Η πολιτική σημασία της ενοχής

του Άκη Γαβριηλίδη

Τα τελευταία χρόνια, στις κοινωνικές επιστήμες, μετά τη «γλωσσική», ακολούθησε η λεγόμενη «συναισθηματική στροφή»: οι ερευνητές λαμβάνουν περισσότερο υπόψη την επίδραση παραγόντων οι οποίοι ως τώρα θεωρούνταν αδιάφοροι για τη συλλογική δράση, ενταγμένοι στον «ιδιωτικό χώρο» ή στον «εσωτερικό κόσμο» και υπαγόμενοι στην αρμοδιότητα των ψυχολόγων.

(Και) από αυτή την άποψη, η ελληνική κοινωνία αποτελεί ένα πραγματικό και αδίκως αγνοημένο χρυσωρυχείο, πρόσφορο για να δοκιμαστούν και να εμπλουτιστούν παρόμοιες θεωρίες.

Ένα από τα πολλά παραδείγματα αυτής της δυνατότητας είναι το συναίσθημα της ενοχής.

Ένα ερωτηματικό που προκύπτει στην μετά-ΔΝΤ Ελλάδα, είναι αυτό που θα μπορούσαμε να αποκαλέσουμε «αφωνία (ή αδράνεια) των μαζών». Με βάση το εύρος των μέτρων που λήφθηκαν ή θα ληφθούν, η αντίδραση φαίνεται δυσανάλογα μικρή. Ο κόσμος μοιάζει συγχυσμένος, αποπροσανατολισμένος, δεν καταφέρνει να αποκρυσταλλώσει σε κάποια θετική διέξοδο και να μορφοποιήσει την οργή, τη δυσαρέσκεια και το φόβο του.

Αυτό οφείλεται στο ότι η ανάπτυξη διεκδικητικών-αμφισβητησιακών πρακτικών, τουλάχιστο όπως τις ξέραμε μέχρι τώρα, είχε ως προϋπόθεση ένα αίσθημα αδικίας –μια πεποίθηση του διαμαρτυρομένου στη δική του θυματική αθωότητα και στην ενοχή κάποιου άλλου σαφώς εντοπίσιμου υποκειμένου. Στην προκείμενη περίπτωση, η προϋπόθεση αυτή παρεμποδίζεται από μια διάχυτη αίσθηση ότι φταίμε κι εμείς για τη δυσάρεστη κατάσταση.

Η διάχυση αυτή ασφαλώς αποτελεί ως ένα σημείο αποτέλεσμα συνειδητής χειραγώγησης: οι αυτόκλητοι «σωτήρες της οικονομίας και της χώρας» προφανώς γνωρίζουν τις διαλυτικές συνέπειες της ενοχής και προσπαθούν να τις αξιοποιήσουν προς όφελός τους. Η φράση του Πάγκαλου «μαζί τα φάγαμε», υπό το προσχηματικό αντάλλαγμα μίας «αυτοκριτικής» που δεν κοστίζει τίποτα (εφόσον παραδέχεται κάτι που όλοι γνωρίζουν), επιχειρεί να γενικεύσει την ενοχή και να την φορτώσει σε όλους –άρα σε κανέναν συγκεκριμένα.

Συναφές είναι και το παρακάτω ρητορικό ερώτημα, διατυπωμένο με αφορμή την κινητοποίηση συμβασιούχων του υπουργείου Πολιτισμού:

Είναι πράγματι αισχρό να αφήνει η πολιτεία απλήρωτους εργαζομένους για είκοσι δύο μήνες. Αναρωτήθηκε όμως η Ν.Δ. γιατί κάποιος δέχεται να εργάζεται χωρίς να πληρώνεται επί είκοσι δύο ολόκληρους μήνες και σε τι προσβλέπει;[1].

Αυτό που «είναι πράγματι αισχρό» εδώ είναι ο ακόμη πιο επιτηδευμένος και ύπουλος χειρισμός της ενοχής: το ότι κάποιοι εργαζόμενοι επέδειξαν –όπως τους ζητήθηκε- υπομονή και αυτοσυγκράτηση στη διεκδίκηση των δεδουλευμένων τους, χρησιμοποιείται ως απόδειξη ότι «έχουν τη φωλιά τους λερωμένη», κάποιο ένοχο μυστικό θα κρύβουν, άρα μπορεί και να μην τους τα χρωστάμε (ως γνωστόν, στις περισσότερες ινδοευρωπαϊκές γλώσσες το χρέος δηλώνει τόσο τη χρηματική οφειλή, όσο και το ηθικό καθήκον). Ασχέτως εάν αυτό στο οποίο «προσβλέπουν» δεν είναι κάποια αμαρτωλή απόλαυση, αλλά συμβατική υποχρέωση του ελληνικού κράτους.

Παρά την (υπαρκτή) χειραγώγηση, όμως, η αμηχανία του πλήθους δεν είναι μόνο αποτέλεσμα πλύσης εγκεφάλου. Αν ο κόσμος αισθανόταν τελείως αμέτοχος, κανένας υπουργός και κανένα ΜΜΕ δεν θα μπορούσε να τον κάνει να αισθάνεται αλλιώς. Άρα, για να ξεφύγουμε από την παράλυση δεν αρκεί η βολονταριστική προβολή μιας απόλυτης αθωότητας, η οποία μπορεί με τη σειρά της να είναι ψυχωτικού τύπου, να εκφράζει το «πολιτικό ύφος της παράνοιας»[2]. Η στάση του κόσμου, μεταξύ άλλων και στις τελευταίες εκλογές, έδειξε ότι δεν βοηθά ιδιαίτερα να στηριχθούμε στο μύθο της απλότητας και της διαφάνειας των επιθυμιών: όσοι πίστεψαν ότι μπορούν να ηγηθούν του «κόσμου της εργασίας» καλώντας τον να υπερασπισθεί το μισθό του και την εθνική κυριαρχία, διαπίστωσαν ότι ελάχιστοι τους ακολούθησαν.

Πρέπει λοιπόν να κάνουμε μια διάκριση ανάμεσα σε δύο έννοιες της (συν)ενοχής: μπορούμε να σκεφτούμε μια έννοια της «ενοχής» πιο ουδέτερη, ή μάλλον πιο αμφίσημη, η οποία να αντιστοιχεί απλώς στη ετυμολογική της προέλευση από το ρήμα ενέχομαι. Δηλαδή είμαι μέρος, μετέχω, εμπλέκομαι, δεν είμαι εξωτερικός ως προς το πρόβλημα αλλά οι επιθυμίες μου έχουν μια σύνδεση με όλο αυτό το μπουρδέλο.

Για να επινοήσουμε οποιαδήποτε αντίδραση και οποιοδήποτε μετασχηματισμό, την εμπλοκή αυτή θα πρέπει να την αναλάβουμε. Να μην κάνουμε ότι δεν ξέρουμε, να μην παραιτηθούμε από την επιθυμία μας –ή την αμφιθυμία μας-, αλλά να μείνουμε πιστοί σε αυτήν και να αναζητήσουμε εναλλακτικούς τρόπους επιδίωξής της χωρίς να «ψαρώνουμε» μπροστά σε όσους απλώς μας κατηγορούν ότι την έχουμε.

Το κρίσιμο στοίχημα της επόμενης περιόδου λοιπόν είναι να επινοήσουμε μία ανάληψη ευθύνης που να μην είναι φταίξιμο και αυτοκατηγορία, αλλά αναστοχασμός της επιθυμίας, δηλαδή της δύναμής μας· που να μην αδρανοποιεί, αλλά να ανοίγει γραμμές φυγής.


[1] Στέφανου Κασιμάτη, «Η κατάληψη της Ακρόπολης και η στάση της Ν.Δ.», KAΘHMEPINH 19-10-10.

[2] Massimo Recalcati, «Το πολιτικό ύφος της παράνοιας. Ψυχαναλυτικές σημειώσεις σχετικά με το φθόνο της ζωής», Σύγχρονα Θέματα τ. 103.

Δημοσιεύτηκε στο ένθετο Κοντέινερ της Ελευθεροτυπίας, τ. 11 (Noέμβριος 2010)

Ισπανική μετάφραση του άρθρου από τον John Brown

στο σάιτ rebelion

http://www.rebelion.org/noticia.php?id=116726

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: