο του Μοχάμεντ Άλι στην εξουσία ήλθαν και άλλοι Έλληνες, τόσο για να καταταγούν στο νέο στρατό όσο και για να πάρουν μέρος στο οικονομικό μπουμ [4].
Με την έναρξη του ελληνικού πολέμου της ανεξαρτησίας το 1821, ο Τούρκος Σουλτάνος, καθώς βρέθηκε σε αδιέξοδο, παραχώρησε στον Μοχάμεντ Άλι τα πασαλίκια –δηλ. τη διακυβέρνηση των επαρχιών- της Κρήτης και του Μοριά (σύγχρονο όνομα της Πελοποννήσου) με την εντολή να εξοντώσει τους επαναστάτες. Για τέσσερα χρόνια οι Αιγύπτιοι δεν κατάφερναν να εισβάλουν λόγω του έμπειρου και σκληροτράχηλου ελληνικού στόλου. Αλλά το 1825 οι Αιγύπτιοι επωφελήθηκαν από την ανταρσία των ναυτών του ελληνικού στόλου, που ήταν απλήρωτοι, και αποβίβασαν ένα πειθαρχημένο στράτευμα υπό την ηγεσία του Ιμπραχίμ, γιου του Μοχάμεντ Άλι. Η δύναμη αυτή κατόρθωσε να συντρίψει την λυσσαλέα αντίσταση των Ελλήνων ανταρτών, αλλά αυτό μόνο μέσω μιας όλο και πιο άγριας καταστολής. Στη συνέχεια ο Ιμπραχίμ τράβηξε βόρεια προς το Μεσολόγγι, όπου οι Έλληνες πατριώτες πολιορκούνταν από τους Τούρκους.
Η άφιξη του ανώτερου αιγυπτιακού στρατού ανέτρεψε την ισορροπία υπέρ των Τούρκων, και η πόλη αυτή, που ήταν κέντρο της ελληνικής επανάστασης, κατακτήθηκε, αλλά αυτό μετά από μια ηρωική υπεράσπιση η οποία, σε συνδυασμό με το θάνατο του Μπάιρον, είχε κρίσιμο ρόλο στο να οδηγήσει τις κυβερνήσεις της Ευρώπης να υιοθετήσουν τη θέση των φιλελλήνων φοιτητών και καλλιτεχνών που υποστήριζαν τον ελληνικό αγώνα. Έτσι, ο ξεσηκωμός έγινε μια αντιπαράθεση ηπείρων ανάμεσα στην Ευρώπη απ’ τη μια μεριά, την Ασία και την Αφρική από την άλλη [5]. Σε μερικούς, η παρακμάζουσα Τουρκία φάνταζε ως μικρότερη απειλή για την Ευρώπη και την Ελλάδα απ’ ό,τι η Αίγυπτος. Όπως έγραψε ο Αυστριακός καγκελάριος Μέττερνιχ, εξετάζοντας την πιθανότητα η Αίγυπτος να κερδίσει πλήρη ανεξαρτησία από την Τουρκία, «με αυτό τον τρόπο θα βλέπαμε την πραγματοποίηση ενός κινδύνου που τόσο συχνά χαρακτηρίστηκε ως ο πιο επίφοβος για την Ευρώπη –μια νέα αφρικανική δύναμη …» [6].
Για να αποτρέψουν μια τέτοια πιθανότητα, η βρετανική και η γαλλική κυβέρνηση προσπάθησαν να αποσπάσουν την Αίγυπτο από την Τουρκία. Επιδίωξαν επίσης να πείσουν τον Μοχάμεντ Άλι να αποσυρθεί από το Μοριά και να υποχρεώσουν την τουρκική κυβέρνηση να του παραχωρήσει το πασαλίκι της Συρίας ως ανταπόδοση. Το 1827, μοίρες του βρετανικού, του γαλλικού και του ρωσικού ναυτικού κατέστρεψαν τον τουρκικό και τον αιγυπτιακό στόλο στο Ναβαρίνο, και έτσι επιτεύχθηκε η ανεξαρτησία της Ελλάδας. Έγινε συμφωνία με βάση την οποία οι Αιγύπτιοι αποσύρθηκαν από την Πελοπόννησο και απελευθέρωσαν τους Έλληνες σκλάβους τους. Παρά την ταπείνωση και την ήττα του, ο Μοχάμεντ Άλι απέκτησε τελικά τη Συρία και συνέχισε την οικονομική και στρατιωτική του επέκταση.
Κατά τη δεκαετία του 1830, οι Αιγύπτιοι είχαν τον έλεγχο της Συρίας και άρχισαν να εκσυγχρονίζουν τη χώρα και να εγκαθιστούν εκεί μια νέα βάση εξουσίας. Το ίδιο διάστημα, ο Μοχάμεντ Άλι και ο γιος του Ιμπραχίμ κατάφεραν να εγκαθιδρύσουν αποικιακή κυριαρχία επί της Κρήτης. Ο πληθυσμός του νησιού είχε υποφέρει μεγάλες απώλειες από τις άγριες συγκρούσεις μεταξύ Ελλήνων και Τούρκων κατά τον ελληνικό πόλεμο της ανεξαρτησίας: η μόνη σχετική ανακωχή ήταν αυτή που επέβαλε ο στρατός τού Ιμπραχίμ όταν ήλεγχε την Κρήτη για δεκαοκτώ μήνες ως εφαλτήριο για την Πελοπόννησο [7].
Μετά την ήττα στο Ναβαρίνο το 1827, οι Χριστιανοί της Κρήτης ξεσηκώθηκαν ξανά υπό την προστασία των ευρωπαϊκών στόλων. Η Αγγλία, όμως, δεν ήθελε να ανατρέψει τόσο πολύ τις ισορροπίες, και έτσι το 1829 επιτράπηκε ξανά στον Μοχάμεντ Άλι να εγκαθιδρύσει την κυριαρχία του πάνω στο νησί. Μετά από τρία χρόνια σχετικής ησυχίας, οι Χριστιανοί της Κρήτης, δυσαρεστημένοι που είχαν υποταχθεί σε Μουσουλμάνους ενώ οι άλλοι Έλληνες ήταν ανεξάρτητοι, πραγματοποίησαν νέα εξέγερση, αλλά και αυτή καταπνίγηκε βίαια. Μετά το 1834 επιβλήθηκε αυστηρή αποικιακή κυριαρχία, στην οποία δεν υπήρχε καμία ευνοιοκρατία για τους Μουσουλμάνους, και δημιουργήθηκαν δεσμοί με τον μεγάλο ελληνικό πληθυσμό της Αιγύπτου. Η οικονομία αποκαταστάθηκε, και αναπτύχθηκε προς αμοιβαίο όφελος του Μοχάμεντ Άλι και των Κρητικών. Οι ασθένειες περιορίστηκαν και υπήρξε μεγάλη αύξηση τόσο του πληθυσμού όσο και του πλούτου, σε μια περίοδο η οποία –μετά από δεκαετίες τουρκικής κακοδιοίκησης- αργότερα φάνταζε σαν «χρυσός αιώνας» για το νησί [8].
Το 1839 ο Μοχάμεντ Άλι κήρυξε την ανεξαρτησία του από την Πύλη και εισέβαλε στην Τουρκία. Πέντε μέρες αργότερα ο Σουλτάνος πέθανε, και σύντομα μετά ο τουρκικός στόλος έκανε ανταρσία και προσχώρησε στους Αιγυπτίους. Το ενδεχόμενο να περάσει η ανατολική Μεσόγειος στον έλεγχο μη Ευρωπαίων συνιστούσε τρομερή και αδιανόητη απειλή• έτσι, σε μια επίδειξη ενότητας που δεν είχε όμοιο παρά μόνο στην εξέγερση των Μπόξερ στην Κίνα περίπου εξήντα χρόνια αργότερα, η Αυστρία, η Αγγλία, η Γαλλία, η Πρωσία και η Ρωσία έσπευσαν σε βοήθεια της Τουρκίας. Ο Μοχάμεντ Άλι υποχρεώθηκε –υπό την απειλή αποκλεισμού- να επιστρέψει τη βόρεια Συρία και την Κρήτη και να γίνει ακόμη μια φορά υποτελής των Τούρκων [9].
Το πλήγμα που επέφερε η νέα ρύθμιση στην αιγυπτιακή οικονομία ήταν ακόμα πιο σκληρό απ’ ό,τι με το Ναβαρίνο. Κατά τη δεκαετία του 1830 η κρατικοκεντρική αυτάρκεια του Μοχάμεντ Άλι είχε εξασθενήσει από την ευρωπαϊκή εμπορική διείσδυση• μετά τη νέα ρύθμιση του 1839, η αιγυπτιακή οικονομία οδηγήθηκε εξαναγκαστικά προς την κατεύθυνση του παραδοσιακού τουρκικού μοντέλου. Η αντιστροφή αυτή την άφησε εντελώς εκτεθειμένη στις ευρωπαϊκές βιοτεχνίες, οι οποίες έπληξαν και συχνά κατέστρεψαν την αιγυπτιακή οικονομική δραστηριότητα [10]. Παρόλα αυτά, οι απόγονοι του Μοχάμεντ Άλι διατήρησαν αξιοσημείωτο πλούτο και εξουσία μέχρι την πολιτική και στρατιωτική τους ήττα από τους Βρετανούς. Μάλιστα, μια ακόμα και πολύ πιο σοβαρή κατάρρευση της σύγχρονης οικονομίας επήλθε μόνο μετά την υπαγωγή στο βρετανικό έλεγχο το 1880 [11].
Το γεγονός ότι αυτό το επεισόδιο της σύγχρονης ιστορίας είναι τόσο λίγο γνωστό, δεν είναι καθόλου περίεργο. Δεν ταιριάζει με το νοητικό μοντέλο [paradigm] της ενεργητικής ευρωπαϊκής επέκτασης σε έναν παθητικό εξωτερικό κόσμο. Η Αιγυπτιακή Αυτοκρατορία του 19ου αιώνα ήταν σαν τις εξίσου συσκοτισμένες, βραχύβιες επιτυχίες των Τσερόκι στα Απαλάχια όρη, των Μαορί στη Νέα Ζηλανδία και των Κινέζων στην Καλιφόρνια. Ήταν ένα παράδειγμα μη Ευρωπαίων οι οποίοι νίκησαν Ευρωπαίους στο δικό τους παιχνίδι, προτού εξαναγκαστούν να το εγκαταλείψουν [12]. Όποτε το φυλετικό στερεότυπο της φυσικής ευρωπαϊκής υπεροχής αποτύγχανε, ήταν απαραίτητη η τεχνητή παρέμβαση για τη διατήρησή του.
Εκεί που τα συμβάντα αυτά κολλάνε με τα θέματα που μας ενδιαφέρουν εδώ είναι ότι καμία αναφορά της μεγαλύτερης Αιγυπτιακής Αυτοκρατορίας από την εποχή του Ραμσή του β΄ δεν εμφανίζεται σε οτιδήποτε γράφτηκε τη σύγχρονη εποχή για την αρχαία ιστορία. Ακόμα πιο αξιοπρόσεκτο είναι ότι, ακριβώς το διάστημα που οι Αιγύπτιοι ήλεγχαν μεγάλες εκτάσεις της Ελλάδας, οι αναφορές στην εισβολή του Δαναού του Αιγυπτίου κηρύσσονταν αναξιόπιστες, τουλάχιστον εν μέρει, για λόγους «εθνικού χαρακτήρα» [13]. Ως ένα βαθμό, το ότι κανείς δεν είδε κάτι περίεργο σε αυτό μπορεί να εξηγηθεί με βάση ό,τι σήμερα θα αποκαλούσαμε «κάλυψη από τα ΜΜΕ». Μολονότι οι επίσημες αναφορές σημείωναν τη σχετική αποτελεσματικότητα και χρηστότητα της αιγυπτιακής διοίκησης, στις περιγραφές για το ευρύ κοινό η αιγυπτιακή ανάμιξη σε σφαγές εξομοιωνόταν με τους πολύ πιο διαδεδομένους σκοτωμούς που κάνανε τόσο οι Τούρκοι όσο και οι Χριστιανοί Έλληνες. Επιπλέον, η εικόνα μαύρων πάνω στο έδαφος της Ελλάδας θεωρήθηκε ιδιαίτερα αποκρουστικό θέαμα [14].
Η παράλειψη των σύγχρονων ιστορικών της αρχαιότητας να αναφέρουν τις σύγχρονες αιγυπτιακές επιτυχίες γενικώς, και τις κατακτήσεις στην Ελλάδα ειδικότερα, δεν μπορεί να παρακαμφθεί πλήρως με την αιτιολογία ότι τα πρόσφατα συμβάντα δεν ενδιαφέρουν τον επαγγελματία ιστορικό, ή ότι υπήρξε ολοκληρωτική ρήξη στην αιγυπτιακή ιστορία με τον ερχομό του Ισλάμ. Οι ιστορικοί των αρχών του 19ου αιώνα βρίσκονταν στην καρδιά της εποχής του Ρομαντισμού, στην οποία οι λαοί θεωρούνταν ότι έχουν μόνιμες ουσίες και χαρακτηριστικά. Για παράδειγμα, την ίδια εποχή δεν υπήρχε κανένας δισταγμός να συνδεθούν οι ειδωλολάτρες Γότθοι και Βίκινγκς με τους θριάμβους των Χριστιανών Άγγλων και Γερμανών τού 19ου αιώνα. Ο λόγος για τα δύο μέτρα και σταθμά είναι προφανώς ρατσιστικός. Την εποχή εκείνη, αλλά και αναδρομικά, ήταν ενοχλητικό για ιστορικούς που ήταν πεπεισμένοι ότι οι Αφρικανοί ήταν φυλετικά και κατηγοριακά κατώτεροι, να παραδεχτούν ότι Αιγύπτιοι –έστω και υπό την ηγεσία εξωμοτών Ευρωπαίων όπως ο Μοχάμεντ Άλι και ο Ιμπραχίμ- μπορούν να σχηματίζουν ηρωικούς κατακτητικούς στρατούς ισάξιους με εκείνους του Ναπολέοντα, του Ουέλλιγκτον ή του Μπλύχερ.

1. P. Gran, Islamic Roots of Capitalism: Egypt 1760-1840 [Ισλαμικές ρίζες του καπιταλισμού: Αίγυπτος 1760-1840], Austin: University of Texas Press 1979.
2.  A. Abdel Malek, Idéologie et renaissance nationale. L’Egypte moderne [Ιδεολογία και εθνική αναγέννηση. Η νεότερη Αίγυπτος], Paris, Editions Anthropos, 1969, σ. 23-64• Gran (1979) σ. 111-31.
3. Abdel Malek (1969) σ. 31.
4. M. Sabry, L’Empire égyptien sous Mohamed Ali et la question d’Orient (1811-1849) [Η αιγυπτιακή αυτοκρατορία υπό τον Μοχάμεντ Άλι και το ανατολικό ζήτημα], Paris : P. Geuthner, 1930, σ. 80-2• W. St Clair, That Greece Might Still Be Free. The Philhellenes in the War of Independence [Ότι η Ελλάδα μπορεί ακόμη να είναι ελεύθερη. Οι φιλέλληνες στον πόλεμο της ανεξαρτησίας], London: Oxford University Press 1972, σ. 232-8.
5. Sabry (1930), σ. 95-7• St Clair (1972), σ. 240-3.
6. Παρατίθεται στο: Sabry (1930), σ. 135.
7. Sabry (1930), σ. 396.
8, Sabry (1930), σ. 395-401.
9. Sabry (1930), σ. 401-541• R. και G. Cattaui, Mohamed-Ali et l’Europe [Ο Μοχάμεντ Άλι και η Ευρώπη], Paris, Geuthner, 1950, σ. 138-216.
10. Abdel Malek (1969) σ. 32-46.
11. Abdel Malek (1969) σ. 47-64.
12. Ο ντε Τοκβίλ συμφιλίωσε τον φυλετισμό του με τις αναντίρρητες οικονομικές και κοινωνικές επιτυχίες των Τσερόκι αποδίδοντας την πρόοδό τους σε μεγάλο αριθμό μιγάδων (A. de Tocqueville, De la démocratie en Amérique [Περί της δημοκρατίας στην Αμερική], Bρυξέλλες 1837, τόμος 3, σ. 142). Βλ. J.A. de Gobineau, Œuvres [Έργα], Paris: Pléiades, 1983, τόμος 1, σ. 207, υποσημείωση).
Η μεγάλη εξαίρεση σε αυτό το επαναλαμβανόμενο σχήμα είναι η Ιαπωνία, η οποία, λόγω του μεγέθους και της ισχύος της, θα ήταν εξαιρετικά δύσκολο να ταιριάξει στο αποικιακό σύστημα και η οποία πρέπει να ιδωθεί σε συνάρτηση με το πολύ μεγαλύτερο «ψάρι» που συνιστούσε για τους Δυτικούς η Κίνα. Ακόμη κι έτσι, οι προφανείς επιτυχίες της Ιαπωνίας συχνά αποδίδονταν σε κάποιου είδους «παγαποντιά». Μέχρι και το Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο πολλοί επέμεναν, στη βάση φυλετικών στερεοτύπων, ότι οι Γιαπωνέζοι είναι σωματικά ανίκανοι να ανταγωνιστούν τους Δυτικοευρωπαίους.
13. Βλ. παρακάτω, κεφ. VII, σημείωση 27.
14. Βλ., για παράδειγμα, τον θριαμβευτικό Μαύρο που στέκεται πίσω από τη γυμνόστηθη, λευκή Ελλάδα στον περίφημο πίνακα του Ντελακρουά Η Ελλάδα ξεψυχά στα ερείπια του Μεσολογγίου.

Σκίτσο του Μποστ από τη δεκαετία του 50 με θέμα την έλευση εγχρώμων Αιγυπτίων στην Ελλάδα

Η συνέχεια εδώ: Μαύρη Αθηνά – II : Χούμπολτ/ φιλελληνισμός/ Χέγκελ/ Μαρξ

 

 

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: