Θεσμίζουσες πρακτικές και δυνητικότητες: Ενεργοποίηση του θεάτρου Εμπρός

                                                                                                            του Πάνου Κομπατσιάρη

Κάποιες πολύ βασικές ερωτήσεις που πρέπει να λαμβάνονται υπ’ όψη πριν από κάθε απόπειρα ανάλυσης θεσμών και θεσπίσεων σύγχρονης καλλιτεχνικής παραγωγής είναι οι εξής: Σε τί συνίστανται οι επιθυμίες των συμμετεχόντων να συμμετέχουν σε αυτές; Και στη συνέχεια: Με ποιους τρόπους αυτές οι επιθυμίες διοχετεύονται μέσω των εν λόγω θεσπίσεων στη σφαίρα του κοινωνικού;

Αυτές οι ερωτήσεις πρέπει να τίθενται, όχι για να μας βοηθάνε να κατανοούμε τις εσωτερικές αναζητήσεις  των καλλιτεχνών, των διοργανωτών και των επισκεπτών, αλλά για να προσπαθούμε να εντοπίζουμε τα δυνητικά νέα γίγνεσθαι, τους πιθανούς νέους ορίζοντες  του σχετίζεσθαι που τροφοδοτούνται και αναπαράγονται μέσω αυτών των εγχειρημάτων. Η εκάστοτε πρακτική καλλιτεχνικής θέσπισης από αυτή τη σκοπιά, δε θα πρέπει να κρίνεται μόνο με βάση αυτό που ‘φιλοξενεί’ ή παράγει ως έργο, αλλά πρώτα απ όλα με βάση τους τρόπους με τους οποίους  ενεργοποιεί την επιθυμία συνεύρεσης σε ένα χώρο, όπου οι τρόποι αυτοί -αν και φυσικά δεν καθορίζουν αποφασιστικά την υποδοχή του καλλιτεχνικού προϊόντος- σίγουρα εγγράφουν τις τροχιές τους πάνω σ’ αυτήν.

Εδώ θα αναφερθώ στη 12-ήμερη κατάληψη και ενεργοποίηση του Θεάτρου Εμπρός από την Ομάδα Μαβίλη από τις 11/11/2011 έως τις 23/11/2011 ως μιας απόπειρας θέσπισης, και γεννήτριας μίας νέας ‘δυνητικότητας’ (potentiality) χειραφέτησης του Ελληνικού τοπίου καλλιτεχνικής παραγωγής. Η έννοια της δυνητικότητας εδώ δε θα πρέπει να κατανοηθεί ως μιας προσωρινή συνθήκη που τελικά θα οδηγήσει και σε μια παγιωμένη υπαρκτή πραγματικότητα (actuality), ενός φερ’ ειπείν αναγνωρισμένου καλλιτεχνικού θεσμού. Απεναντίας, η δυνητικότητα σύμφωνα με τον Αγκάμπεν είναι ένας τρόπος ύπαρξης μη αναγώγιμος στην υπαρκτή πραγματικότητα[i]. Η εν δυνάμει δημιουργία νέων ‘μορφών ζωής’ και συνεύρεσης, επειδή ακριβώς δεν έχει ακόμη πραγματοποιηθεί, είναι ταυτόχρονα και μία μη-δυνητικότητα αυτών των μορφών και ως εκ τούτου είναι απλά μια υπόσχεση, μια προϋπόθεση δυνατότητας ύπαρξης νέων μορφών ζωής. Η δυνητικότητα λοιπόν (που πάντα σύμφωνα με τον Αγκάμπεν στην καθαρή της μορφή είναι και η καθαρή υπαρκτή πραγματικότητα)[ii], μόνο ως τέτοια μπορεί να διαπραγματεύεται αναστοχαστικά τις εγγενείς αντινομίες της, διαδικαστικά, χωρίς τις αυταπάτες μιας τελικής συνθήκης συναίνεσης που εν τέλει θα τις εξουδετερώσει.

Θεσμίζουσες πρακτικές

Ξεκινώντας από μια κριτική του λόγου περί ‘προσωπικής επιλογής’ θα πρέπει καταρχήν να τονιστεί, κόντρα στις νεοφιλελεύθερες αναγωγές της εξατομικευμένης επιθυμίας ως υπέρτατης και αδιαπραγμάτευτης αξίας ενός ιδεατού κοινωνικού σχηματισμού, πως οι επιθυμίες δεν πρέπει να νοούνται ως ‘προσωπικές επιλογές’ που αφορούν αυστηρά το δρών υποκείμενο. Είναι εν γένει κοινωνικές πράξεις, γιατί αναπτύσσονται, αναπαράγονται και επικοινωνούνται στη σφαίρα του κοινωνικού. Η επιθυμία υπ’ αυτή την έννοια, όπως άλλωστε και η φαντασία, δεν συγκροτείται απλά από τις κοινωνικές σχέσεις, αλλά έχει η ίδια την ενεργή ικανότητα να συγκροτεί και να εγκαθιδρύει, να οριοθετεί και να θεσμίζει. Παρόλα αυτά οι επιθυμίες είναι ως επί το πλείστον διαμεσολαβημένες, ‘φιλτράρονται’ μέσα από μία σειρά θεσμικών κοινωνικών σχηματισμών. Οι εκάστοτε θεσμικοί σχηματισμοί είναι έτσι ικανοί να προσελκύουν έναν αστερισμό επιθυμητικών ροών και ταυτόχρονα να τον επαναδιαχέουν στη σφαίρα του κοινωνικού.

Αν μπορούσαμε να περιγράψουμε σχηματικά έναν τέτοιο καλλιτεχνικό θεσμικό σχηματισμό (και ίσως αυτό να ισχύει και για τους θεσμούς γενικά) θα το κάναμε μέσω της μεταφοράς του αγωγού που λαμβάνει, καναλιζάρει και εν τέλει διοχετεύει επιθυμίες πίσω στο κοινωνικό. Αυτός ο  αγωγός δεν πρέπει φυσικά να νοείται ως μία συμπαγής και άτρωτη μάζα που λαμβάνει αυστηρά συγκεκριμένες επιθυμίες και τις διαχέει με αυστηρούς και μονοσήμαντους τρόπους. Ο αγωγός αυτός είναι μάλλον εν τη γενέσει του πορώδης και διαρρέων, τα τοιχώματα του ‘μπάζουν’, δυνάμενα να εκβάλλουν ριζωματικές ροές προς μη-καθορισμένες κατευθύνσεις[iii]. Ο απόλυτος έλεγχος αυτών των κατευθύνσεων είναι ασφαλώς όχι μόνο μη-επιθυμητός,  αλλά και φύσειν αδύνατος. Αυτό που είναι μάλλον δυνατόν, είναι η ρυθμιστική διάθεση αυτών των κατευθύνσεων, δηλαδή οι τρόποι ενεργοποίησης των επιθυμιών που θα απορρέουν από ένα ρυθμιστικό πλαίσιο στο οποίο οι καλλιτεχνικοί θεσμοί/θεσπίσεις θα βασίζονται και θα συνδιαλέγονται με το ευρύτερο κοινωνικοπολιτικό  γίγνεσθαι.

Η έννοια της ‘θεσμίζουσας πρακτικής’ (instituent practice) που προτάσσει ο Γκέραλντ Ράουνιγκ αναφορικά με καλλιτεχνικούς και ευρύτερους πολιτιστικούς σχηματισμούς, σε μια σειρά κειμένων που γράφτηκαν με αφορμή το ερευνητικό πρότζεκτ ‘Transform’[iv], κινείται σε μια ανάλογη κατεύθυνση. Η έννοια αυτή γεννιέται μέσα από την ανάγκη επαναπροσδιορισμού της πρακτικής της ‘θεσμικής κριτικής’[v]  (institutional critique) που έχει ήδη παγιωθεί σε ένα κανονικοποιημένο, αυτοαναφορικό και αποπολιτικοποιημένο ρεύμα της θεωρίας και ιστορίας τέχνης. Κατά τον Ράουνιγκ οι ‘θεσμίζουσες πρακτικές’ ενώ από τη μία αποδρούν από πρακτικές θεσμοποίησης και δομοποίησης, δεν μπορούν  να νοούνται ως το απόλυτο αντίθετο των θεσμών[vi]. Αυτή η παραδοχή ουσιαστικά απορρίπτει τη φαντασίωση μιας απόλυτα αυτο-οργανωμένης κοινωνικής ή καλλιτεχνικής οντότητας που με κάποιο τρόπο θα είναι απαλλαγμένη από σχέσεις εξουσίας και κυριαρχίας και θα στέκεται αντιδιαμετρικά αντίθετη σε έναν φανταστικό Μεγάλο Άλλο- είτε αυτός είναι ο καπιταλισμός, είτε αυτά είναι τα ήδη θεσμοποιημένα καλλιτεχνικά ιδρύματα.

Από μία ριζική άρνηση και τυφλή πολεμική του κάθε θεσμού ως Μεγάλου Άλλου, προτείνεται το πέρασμα σε μία άρνηση και μεταστροφή των τρόπων διακυβέρνησης. Εδώ διακυβεύεται μία γενικότερη έννοια της ‘κριτικής’ σε σχέση με τις ‘τεχνικές διακυβέρνησης’ όπως αυτές εκδηλώνονται στις εκάστοτε ιστορικές συνθήκες και συγκεκριμένα στις συνθήκες της νεωτερικότητας.  Παραθέτοντας ένα απόσπασμα από την διάλεξη του Μισέλ Φουκώ “What is Critique?” (1978), ο Ράουνιγκ προχωρεί σε μία σύλληψη της κριτικής ως πράξης ταυτόχρονης άρνησης και επαναπροσδιορισμού των τεχνικών διακυβέρνησης. Ο Φουκώ αναφέρει πως

….αυτή η κυβερνητικοποίηση η οποία μου φαίνεται μάλλον χαρακτηριστική αυτών των κοινωνιών της Δυτικής Ευρώπης του 16ο αιώνα, δεν μπορεί προφανώς να αποσχετισθεί από την ερώτηση: Πώς να μην κυβερνούμαστε;  Δεν εννοώ με αυτό πως η κυβερνητικοποίηση θα αντικρούεται μετωπικά με την ακριβώς αντίθετη της διαβεβαίωση, ’δε θέλουμε να κυβερνούμαστε και δε θέλουμε να κυβερνούμαστε καθόλου’. Εννοώ πως, σ αυτήν τη σημαντική ενασχόληση σχετικά με τους τρόπους του κυβερνάν και την αναζήτηση τρόπων διακυβέρνησης, συναντάμε μια διαρκή ερώτηση, η οποία θα μπορούσε να είναι: ‘Πώς να μην κυβερνούμαστε με αυτόν τον τρόπο, από αυτόν, στο όνομα αυτών των αρχών, με αυτόν και τον άλλο σκοπό υπ’ όψιν και μέσω τέτοιων διαδικασιών, όχι έτσι, όχι γι’ αυτόν το λόγο, όχι απ αυτούς’.[vii]

Απονέμοντας ιστορικότητα στην κριτική πράξη, αυτό που ο  Ράουνιγκ προτείνει ακολουθώντας τον Φουκώ και την Μπάτλερ, είναι η σύλληψη μίας γενικότερης έννοιας της κριτικής ως ‘κριτικής στάσης’ (critical attitude), ως πράξης που ενώ θα αναστέλλει την έλευση μιας τελικής, μανιχαϊστικού τύπου κρίσης, την ίδια στιγμή θα μπορεί να επανασυνθέτει, να επανανακαλύπτει και να μετασχηματίζει[viii]. Παρόλα αυτά, οι μετασχηματισμοί της κριτικής πράξης κατά τον Ράουνιγκ δεν είναι απλά γενικοί μετασχηματισμοί, αλλά οφείλουν να φέρουν μία χειραφετητική χροιά κληρονομημένη, σ’ αυτήν την περίπτωση, από τη στάση της θεσμικής κριτικής.  Η χειραφετητική μεταστροφή των τεχνικών διακυβέρνησης είναι αυτή που θα διαχέει το κοινωνικό με νέες δυνατότητες συνύπαρξης, κατοίκησης και συνεργασίας. Υπ’ αυτήν την έννοια οι ‘θεσμίζουσες πρακτικές’ διαπερνούν εγκάρσια τα συγκεκριμένα πεδία στα οποία εκδηλώνονται, μιας και τα αποτελέσματα τους μπορούν να διαγράφονται εκτός «καθορισμένων ορίων αυτοτελών πεδίων».

Αυτή είναι η τακτική της φυγής και αποσκίρτησης από καθορισμένους κοινωνικούς ρόλους διακυβέρνησης. Η αποσκίρτηση ως συνθήκη συνδιαλλαγής και μετασχηματισμού του Άλλου αλλά και του ίδιου του εαυτού, δεν πρέπει να νοείται ως μια τακτική προσωπικής απομόνωσης που φέρνει στο νου την παραδοσιακή φιγούρα του καλλιτέχνη-ερημίτη ο οποίος απηυδισμένος από τη ‘βρωμιά’ του ‘κυκλώματος’ και του ‘κατεστημένου’ αποτραβιέται, αρνούμενος να δώσει οποιαδήποτε εξήγηση για το έργο του, να εμφανιστεί δημόσια ή να δικτυωθεί[ix]. Αντιθέτως η αποσκίρτηση πρέπει να νοείται ως μία επιτέλεση μιας σειράς αποταυτίσεων σε σχέση με τους κυρίαρχους και δοσμένους ρόλους, η οποία ταυτόχρονα θα αναζητεί νέα εργαλεία άρθρωσης καλλιτεχνικών και άλλων ταυτοτήτων τα οποία θα συνδιαλέγονται σε νέες βάσεις χειραφέτησης με το κοινωνικό. Αποσκίρτηση δηλαδή, όχι απλώς ως τυφλή φυγή και αποδραστικότητα, αλλά ως συνειδητή διαδικασία απεδαφικοποίησης συγκεκριμένων θεσμικών ρόλων.

Γυρνώντας και πάλι στον Αγκάμπεν, η καθαρή δυνητικότητα που οι εν λόγω πρακτικές ενεργοποιούν, δηλαδή η ύπαρξη των προϋποθέσεων μιας πιο χειραφετημένης συνθήκης, είναι ουσιαστικά ίδια με την καθαρή υπαρκτή τους πραγματικότητα, είναι δηλαδή «η πραγματοποίηση του μέλλοντος σ’ ένα παροντικό γίγνεσθαι»[x].

Η 12ήμερη κατάληψη του θεάτρου Εμπρός

Ποια είναι λοιπόν τα πιθανά νέα γίγνεσθαι, οι νέες μορφές κατοίκησης που παράγει η κατάληψη και ενεργοποίηση του θεάτρου Εμπρός από την ομάδα της «Κίνηση Μαβίλη»[xi] στις 11 Νοεμβρίου του 2011;

Καταρχήν, η εν λόγω θέσπιση μπορεί να ειδωθεί ως μία θέσπιση ικανή αφενός να δεχτεί μία σειρά επιθυμιών που προϋπάρχουν χωρίς συγκεκριμένη μορφή, και αφετέρου να επαναδιοχετεύσει νέες δυνητικότητες στη σφαίρα του κοινωνικού. Κατά τη διάρκεια της κατάληψης-ενεργοποίησης του θεάτρου οι επιθυμίες που φάνηκαν να συσσωρεύονται στο χώρο έδειχναν να σχετίζονται με: την καλλιτεχνική αυτοδιάθεση, την αμεσότερη συνδιαλλαγή καλλιτέχνη-κοινού, την κατάργηση ή αναδιατύπωση της χρηματικής συνθήκης, τη φυσική συνεύρεση σωμάτων εκτός εμπορικών πλαισίων, την ανάγκη  ενεργοποίησης αδρανών χώρων, τη συμμετοχή, την καλλιτεχνική συνύπαρξη και συνεργασία πέραν των κυρίαρχων μοντέλων διοίκησης, και γενικότερα τη διάθεση μετασχηματισμού των τρόπων διακυβέρνησης θεσμών και δη καλλιτεχνικών θεσμών. Πως λοιπόν η ενεργοποίηση του θεάτρου ‘Εμπρός’ σε αυτό το 12ήμερο ως ένα «μοντέλο λειτουργίας πολιτιστικού χώρου» διαπραγματεύτηκε αυτές τις επιθυμίες και τι είδους νέα γίγνεσθαι διοχέτευσε στη σφαίρα του κοινωνικού-καλλιτεχνικού;

Καταρχήν, η καθεαυτή πράξη ενεργοποίησης ενός εγκαταλελειμμένου χώρου ως χώρου μη-θεσμοποιημένης καλλιτεχνικής παραγωγής καθιστά δυνατό έναν ορίζοντα  αντίστοιχων εγχειρημάτων. Δηλαδή, απλά και μόνο το γεγονός ότι κάτι τέτοιο φάνηκε καταρχήν να γίνεται και ύστερα να γίνεται με αυτόν τον τρόπο θέτει μία νέα συνθήκη δυνητικότητας σχετικά με το πώς θα μπορούσαν να είναι τα πράγματα. Ακολούθως, σ’ αυτόν τον χώρο συγκροτήθηκε μία σχέση μεταξύ διοργανωτών/ καλλιτεχνών/ επισκεπτών, που ενώ δεν στόχευε στη ριζική ανατροπή και θεμελιώδη άρνηση των κατεστημένων τους ρόλων, επιθύμησε να τους αναπροσδιορίσει, αντιμετωπίζοντας τους περισσότερο ως διαδικασίες παρά ως προκατασκευασμένα αποτελέσματα.

Αυτή η επιτέλεση του μετασχηματισμού των ρόλων πήρε στην πορεία συγκεκριμένα χαρακτηριστικά: παρόλο που οι τελικές αποφάσεις παίρνονταν κατά βάση από τους επιμελητές-διοργανωτές που ξεκίνησαν την ενεργοποίηση, οι συμμετέχοντες βρέθηκαν σε μία συνδιαλλαγή μαζί τους στο επίπεδο λήψης αποφάσεων, που αφορούσε αφενός τον τρόπο διαχείρισης του χώρου αλλά, αφετέρου, και πιο άμεσες πρακτικές επιλογές.  Αυτές πραγματοποιούνταν μέσω καθημερινών ανοιχτών ομιλιών, συνελεύσεων αλλά και προσωπικών συζητήσεων που έθεταν και διαπραγματεύονταν πρακτικά και θεωρητικά ζητήματα που αφορούσαν το χώρο και τη συνέχειά του. Με άλλα λόγια η επιθυμία συμμετοχής στη λήψη αποφάσεων που διατυπώνονταν με ρητό και άρρητο τρόπο μπόρεσε να είναι καθοριστική στο βαθμό που αποσκιρτούσε από την πλέον παραδοσιακή και καθορισμένη σχέση διοργανωτή-κοινού, που συνήθως είτε θα βασίζεται σε αυστηρά εμπορικά κριτήρια, είτε σε εκ των άνω, κρατικές επιλογές. Υπ’ αυτήν την έννοια οι διαθέσεις διαφυγής και αποσκίρτησης από τους παγιωμένους ρόλους συνοδεύονταν με την ταυτόχρονη αναζήτηση νέων μοντέλων διακυβέρνησης.

Το κρίσιμο σημείο φυσικά που πάντα θα απειλεί να ‘διαρρήξει’ τη σχέση διοργανωτή-επιμελητή/ κοινού σε τέτοιου είδους συμμετοχικά εγχειρήματα είναι εν τέλει η ερώτηση για τα ίδια τα όρια της δημοκρατικότητας και συνδιαχείρισης.  Αυτά τα όρια αφορούν κατά κύριο λόγο τα κριτήρια επιλογής που προκύπτουν από ιδιαίτερες ιεραρχίες/ σχέσεις εξουσίας. Στην περίπτωση του Εμπρός αυτό δεν ήταν ένα ζήτημα που μπορούσε τελικά να ‘λυθεί’ ικανοποιητικά για όλους (φερ’ ειπείν με βάση κάποια αρχή πλειοψηφίας, όπου όλες οι αποφάσεις κατατίθενται προς ψήφιση και όπου αυτό που λεν οι περισσότεροι ‘περνάει’ ως απόφαση) μιας που το πλήθος των συμμετεχόντων δεν αποτελούνταν από ‘κυρίαρχα’ μέλη με εμφανή δικαιώματα και υποχρεώσεις που ορίζονται βάσει συγκεκριμένου καταστατικού. Αυτό το ζήτημα διακυβέρνησης φάνηκε και πάλι να μπορεί να τίθεται και να αναδιατυπώνεται διαδικαστικά, στην πορεία.

Η συνθήκη της μη καταβολής χρηματικού αντίτιμου για την κατανάλωση καλλιτεχνικών προϊόντων που επίσης διαφάνηκε να επιθυμείται, κατέδειξε μία αντίστοιχη διάθεση αποσκίρτησης από τις υπάρχουσες συνθήκες καλλιτεχνικής παραγωγής. Η μέση λύση των ‘εθελοντικών δωρεών’ είναι ακριβώς αυτή η προαναφερθείσα διάθεση αποσκίρτησης, που μοιάζει να κρατάει το όλο εγχείρημα σε μία ανατροφοδοτική, «από τα κάτω» σχέση με το κοινό. Σε μια τέτοια βάση ‘κατανάλωσης’ καλλιτεχνικών δράσεων και σε σχέση με την προαναφερθείσα συμμετοχικότερη δομή, η φυσική συνύπαρξη μεταξύ σωμάτων σ’ ένα χώρο αποκτάει μια περισσότερο αυτοσχεδιαστική ποιότητα. Καλό θα είναι βέβαια να σημειωθεί εδώ, πως η ρητορική περί μη χρηματικού αντιτίμου και συμμετοχικής δομής, δεν πρέπει να οδηγείται σε υπεραπλουστεύσεις περί ‘πλήρους κατάργησης της εμπορικής σχέσης’ και περί δημιουργίας εδώ και τώρα ουτοπικών, ‘αυτόνομων τόπων’, απαλλαγμένων από κάθε καπιταλιστική ή εξουσιαστική δομή. Αυτή η ρητορική περί τέτοιων ‘μακρινών παραδείσων’ τελικής συμφιλίωσης στους οποίους πρέπει σώνει και καλά συνεχώς να προσπαθούμε να φτάνουμε, αποβάλλει τη διάσταση του ανταγωνισμού που είναι εγγενές στοιχείο των εκδηλώσεων κοινωνικής ζωής[xii].

Η βασικότερη παρ’ όλα αυτά επιθυμία που αποτυπώθηκε στο χώρο, η οποία και είναι καθοριστικής σημασίας όχι μόνο σε σχέση με τις δωρεές, αλλά και με όλη τη δομή του εγχειρήματος, είναι η ιδιαιτέρως εύθραυστη επιθυμία  της επανάκτησης σχέσεων εμπιστοσύνης με τον Άλλο. Είναι η επιθυμία αποσκίρτησης από την παραδοσιακά κατεστημένη σχέση –χαρακτηριστική άλλωστε της εν Ελλάδι πραγματικότητας- καχυποψίας απέναντι στον Άλλο, όπου ο Άλλος είναι εκ των προτέρων ύποπτος ως φορέας μιας κρυφής ατζέντας, ενός κρυμμένου ‘άσσου στο μανίκι’ και που στο τέλος θα μας τη φέρει, θα μας εκμεταλλευτεί, θα μας ξεγελάσει και θα μας ‘ρίξει’ προς όφελός του. Από αυτή την άποψη, αυτή είναι και η πιο κρίσιμη επιθυμία που θα μπορούσε να καλλιεργηθεί πάντα στη βάση ενός χειραφετητικού πλαισίου, είτε χωρικά εντός της συγκεκριμένης θέσπισης, είτε εντός της όποιας νομαδικής της εκροής, μιας που αυτή είναι και η ουσιαστικότερη βάση κάθε συνεργασίας και συνεκδήλωσης. Οι πρακτικές θέσπισης μπορούν να καλλιεργούν αυτήν την επιθυμία ως δυνατότητα εμπιστοσύνης, ως συνθήκης του να μπορώ να εμπιστευτώ τον Άλλο, ως δυνητικότητας μιας νέας εμπιστευτικής συνθήκης αναχαιτίζοντας την εκδήλωση ενός καιροφυλακτούντος ναρκισσισμού[xiii].

Από αυτή τη σκοπιά, η κατάληψη και ενεργοποίηση του Θεάτρου Εμπρός ως πρακτικής θέσμισης, αποτελεί μία νέα δυνητικότητα διαχείρισης πολιτιστικής παραγωγής τουλάχιστον στο εν Ελλάδι τοπίο, εφόσον αντιλαμβάνεται τον εαυτό της ως τέτοια, και εφόσον δεν αφεθεί στην παγίωση και τη δομοποίηση ενός καλλιτεχνικού θεσμού που θα επανεδαφικοποιεί τους συγκεκριμένους ρόλους διοργανωτών/ καλλιτεχνών/κοινού. Το σημαντικότερο όμως όλων είναι ακριβώς το γεγονός πως αυτή η δυνητικότητα μπόρεσε να παραχθεί, πάντα εντός των τρεχουσών κοινωνικών συνθηκών και συγκυριών.


[i] Heller-Roazen (1999:16), Ιntroduction to Agamben’s Potentialities

[ii] Heller-Roazen (1999:18), Ιntroduction to Agamben’s Potentialities

[iii] Κάποιες τέτοιες ροές λόγου χάρη εκβλήθηκαν σε κατεύθυνση που φαίνεται να είναι μάλλον εκ διαμέτρου αντίθετη με αυτήν που προάγει το παρόν κείμενο.  Μία τέτοια κατεύθυνση εντοπίζεται στο ρεπορτάζ της Lifo που τιτλοφορείται «Λίγο ακόμα Εμπρός» και που δημοσιεύτηκε στις 28/11 στη στήλη με τον εύγλωττο τίτλο HIPSTERIA και τον υπότιτλο «Τάσεις, how to και hipsteriτiδα από τον αβυσσαλέο κόσμο της Αθήνας και του υπόλοιπου κόσμου». Ο συγγραφέας εκεί με τη χαρακτηριστική μανία και δίψα του cool hunter για την ταυτοποίηση του επόμενου ‘creative spot’ της πόλης, θέτει τελικά το εξής ερώτημα σχετικά με το Εμπρός: «Είναι άραγε ο νέος πολυχώρος της Αθήνας;».

[iv] Περισσότερες πληροφορίες για το Transform εδώ http://transform.eipcp.net/about και για το EPCIP εδώ http://eipcp.net/

[v] Η ‘θεσμική κριτική’ συχνά ορίζεται ως ένα σύνολο καλλιτεχνικών πρακτικών που αναπτύχθηκαν τις δεκαετίες του ’60 και ’70 και που στόχευαν στην κατάδειξη του ιδελογικού χαρακτήρα του συστήματος των μουσείων και των γκαλερί τέχνης. Γνωστοί αντιπρόσωποι αυτής της τάσης είναι φερ’ ειπείν ο Robert Smithson και o Hans Haacke. Για μια καλή εισαγωγή στη θεσμική κριτική βλ. Alberro Alexander& Blake Stimson (eds)(2009) Institutional Critique: An Anthology of Artists’ Writings http://selforganizedseminar.files.wordpress.com/2011/11/alberro_institutional_critique.pdf και για και για μια ανάγνωση περισσότερο προσαρμοσμένη σε σύγχρονα διακυβέβματα βλ .Gerald Raunig, Gene Ray (eds)(2009) Art and Contemporary Critical Practice Reinventing Institutional Critique http://www.scribd.com/doc/19439530/Art-Contemporary-Critical-Practice-Reinventing-Institutional-Critique

[vi] Βλ. Gerald Raunig, 2007 “Instituting and Distributing: On the Relationship Between Politics and Police Following Rancière as a Development of the Problem of Distribution with Deleuze” http://eipcp.net/transversal/1007/raunig/en

[vii] Gerald Raunig, (2006) “Instituent Practices: Fleeing, Instituting, Transforming” (μετάφραση δική μου) http://eipcp.net/transversal/0106/raunig/en

[viii] Βλ. Gerald Raunig, (2008) “What is Critique?” Suspension and Recomposition in Textual and Social Machines http://eipcp.net/transversal/0808/raunig/en . Επίσης βλ. Michel Foucault, 1978 “What is Critique” http://www.scribd.com/doc/33345985/Foucault-What-is-Critique και Judith Butler, 2000 “What is Critique: An essay on Foucault’s virtue” http://www.egs.edu/faculty/judith-butler/articles/what-is-critique/

[ix] Gerald Raunig, (2006) “Instituent Practices: Fleeing, Instituting, Transforming” http://eipcp.net/transversal/0106/raunig/en

[x] Gerald Raunig, (2007) “Instituting and Distributing: On the Relationship Between Politics and Police Following Rancière as a Development of the Problem of Distribution with Deleuze” http://eipcp.net/transversal/1007/raunig/en

[xi] http://www.kinisimavili.blogspot.com/

[xii] Βλ. Chantal Mouffe, (2007) «Artistic Activism and Agonistic Spaces» http://www.artandresearch.org.uk/v1n2/mouffe.html

[xiii] Ίσως εδώ είναι επίκαιρη η ρήση του Ζίζεκ προς το κίνημα του Occupy Wall Street: «Μην ερωτευτείτε τελικά τους εαυτούς σας για τις ωραίες στιγμές που περνάμε εδώ». http://www.versobooks.com/blogs/736

——————-

Πάνος Κομπατσιάρης

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: